Κυριακή 31 Μαΐου 2009

εσύ να με φωνάζεις Σεχραζάντ

Δεν ξέρω γιατί διάλεξα το Παρίσι, για να μας χωρέσω.Μάλλον,επειδή στα μεταμεσονύκτια οράματά μου,μεγάλης διάρκειας και πυκνής συνοχής, κυριαρχεί το τοπίο του. Μας βλέπω να καθόμαστε στο παιχνιδιάρικο συντριβάνι που είναι αφιερωμένο στον Ιγκόρ Στραβίνσκι και να τρώμε παγωτό χωνάκι.Σοκολάτα.Αφροδισιακή.Είναι θαύμα εκεί.Το βράδυ,τεράστιοι προβολείς ζωντανεύουν τις ορμητικές του δίνες και τις κάνουν πολύχρωμες. Θα’ναι μια νύχτα ευλαβικής Παρασκευής-άχρονης και δίχως εποχή- κι επειδή είμαι αλάνθαστη στη γεωγραφία γνωρίζω από τώρα πως το πιο θερμό, το πιο τροπικό σημείο της Γης, είναι η αγκαλιά σου. Θα υποδεχόμαστε ένοχα την προτεραιότητα σ’αυτό το ραντεβού. Την ώρα που όλα τα γιασεμιά του κόσμου θα γέρνουν κατάλευκα,στοργικά σ’αυτό το βράδυ. Έτσι, αναπάντεχα γλυκά και ανεπιστρεπτί. Χωρίς εισιτήρια θα έχουμε φτάσει για να περπατήσουμε χέρι χέρι στις Invalides και στους κήπους που εκτείνονται κατά μήκος του Σηκουάνα. Θα χαμογελάμε ο ένας στον άλλον ανέμελα την ώρα που θα ζαλιζόμαστε από τις μυρωδιές του Marriages Freres. Στο δάσος της Βανσέν θα νοικιάζουμε ποδήλατα για το γύρο της λίμνης Μινίμ.

Και τότε πραγματικά θα καταλάβω γιατί ερωτεύονται περισσότερο μεταξύ τους, οι ερωτευμένοι που περπατούν τους δρόμους του Παρισιού. Γιατί είναι αλλιώς το Παρίσι με μάτια ερωτευμένα. Κάτι δυνατό σκιρτά μέσα τους και ποθούν τις λέξεις πιο παθιασμένες. Δίπλα μας ροδιές,θα πετάνε σπινθήρες.Τυφλές,χαοτικές,αστάθμητες σκέψεις σαν υπενθυμίσεις εντροπίας, ανακυκλώνουν τους ιπτάμενους υδροχόους μου.Αλλά μου έχεις ήδη χαρίσει το αλεξίπτωτο.Και ονειρεύομαι στα κλεφτά, τα φινιστρίνια από τα καράβια που θα μας ταξιδέψουν.Τα ανοιχτά παράθυρα των τρένων που θα μας κρατήσουν στην ταχύτατη ισορροπία απ’τις ράγες τους.Κάπως έτσι θα βαδίσουμε στη Mouffetard, στη λαϊκή αγορά Αλίγκρ που φημίζεται για το παζάρι της.Αυθαιρετώντας σε όλα τα ορατά και εννοούμενα. Μέτοικοι και διάττοντες θα λιτανεύουμε με αναμμένα μάτια, αστέρια της πιο δυνατής κι εσωτερικής αστροφεγγιάς. Αποκλείοντας τις ψευδορκίες από εργολάβους επαιτείων. Αυτό το παράτολμο τίποτα που λες ότι μου δίνεις. Αυτό το παράτολμο τίποτα που λες ότι μου ζητάς, είναι κεχριμπάρι. Μάταια προσπαθείς να υπερασπιστείς την αναπηρία του. Γιατί το τίποτα αυτό, είναι όλα. Κι εγώ συνένοχη. Στην ξενητιά και στην τύχη του.

Εδώ στο αληθινό Παρίσι, μακριά από τη βαριά μυρωδιά των βυρσοδεψείων που κάποτε πλήγωναν τις πιο αθώες μνήμες του, μέσα στο ετερόκλητο πλήθος, ανάμεσα σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου, θα πιούμε στα όρθια απεριτίφ στο Μπαρόν Μπουζ, δοκιμάζοντας τα όστρακα του Καπ Φερέ. Παρακάτω -στο πόδι- ένα P’ti Leon δροσιστικό. Λευκό ρούμι με ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο και λάιμ, στο Verte a Pied. Θα είναι οι πιο όμορφες μέρες του κόσμου.Θα τις χαιρόμαστε τόσο που θα νομίζουμε ότι όλα τα λυχνάρια θα έχουν ανάψει μαζί μόνο για να πραγματοιποιηθεί αυτή η ευχή.

Ο Σηκουάνας θα κυλάει στο πλάι μας, χωριστά από περίπλοκους ιστούς κινήτρων και σκέψεων και λόγων και πράξεων και διαπράξεων- αν είμαστε τυχεροί. Δεν θα’χω άλλη ιστορία να σου διηγηθώ. Δεν θα’χεις άλλο παρελθόν να ξοδέψεις. Όλα θα παγιδευτούν σ’αυτή την αιώνια και μαζί φευγαλέα λάμψη της εκδρομής. Και όταν θα θες να μου κρυφτείς, εγώ θα σε φανερώνω. Μ’έναν όμορφο χρυσό χαρτοκόπτη θα σκίσω την τελευταία σελίδα πριν από μένα, πριν από μας, στη ζωή μου και στη ζωή σου.Στη ζωή μας.Και θα την αφήσω στον αέρα, να τη γράψουν φτερωτά. Το γράμμα καινούριο.Χωρίς σελιδοδείκτες-δικλείδες ασφαλείας.Θα το αφήσω στο ποτάμι να το κυλήσουν τα νερά. Και στη θάλασσα να το φιλήσουν τα δελφίνια.

Λες πως είσαι κρυφός άνθρωπος. Τυλιγμένος σ’ένα κουκούλι από φως σκοταδιού,που το εντείνει η λατρεία σου στις λέξεις και στις εικόνες, στη μουσική.Μα θέλω μέσα στο φως να σε βλέπω για να δίνεις άλλη διάσταση στην όρασή μου. Κάν'τη να θάλλει,να γλυκαίνει να βαθαίνει.

Θα κλέψεις για μένα, τριαντάφυλλα από τους κήπους Τuileries κι αυτά θα χαράξουν τις παραμέτρους του δικού μας πλανήτη.Δεν ήταν ένα ψέμα που όλα έμοιαζαν μπερδεμένα. Αλλά μάθε ότι είναι χάρισμά μου να βρίσκω το κέντρο τους.Στα όνειρά μου, πάντα γυρίζεις προς το μέρος μου και μου χαϊδεύεις το πρόσωπο την ώρα που λες ότι κοιμάμαι.Πιστεύεις πως θα βαρεθώ το όνειρο κάποτε και το ενδιαφέρον μου για σένα, θα μειωθεί. Πως είμαστε πάνω στο κατάστρωμα ενός καραβιού που απλώς θα περάσει από τους υφάλους και τους σκοπέλους μας- για λίγο θα σταθεί- και θα φύγει. Δεν θέλω να μάθω να προφέρω αυτές τις λέξεις. Οι λέξεις μας προδίδουν. Είμαι καλά και χαρούμενη για όσα ζούμε. Είμαι χαρούμενη για τα μυστικά που κρύβονταν στο κορμί μου και τα έβγαλες στο φως. Είμαι εντάξει που έχω συντρίψει κάθε έλεγχο συγκίνησης και αισθημάτων. Νιώθω αληθινή, περήφανη, γενναία σχεδόν. Ποτέ δεν φοβήθηκα υφαίνοντας την αλήθεια από δυνατά αισθήματα και πάθος. Απ’αυτόν τον πυκνό ιστό, πρέπει να σου πω πως δεν φοβάμαι –εξίσου- να φύγω ή να μείνω. Το λες ρομαντικό ή ηρωικό ψέμα. Πες το όπως θες. Δεν θέλω να το πάω πιο πέρα από τις ίδιες τις στιγμές του.


Θέλω αυτή την αλήθεια, αυτό το ψέμα, αυτό το παραμύθι, να το κρατήσω στα χέρια μου που μέχρι τώρα είχαν συνηθίσει να μην κρατούν. Κι ας γίνει αυτό, το πιο αγέρωχο φάντασμα της ζωής μου. Θα’ναι γεμάτο χρώματα και λέξεις και εικόνες σου. Πόσο αξίζει να αισθανόμαστε τόσο λαβυρινθώδεις και περίπλοκοι, όταν ξέρουμε τον τρόπο που μπορεί να χαθούμε. Και είναι ένα κλικ. Μόνο ένα. Αυτή η γνώση, -κρυμμένη βαθιά γιατί είναι απόγνωση- με κάνει να συνειδητοποιώ πως τα πράγματα και οι λέξεις που λέω, και ό,τι βαθύ βαθύτερο νιώθω δεν χρειάζονται κανένα ζύγισμα,όταν σου τα απευθύνω.


Έτσι θα ξημερώσει στην αγκαλιά σου. Γλυκά και μεθυσμένα από ψιθυριστά χάδια. Υπερβάλλοντας ,στα καλοκαιρινά δροσερά σεντόνια και υποτιμώντας, στο φως της αυγής. Έτσι. Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου ό,τι πάντα έψαχνες. Λυτρωτικά. Έτσι καταργούνται τα περασμένα. Από τα επόμενα. Τα ιωνικά και φωτεινά. Γιατί νυχτώνει μέσα μου η πιο ερωτική νύχτα. Ανίσχυρη το ξέρω. Οδυνηρή. Κι αυτό θα το μάθω.
Μα να,είναι μέρες φιλάνθρωπες όπως αυτή, με ανταύγειες γαλάζιες της φλόγας που σιγοκαίει και ελπίζω ξανά-παροδικά έστω-στη ζωή και στο θαύμα. Αυτές οι μέρες που φροντίζουν να μου υπενθυμίζουν τον καλύτερο εαυτό μου, μου δείχνουν πως έχω και κάτι άλλο μέσα μου κι όχι μόνο εκείνο που άχαρα και δραματικά επαναλαμβάνεται-αιώνες λες-και με καθηλώνει σε μια αργή μελαγγολία. Λέω πως είμαι υπαίθρια. Μάλλον επειδή εσύ φέρνεις γύρω μου τον ήλιο της Μεσογείου. Κυπαρίσσια, ελιές, φλύαρα τζιτζίκια μαζί με όλες τις ιστορίες του καλοκαιριού. Φέρνεις και τον Μιστράλ. Φέρνεις και όλες τις θάλασσες κοντά. Είναι βέβαιο, πως σε ό,τι μου φτιάχνεις,σ’αυτό θα θέλω να επιστρέψω κάποτε. Όσο και να φεύγω και όσο μακριά κι αν πάω. Για να χαθώ, να ξεχάσω, να ξεχαστώ απ’όλους. Ν’ακυρωθούν όλα του παρελθόντος, οι αρνήσεις, η ανεξέλεγκτη πίκρα. Κιόλας το’χω ξεχάσει. Και είμαι ό,τι βλέπεις και είμαι το πρόσωπο που φωνάζεις τ’όνομά του. Και είμαι όλη η ζωή που δεν έζησα. Στις λέξεις και στις εικόνες σου, στα σημειώματα και στα τραγούδια. Σε θέλω στη ζωή μου για να μπορώ να διασχίζω την απόσταση που μας χωρίζει και να συναντιόμαστε μέσα στις ιστορίες [σου]. Να σ’έχω κοντά. Μπορεί γι’αυτό στον ύπνο μου να παραμιλάω.

Και τότε,στην εξάτοξη γέφυρα θα σου πω, πως έχω εισητήρια για το Le Leche-Vin. Θα δώσουμε ραντεβού στη rue Saint-Benoit κοντά στη στάση του μετρό Saint Germain de Pres. Τα φώτα θα χαμηλώσουν και θα μου κρατάς το χέρι. Η σκηνή θα πλημμυρίσει χρώματα. Ινδική μουσική θ’ακούγεται σπαρακτικά. Χορευτές με χυτά μακριά μαλλιά,θα τρέχουν και θα βουτούν τα κεφάλια τους στο νερό. Θα φορούν μακριά σαλβάρια dhoti και θα μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Θα τρέχουμε κι εμείς μαζί τους, από τη χαρά στη μελαγχολία,από την αγάπη στο θυμό και στο μίσος. Η σκηνή θα έχει τώρα γεμίσει με καταρράκτες και λουλούδια. Ήσυχες κινήσεις, ακροβασίες, έρωτας, πάθος και το συναίσθημα να φτάνει στα άκρα. Θα μου φιλήσεις τα χέρια.
Θα είμαστε όμορφοι κι εύθραυστοι. Θα σκύψεις και θα με φιλήσεις στα χείλια και θα με κατακλύσεις. Θ’αναγεννηθώ. Μέσα μου όλη η αύρα της μεθυστικής μαγείας θα σκιρτά. Θα είμαι έτοιμη για τις πιο ακραίες θυσίες. Αφού μου ξεδιψάς παλιές δίψες. Σκέψου. Όλα αυτά θα έχουν ξεκινήσει από το τίποτα που μου ζητάς. Από το τίποτα που μπορώ να σου δώσω.


Βγαίνουμε ξανά, στο βραδινό και φωτισμένο, αυτή τη φορά, Παρίσι. Οι δρόμοι γεμίζουν με κόσμο. Με κρατάς απ’τη μέση και είμαστε σαν μόνοι,ωραία ανώνυμοι στο πολύβουο πλήθος. Καθόμαστε για λίγο στο παγκάκι για να φιληθούμε.


Περνάμε τώρα από τις κολόνες Μπουρέν και στεκόμαστε να ρίξουμε το κέρμα. Αν πέσει πάνω στην κολόνα, θα είμαστε τυχεροί. Ανεβαίνουμε στην κορυφή της Αψίδας του Θριάμβου.

Κοιτάμε τις δώδεκα λεωφόρους που ξεκινούν από το σημείο αυτό στο σχήμα του πιο λαμπρού αστεριού. Σου κλείνω τα μάτια και σου ζητώ να διαλέξεις –δείχνοντας- ποια… Διαλέγεις την επιβλητικότερη. Τα Ηλύσια Πεδία. Εμπνευσμένη από την Αρχαία Ελλάδα. «Το έσχατο άκρο της γης όπου διέμεναν οι ήρωες μετά το θάνατό τους σε συνθήκες απόλυτης ευδαιμονίας». Κάτι ανάλογο με τις νήσους των Μακάρων που αναφέρονται στον Πλάτωνα.

Στη λεωφόρο που ποτέ δεν κοιμάται θα με φωνάζεις Σεχραζάντ κρατώντας με για πάντα στην αγκαλιά σου. Τότε θα είμαι αυτό που θες. αυτό που προσεύχεσαι για μένα.Θα είμαι καλά και χαρούμενη. Και θα επιθυμώ με σφορδρό πάθος να χορτάσω ό,τι στερήθηκα, με ό,τι μου προσφέρεις.

Εσύ μονάχα να με κρατάς και
να με φωνάζεις Σεχραζάντ

ό,τι κι αν γίνει πριν ή μετά
το Παρίσι
και προπάντων να μου λες
Καληνύχτα

[όχι τροτέζα όχι]







Το χαρίζω εκεί που μου ζήτησες
δηλαδή...
στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη
του μυαλού σου που ακολουθούν
το φεγγάρι [μου]





Τρίτη 26 Μαΐου 2009

δέντρο


μέσα μου φύτρωσε
ένα δέντρο
μέσα μου ζει
ένα δέντρο
με νευρώνες λευκόκλωνους
μέσα μου μεγαλώνει
ένα δέντρο
με άνθη πουλιά και φωλιές
ρίζωσε
έχει το σχήμα του σταυρού




στον Στέλιο και στην Πέννυ

ραβασάκι


Ετοιμάσου για εγκαίνια. Νιτσεράδες και ανάσκελα στα νεκροταφεία.Συναισθηματικά, εκών νεκρός. Για μεταθανάτιες ψυχοδιανοητικές συνευρέσεις με ωρολογιακούς μηχανισμούς. Δήθεν συντετριμμένος. Δήθεν εγκαύματα. Αλλά εκπέμπεις το δριμύτερο ψύχος.Κράτα τις τενούτες σου για τα αιθέρια έλαια από το αίμα που λιώνει το χέρι σου. Θα σου χρειαστούν οι συγκρατημένες λέξεις, τα αμφεταμινούχα διαλύματα και τα αποθέματα ψεύδους. Μείζονες συνιστώσες για την πυκνή ύφανση της υποδόριας αβελτηρίας σου. Δυνητικό κληροδότημα ν’αστράψει μέσα σου ο τυχοδιωκτισμός των ρούχων του βασιλιά και τα θύματα, τα μοναχικά κύτταρα. Με ξυλάκια βανίλιας γεννήθηκες στο λάρυγγα? Ό,τι απαντήσεις θα το εκλάβω ως συνεκτικό επιχείρημα της ακόρεστης ανυπαρξίας σου. Το θερινό φάντασμα κλώθει νύχτες που μυρίζουν αυγή. Κανείς δεν στο κλέβει το ξυραφάκι-Είμαι αδύνατη στην ανορθόγραφη αποκρυπτογράφηση νεκρανάστασης.Κι αυτή η βαθύτερη ρυτίδα είναι η αγαπημένη μου εκδοχή για κάποιον που χρειάζεται φυλαχτά για να ζήσει. Φούμαρε αδρεναλίνη, να μη σπάνε οι κλωστίτσες σου. Χορδές που τεντώνουν ασήμαντες χειρονομίες τεράτων. Τι φταίω εγώ που σε ξεμυαλίζουν τέρατα? Ντροπή! Τα κρασοπνευματώδη είναι τα άγια των αγίων. Και το στόμα σου είναι περίπτερο σκέτο. Αναερόβιο. Αλλά βάζεις έτσι και μια περίπτυξη για υποθήκη. Καμπάρι σόδα παρακαλώ. Κι αν βρίσκεις ύποπτο το αίτημα και παράνομο,bingo! Αυτό ακριβώς! Κολικός. Ξε-κολικός. Αλκοολικός. Τριαξονικός. Άντε κοίτα να καταχραστείς κανένα πριονάκι ακόμα. Προκρούστης δε γίνεσαι πάντως όσο κι αν χτυπιέσαι.
Μου φάνηκαν σήμερα κοντύτερα τα τσιγάρα μου.Σου επιφυλάσσω υποδοχή. Ουάν μπίλλιον ντόλαρ.Ο σχιζοφρενής ιατροδικαστής με το αμόνι. Ο σχιζοφρενής ιεροεξεταστής με το μικρόφωνο..Λοξοδρόμησε. Φτιάχνω μπαλόνια με σεντόνια. Με σάρκα και οστά. Να χωράν το φόβο σου. Να διατηρούν το κακόβουλο υπέρβαρό σου. Να βουλιάζουν με κοπανιστό αέρα. Να σε ταϊζουν από απανθρακωμένο πλακούντα. Αυτό διαφεύγει της-κατά τα άλλα- έγκυρης μαρτυρίας σου. Μα καλά, κόντυναν τα τσιγάρα ή αραίωσε ο καπνός? Η σιωπή της κατσικούλας. Εργασία ανόητη το άρμεγμα στα αποδυτήρια των αναγκών. Με μπαντονεόν η θεραπεία για να ηχογραφώ την απαραίτητη σύμπνοια στα αυτόνομα καμαρίνια. Δοκιμασμένα και ανευλαβώς θα παρακάμψω τη χρεοκοπία χωρίς αναστολή. Το ταραχώδες, ανενόχλητο και αυτάρεσκο, θα καταγράψει δαπανηρό, τον πρακτικό λόγο. Ανεπαρκής εισβολή? Μπορεί…Ωστόσο, δικαίως συνθηκολογείς με τη μετριότητα.Μάλλον οι επιδέξιες παγανιστικές ετεροτοπίες θα σ’έκαναν άγιο μιας άλλης εκδοχής παρά θα σε στιγμάτιζαν. Αλλά πού να το εννοήσεις αυτό? Όσοι έχουν την ικανότητα ν’αναγνωρίζουν τα λυκόσκυλα μέσα τους, δεν μεταβάλλονται σε αιχμαλώτους αλλά προχωρούν πέρα απ’το ορκισμένο σύνορο και σ’αυτόν τον κόμβο,ζητούν τα ρέστα τους.





Τα ρέστα μου!
Τα βλέπω.




Κυριακή 24 Μαΐου 2009

εξάρες


Είχα κάποτε στη Σμύρνη ένα αγόρι αγγελικό
απ’αυτό μου έχει μείνει έντερο δυσπεπτικό
Τα χαρτιά και τα μελάνια τρων τα λόγια μου
τα σιφόνια καταπίνουν τα ρολόγια μου

χορεύαμε κλακέτες με χίλιες πιρουέτες
στα μπλε χαλάσματα
τώρα με κόβει φέτες οι κοφτερές φαλτσέτες
σκορπούν τα θραύσματα

σήμερα έχω πάρει όρκο μετεμψύχωσης
πριν τινάξω το ακρο-όριο της ψύχωσης
με ψιλό γαζί θα ράψω τις νοθείες του
σαν χαζή θα αντιγράψω τις μαντείες του

στα δυο μας τα μανίκια γλιστρούσανε χαλίκια
τα πιπιλίζαμε
τώρα φτύνουμε φύκια τα αγοραία ποντίκια
μας ροκανίζουνε

τον Ιούνιο θα σώσω τις παρτίδες μου
όλες εν ψυχρώ θα «δώσω» τις πατρίδες μου
για να φτιάξω συμμορία και ανάστημα
ηγερία ή βακτηρία(;)* στο διάστημα

μικρό είναι το πλήθος, αντιλαβού το ήθος
στο εννιά στα ντόρτια
χρειάζεται ο λίθος ν’αντιστραφεί ο μύθος
στα μεθεόρτια

Μπού!
*διάλεξε...



[στη Σμύρνη θα γυρίσω σε προειδοποιώ
«Και θα κυκλοφορήσω και θα οπλοφορώ»
Θα δρέψω θα θερίσω και θα πυροβολώ
Σε όποιον δε μου κάνει θα ρίχνω στο ψαχνό

στο πλευρό μου θα'χω αέρα υστερικό...

Και αν δε φέρω εξάρες και τούτη τη φορά
Στο καφενείο στο Και στα λάγνα τα νερά
Θα δέσω μία πέτρα με μια χοντρή τριχιά
Από τη φαρέτρα θα βγάλω τα βελάκια
Τα πιο αστραφτερά
Για να καρφώνω δέκα, έντεκα,βάλε και τον Βαλέ
Το Ρήγα και την Ντάμα να κάνω χαβαλέ
Τότε θα δούμε- αγάπη -τι λεν τα ζάρια μας
Ποιος ζωντανός θ’αντέξει απ’τα παζάρια μας]




Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

un amor


Τους είδα μετά από χρόνια στο δρόμο για τον Κάβο. Αυτός να βηματίζει πρώτος, βιαστικά, με το φαναράκι στο χέρι. Κι εκείνη, η Μαριάνθη η μοδίστρα, να τρέχει πίσω του,τόσο αέρινα, σαν φτερωτό ξωτικό. Κόντευε βράδυ. Στον Άγιο είχαν το πανηγύρι κι απ’το Ξώμπουργο ερχόταν μελωδίες από flamenco.Λυσσομανούσε ο αέρας κατακαλόκαιρο. Μύριζε ο μάραθος και τα αλμυρίκια. Τους είχα δει άλλες δύο φορές,ήμουν μικρότερη. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Και τότε το ίδιο έκαναν. Αυτός βημάτιζε νευρικά,κρατώντας το φαναράκι στο αφώτιστο μονοπάτι μέχρι τον παλιό φάρο. Εκείνη πίσω του, με λυτά μαλλιά και λευκό φόρεμα.Ξυπόλητη.Στο αυτί της στέριωνε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Σύχναζα εκεί-όπως και τώρα- για βραδινό μπάνιο και για να χαράζω στα βράχια με το σκαλίδι μου. Μου άρεσε να χαζεύω και τις ψαρόβαρκες στο πέλαγος, να ρίχνουν τα παραγάδια τους.Την επομένη ξαναπήγαινα να δω τι είχε αφήσει η βραδινή αλμύρα και το κύμα απ’τα χαράγματά μου.Τι είχε σωθεί. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, για ποιο λόγο έτρεχαν εκεί, σε μυστική και αγχωμένη, λες ,συνάντηση, ενώ ήταν από χρόνια παντρεμένοι. Αυτός, παλιός ναυτικός κι εκείνη η καλύτερη μοδίστρα στο νησί. Αγκαλιάζονταν σφιχτά και χαϊδεύονταν με φλογερό πάθος. Σαν να είχαν καταπιεί ολόκληρες υπνοφόρες παπαρούνες. Φιλήθηκαν και πίστεψα πως ο φάρος άρχισε να τρέμει. Πίστεψα πως είδα το βράχο να λιώνει.Μετά το φιλί, τη χαστούκισε δυνατά.Έσφιξα για μια στιγμή μηχανικά τα μάτια μου.Τον χαστούκισε κι εκείνη πιο άγρια.Ξαναφιλήθηκαν. Στο τέλος έσκισαν τα ρούχα τους και μ’αυτά άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Ακούγονταν ακόμη flamenco απ’το ύψωμα. Ο αέρας,ιδανικός, έφερνε δυνατό τον ήχο,καθαρό. Τότε οι δυο τους άρχισαν να πηδούν και να χορεύουν εκστατικά πάνω απ’τη φωτιά.Ολόγυμνοι.


αίνιγμα


Τι είναι

Που δεν αγγίζεται
Που δεν πλάθεται
Δεν ακούγεται
Κρυφακούει

Δεν εγκαθίσταται
Δεν υποκαθίσταται
Δεν αποκαθίσταται
Δεν φρουρείται
Δεν νιώθει
αλλά νιώθεται

Τι είναι


Που παραμονεύει
Καραδοκεί
Πολεμάει
και πολεμείται
Αντιδρά
Φυλλορροεί
Αιματοκυλίζεται
Κυοφορείται
Άυλα εκθαμβωτικό?





Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Εν λευκώ


Μέχρι να τελειώσει η μέρα. Εν λευκώ διορία.



Μέχρι το μελάνι να βρει σώμα χωρίς περίγραμμα.



Nα μείνει εφηλίδα στο χλωμό χαρτί.



Να ξαναβουτήξει η λόγχη της πένας στη φλέβα.



Έτσι σαρκώνεται η ψευδής αίσθηση κύριε. Εν λευκώ.





Ή ν’αποσοβηθεί.



Σε μια κούνια παλινδρομεί το αίμα.



Η πρόσκρουση με το κενό αφήνει

συντρίμμια του παράδεισου. Νοθείες…



Μέχρι η επέλαση του μυστικοσύμβουλου

να καρώσει τον όρκο. Μιας χρήσης.



Το λίκνο του αοράτου. Αθώο. Μιας χρήσης.



Κατ’ανάγκην ορατής. Όπως η διαφορά του ρίγους

στο τελεστήριο βάθος του εξιχνιαστικού.



Εξ’αγχιστείας.



Εξ’αχρηστίας.



Εν λευκώ.

[Λήξη προθεσμίας.]




λόγια:Γεράσιμος Ευαγγελάτος
μουσική:Θέμης Καραμουρατίδης
ερμηνεία:Νατάσα Μποφίλιου

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Tουλούζ/3


Τουλούζ, ακριβέ μου,


Έχω καιρό να σου γράψω. Η απουσία σου είναι σημαδευτική. Χθες ήταν μια παράξενη νύχτα. Στεκόμουν ξανά στο μεγαλύτερο νοτιοανατολικό παράθυρο. Τα δάχτυλά μου άγγιζαν ασυναίσθητα τα πλήκτρα του πιάνου. Αφηρημένα. Το βλέμμα μου πετούσε απέναντι στο βουνό που το είχε τυλίξει όλο το μωβ του λυκόφωτος. Πατούσα τα πλήκτρα Ρε Μι Φα. Και ξαφνικά επίμονα το Ντο. Ντο Ντο Ντο. Έχει ναυαγήσει κι άλλες φορές ο νους μου σε τέτοια λυκόφωτα αλλά ποτέ όπως χθες. Θα το θυμόμουν παρά την ασθενική κράση της μνήμης μου. Ησυχία και Ντο. Σκέφτηκα τους φίλους μας στην Αφρική,τον πρίγκιπα Ερσίν,το Κάιρο,τους κήπους,τα λουλούδια και τον καπνό,το καράβι στην Αλεξάνδρεια,την Κορνίς,τον ουρανό και το Νείλο, το φάρο,τα παιδιά που έχουμε υιοθετήσει, τις τυφλές γάτες, τα χωλά σκυλιά, τα χρυσόψαρα.Και κάποια υποκατάστατα.Κάλεσα την Οφηλία και την Οντέτ να μ’επισκεφτούν. Δεν θα έρθουν. Η Οντέτ φροντίζει τον Σουάν και η Οφηλία είναι σε κρίση. Κοιτώ και τη θάλασσα. Με το δείκτη μου στο Ντο. Είναι μαγική.Φόβος τελεστικός. Όμως, το βάρος που έχω στο θώρακα με απομακρύνει από την απαλότητά της. Πληθαίνει αβίαστα μέσα μου η αλμύρα της. Την απαραίτητη υγρασία για τους πνεύμονες τη λαμβάνω από τα φύλλα του ευκάλυπτου που πάντα πλέουν και αχνοβράζουν στη συσκευή. Έχει ζεστάνει πολύ ο καιρός. Εσύ ακόμη να φανείς. Σχεδόν ποτέ δεν κλείνω τα παράθυρα πια. Μπροστά τους αναπολώ κι επιμένω στο βλέμμα που κοιτά τη θάλασσα και στο δείκτη μου, που σταθερά πατά το Ντο. Οι μέρες μεγαλώνουν, λες και ενηλικιώνονται ορμητικά, και μέσα τους διαστέλλονται και οι ομορφιές. Παραπονιέσαι για το πόδι σου και για την αραιή μας αλληλογραφία. Η απουσία σου μικραίνει τους ήχους. Μεγαλώνει τις σκιές τα βράδια και εντείνει τους εφιάλτες. Η απουσία σου είναι ικανή ν’ανανεώσει τις αμφισημίες. Μου υπαγορεύει την ενεργητική νωχέλεια και την παθητική αντίσταση. Χθες ονειρεύτηκα τον Πανδέκτη.Μου επιτρέπει και μου απαγορεύει ρητά. Αφορισμοί και παραδοχές. Ημερομηνίες κορεσμένες. Και άλλες κουρασμένες. Τα ρόδια που έσπασα ήταν σαπισμένα. Οι άνθρωποι έγιναν σκληροί και παγωμένοι όπως το ατσάλι. Brain storm και Ντο. Θα ξεφοβηθώ. Μαθαίνω απ’έξω στίχους της Αχμάτοβα της αγίας και πόρνης. Ασκητικοί και υπεροπτικοί στίχοι. Βαθιά ηθικοί και απολύτως δυστυχισμένοι. Σ’αυτόν τον διυλιστήριο νου που αναπτύσσεται ερήμην μου, μουζιντάν ψάλλει απ’το Κοράνι με την παλμική δόνηση των χορδών της Om Kolthoum. Με έχθρα. Disamistade. Το μαύρο μαργαριτάρι. Dolcenera. Μου λέει το μυστικό. Το μέρος όπου γεννιούνται τα μαύρα μαργαριτάρια. Κάποιος με κρεμάει ,με δένει σε μια ασημένια κλωστή, ανάμεσα σε γη και ουρανό. Κάποιος που από το στόμα του στάζει νέκταρ στα μάτια μου.
Τουλούζ, μη ρωτήσεις πώς γίνονται όλα αυτά. Ο νους μου διαιρείται. Άλλα, απορριπτικά τα εντοιχίζει. Άλλα, τα κυκλώνει, φενακισμένα, σε έγχρονες διαστάσεις. Σχήματα δυαδικά, το πολύ τριαδικά. Και τέτοια βράδια, κοιτώντας το βαθύ μωβ-αδιαίρετο αυτό- βραχυκυκλώνει και υπεξαιρεί από το πιο έγκατο μέσα μου, ένα τσιμεντένιο,ωστόσο αμβίβολο, Όχι. Γνωρίζω τη θλίψη σου και τη δική μου. Δεν την φοβάμαι τέτοια θλίψη.Είναι αυτοάνοση. Κι όταν ακόμη δυσλειτουργεί δεν τη διαχειριζόμαστε. Οι κακίες διακινούνται ύποπτα, από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι. Αλλά ο δείκτης μου βρίσκεται υπό την αιγίδα του Ντο. Θα ευχηθώ να μη βληθούμε άλλο από συναισθηματικούς ρύπους. Δηλαδή βιαστικές συγνώμες. Έσχατα πράγματα. Υπογραφές συμβολαίων. Ο εσπερινός πυρετός μου εξεγερμένος πια, και αμόλυντος, σχεδόν εφηβικός, αντιποιείται τα κενά. Τα αριθμητικά τραύματα. Ίσως τα μετατρέπει σε κρυφές αξίες. Και ευφημερεύουν σε λίκνο σιωπής-δίχως δυσοσμία- για να ευημερούν στο μηδέν.
Τουλούζ, η χρήση των ονείρων δεν είναι ακάθαρτη. Αν υποθέσουμε πως θα εμπιστευτώ, στο τέλος, την πλάνη-υφίστανται αυτές οι αλλαγές μπροστά στην απληστία μιας ετοιμοθάνατης-
θα είναι σαν να γελοιογραφώ το αδύνατο. Θα μοιάζει σαν να έχω ταυτόχρονα ευλογηθεί από αυτό. Ανιχνεύοντας τις αποκλίσεις μου από την κανονικότητα της θηρίας του λογικού και του χρήσιμου, θα έλεγα πως βρίσκομαι σ’ένα προκαταρκτικό στάδιο που συνοψίζει όλες τις αποδοχές του αρνητισμού του Ναι. Και αν γράψω για σένα και τα «μοιρογνωμόνια» θα πω πως μου έκλεψες όλες τις μοίρες που δεν ήξερα να μετρήσω. Για το αχανές αλλά με πρόσωπο, δράμα κάθε ψυχικού όντος. Αντιστικτικού.
Στη διαλεκτική των ομοιωμάτων, εμείς είμαστε τα βαρέα και ανθυγιεινά. Και ό,τι περιπολείται στη δική μας παρακμή, την αλλόθρησκη, περιπολείται από την αθλιότητα των θερμοκηπίων και τους χυδαίους προβολείς τους, με «καλλιτεχνήματα» που στρεβλώνουν και ροκανίζουν τα ψυχικά γεγονότα.

Είμαι ακόμη στο παράθυρο.
Η αναπνοή μου γέμισε ευκάλυπτο και η πέτρα στο θώρακα, λόγω της τριβής, υποχωρεί. Τη φωνή μου σπάνια τη χρησιμοποιώ, είναι βραχνή και αβέβαιη κάτω από το βάρος τόσων εκχυλισμάτων από λιπάσματα φυτοφαρμάκων και κοπριάς. Η φωνή μου είναι ριζωμένη σε βυθό κακόφημο προς τον τόπο του ωκεανού όπου γεννιούνται τα μαύρα μαργαριτάρια. Σαν τρύπα που το διαμέτρημά της εκπαιδεύεται βραδέως στο αντεστραμμένο βάθος της, παρεξηγημένη από πρωκτικές συμπεριφορές.


Σε περιμένω εδώ σ’αυτό το νοτιοανατολικό παράθυρο, με το δείκτη στο Ντο, σε μια αερώδη διάσταση, για τον άγνεθο ακόμη ιστό, στην πτητική μεμβράνη-ελαφρά συσκοτισμένη από τους κλέφτες- του μυαλού μου. Σε μια κινδυνοφόρο πίστα. Με μειωμένη ταχύτητα αλλά με ανοιχτά φτερά. Ψάξε με στα φύλλα του κισσού,στις κληματαριές και στο βασιλικό της γλάστρας σου.Ψάξε με σ'εκείνη την παλιά ξεχασμένη και ξεθωριασμένα κόκκινη βάρκα. Θα σε συναντήσω μέσα στο μαύρο μαργαριτάρι και στα σπόρια του καρπουζιού.



αφιερωμένο στο enfant rate








Τρίτη 19 Μαΐου 2009

ήττον


φθορίζεις σε καρέκλα ηλεκτρική στίλβη από κάταστρο διανοητικό νόσημα στο κεφάλι σου σπαρμένα αρχέτυπα φρένα φύλα το στο νου σου αυτοανατίθεσαι σε μια αποτροπιαστική τελετή καρατόμησης και προοδευτικού ακρωτηριασμού των άκρων φύλα το στο νου σου
του ανέντιμου αίματος η ιστορία
με χαλαρά και κακοφτιαγμένα αινίγματα παριστάνει αναπνοές καμάρες από το τίποτα στο μηδέν φύλα το φύλα το δεν φταίω μυρίζει η ελεημοσύνη και ο οίκτος αποφορά όταν οι τελώνες νίβουν στίβουν στα πλευρά τους κρεμασμένες πέτρες φίμωτρα μαχαίρια μια νεκροφόρα από μακριά φέρνει λουλούδια
Στριμωχνόμαστε ζέστη ιδρώτας μυρωδιές φύλα το στο νου σου
σε μια νάρκη πληθωρική
Όλα πνίγονται πνιγόμαστε σαν σε επαφή ερωτική βράδυ καλοκαιριού σε ρίπο στα στάχυα τα ολόχρυσα με καύσωνα
όλα ανεβαίνουν στο φαρδύ κεφάλι φύλα κι αυτό με εξαναγκάζεις να σε αθωώσω από αναφαίρετου πάθους αναθυμιάσεις ανατριχιαστική χαιρεκακία
Άτη τυφλώνει φθορίζεις
Δμωή αντισφαγή από το χάλκινο γένος της μελίης
δμωή φύλα το πάθος απάθητο ταξίδι αταξίδευτο στη νύχτα αν μ’αφήσεις βρίσκω το δρόμο γιατί φθορίζεις εξόφθαλμη απάτη ας το φυλάξει ο νους σου επιστρέφω με ακέραιες τις αντιθέσεις και

με λαμπρό λάδι σε αλείφω και

σαν αθάνατο σε χαιρετώ και


Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

απηνές




Σου εκτελώ τις συνταγές




Σου εκτίω τις ποινές






Χωρίς επικουρίες συμβολαίων






Θες?






Πάσα πάσα ανασκάπτω τις έτερες
παράπλευρες καταστροφές σου




Ως το κόκαλο






Γνώρισέ με πριν γίνω στίκερ σε κολόνα




Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Τίγρη


Ξεχασμένα δράματα

Μια γυναίκα κάηκε ζωντανή σε σάτι, τη νεκρώσιμη πυρά του συζύγου της. Ερείπια πια. Μόνο.


Η τίγρη

Η απλωμένη φτερούγα του νεκρού πουλιού που κρατάει στα δόντια της,εμποδίζει την όρασή της και μπερδεύει προς στιγμήν, τον προσανατολισμό της στο δάσος. Λίγο πιο πέρα, αντιλαμβάνεται την παρουσία ενός πιο άγριου θηρίου κι αυτό κάνει το πρόσωπό της να συσπάται και να μορφάζει.


Πιο κάτω, ελάφια και κροκόδειλοι μοιράζονται ειρηνικά τη λίμνη. Ένα κοπάδι σάμπαρ είναι νευρικό και ανήσυχο, έτοιμο να τρέξει με τον παραμικρό ήχο. Η συνεχής απειλή των θηρίων το ακολουθεί σε κάθε του κίνηση. Είναι η αγέλη των ινδικών άγριων σκύλων.


Οι νύχτες

Οι νύχτες είναι πάντα παρούσες. Επιστρατεύουν όλη τους την αγριότητα.Τα βράδια του Μάη είναι δροσερά κι αυτό κάνει τις κίσσες να χορεύουν. Η υγρή άμμος δέχεται επίθεση από διψασμένες πεταλούδες.

Εσύ

Η παρατεταμένη ηχώς των λόγων σου-του Ναι- η ίριδα των ματιών σου, αν και λαμποκοπά, φαίνεται το ίδιο φοβισμένη.

Εγώ

Στη σκιά του φόβου σου θυμάμαι κι εγώ τους δικούς μου. Μια ανήσυχη και παράδοξη λευκότητα καλύπτει όλο το εσωτερικό μου τοπίο, το αιχμαλωτίζει και το εξουσιάζει. Ο θρίαμβος, άραγε ή η αδεξιότητά του, με πλησιάζουν?

Η πρώτη ρουφηξιά κάθησε στους πνεύμονές μου με ασύλληπτη βαρύτητα. Ευχήθηκα να υπάρξω σε καθαρτήριο καμίνι που θα κάψει ό,τι ως τώρα γνωρίζω. Θα δω τα χρώματα του κόσμου από την αρχή. Ν’απλώσω το βλέμμα με χαρά. Πέρα από το παιχνίδι του μένους και των σκιών με την τυραννικά,τρομακτικά χαμένη άκρη.

Μέλλον

Η ρευστή υγρασία της νύχτας οξύνει τη μυρωδιά του Μιράμπιλις.Θέλω να ξαναγίνω ένας απλός άνθρωπος. Άραγε ήμουν ποτέ και γυρεύω με απόγνωση αυτή την επιστροφή…
Σ’αυτή την ιστορία υπάρχουν ανεπαίσθητες ραγισματιές και από κει γλιστρούν ρευστά δευτερόλεπτα ευφορίας, σαν αντίβαρα. Σαν αντίγραφα μιας πίστης να υπενθυμίζουν το αβέβαια καλύτερο μέλλον.




Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

Whirling

Με είχες κιόλας πει Νύχτα
Κρατώντας με έξω από τα μάτια σου

Δίπλα μου πέρασες
Ο αέρας σου έσπρωχνε τον κόσμο
Στα νερά του Βοσπόρου
Κι έπειτα τον γύριζε ανάποδα
Και τον σφύριζε

Ανάμεσα σε μένα και στο στροβίλισμα Υπάρχει ένα κενό Το διατρέχει ο Γαλατάς ένα βότσαλο ριγμένο στον Κεράτιο Πνιγμένη ηχώς Μοναχικός ήχος Υγρός ερωτικό βογκητό Κόκκινη κλωστή που γυρίζει στο πουθενά Ένα χτένι Ένα κουδούνισμα από τσόφλι καρύδας Σκέψη μισή Ένα καράβι με πανιά γερμένα στη ζεστή υγρασία Αποχαύνωση

Κι έπειτα σε είδα στα ραμπάμπ που διατηρούσαν κάτι από την ισχυρή μαγεία Των δαχτύλων σου Του αντίχειρα Dubre του δείκτη Merak του μέσου του παράμεσου-μεγάλο κύπελο Δείκτες για το Polaris Έτσι θα είμαστε Ένα Όπως ο Mizar και ο Alcor από ασφυκτική εγγύτητα Σε είδα στη θάλασσα και στο ρετσίνι Του φλοιού και στα κυπαρισσόμηλα Στα νούφαρα και στα ώριμα σταφύλια στα ξεχασμένα ναυάγια στην τσιγγάνικη φωτιά

Κι έπειτα σε ξαναείδα στο Ισλάμ Σ’ένα σεράι που ήμουν Καντίν ευνούχοι οδαλίσκες Με στολισμένους αφαλούς και στα μάτια Λαμπερές σταγόνες στα μπράτσα βραχιόλια δαντέλες φτερά στους ώμους που τις έκαναν να μοιάζουν Με πολύχρωμες γιγάντιες πεταλούδες Αρώματα της φωτιάς Με αφύπνιζαν και με ξεσήκωναν Όπως κάθε φορά το μαύρο μπλε Που κρέμεται από τα παράθυρά σου

Σ’ελαφρές φελούκες δοξάζεις ήβες
πιάνω εγώ με τα χέρια μου τις στάχτες

Κι έπειτα φαίνονται ηλπικυίες και τετρωμένες αιώνια στον ορίζοντα οι όχθες του Νείλου
Και κει σε βλέπω ερωτευμένο με την Καντίν να χαμογελάς στον ουρανό Και ή αυτός χαμηλώνει ή εγώ ψηλώνω τόσο που να έτσι να απλώσω το χέρι μου φτάνω την Ursa Major με τη χούφτα μου στη δίνω Μόνο ουρανός μπορεί να ξεριζώσει το κυπαρίσσι Μπορεί και τόσες άγνωστες λέξεις που τρέχουν ανάμεσά μας Αυτές Μας ενώνουν σταθερά τότε το βλέμμα σου είναι ενός άντρα ασυνήθιστου στην κατάφαση Ενός άντρα που μ’έχει κιόλας πει Νύχτα Κι ας μην το’πε με το στόμα Αυτός είναι ο μόνος ειλικρινής και αληθινός λόγος στην κατοχή μου Και είναι μόνο ο λόγος αυτός που δεν θα ζητήσω ελεημοσύνη στη σκιά που ρίχνει η φωτιά σου Εγώ άλλωστε είμαι η Νύχτα κι ο κόσμος ανάποδα







Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

το κοπάδι


Στο απόλυτο σκοτάδι
Πλησιάζει το νησί
Το κοπάδι

Στήνει παγίδες στην ακτή
Που σαν λαβύρινθος
έχει σκαφτεί
απλώνει δίχτυα πετονιές
Το κοπάδι

Το κινέζικο γεράκι έχει στο
στήθος μου κρυφτεί
που σαν λαβύρινθος
έχει σκαφτεί
Κατάπιε της πετονιάς
Το αγκίστρι

Τώρα θα το θηλάζω
Ακόμη μήνες τρεις
Και θορυβώδεις ώρες
δύο ασημιές μανόλιες

Τώρα πρέπει να βρω
Αέρα τον πιο καθαρό
να το φυσήξει
Κοντά στο ταμαρί

Να φέρω μελισσάδες
Απ’το δάσος το υγρό
Να σκάψουν τούνελ
αναπάντεχο
Να ξεφύγει το γεράκι

Το κοπάδι αρχίζει να καλεί
Με κακόφρονα καλέσματα
Συντηρεί
το μαύρο στόλο

Τρεις μέρες μόνο ζει
Χωρίς το μέλι
Το γεράκι
Στον άσπρο μώλο

Να προλάβω

Να του φτιάξω
μάτια σωληνοειδή
Από κει να
ρυθμίζει την ποσότητα
Πρόσληψης της αλμύρας
Από ασκούς της μοίρας


Ορχιδέες μανιτάρια μύρτοι
Ήχοι από διαφορετικά πουλιά
Διαπερνούν τη βαθιά φωλιά

Λιβελούλες υποφέρουν
Θυελλοπόροι κινδυνεύουν

Μεγάλη απώλεια νύχτας

Στο απόλυτο σκοτάδι
Μένει για πάντα στο νησί
Το κοπάδι
να νεκρώνει ό,τι ζει

Αν και με άγκυρα βαριά
Του ρίξαν σαν μαστίγιο
Στη διάφανη φτερούγα
Το γεράκι-μου-αποδρά



Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

μη με κλειδώνεις

Εγώ δε ζω εδώ ζω όπου ξεχαστώ κι όπου περνά ο ποταμός μου νερό ασταμάτητο μονοπάτι απάτητο κρυφό στο διάβα αυτού του κόσμου Μη με κλειδώνεις μη μου χρεώνεις τη ζωή Μη με κλειδώνεις μη με χρεώνεις ψάχνω μια λέξη μια σιωπή κι εσύ με λιώνεις Ήμουνα πάντα αλλού στο χρόνο του απρόσμενου καιρού που θες και δεν αντέχεις Έλα μην έρχεσαι κι ας μη σε δω ποτέ κι ας είσαι όσα θέλω κι όσα έχεις Μη με κλειδώνεις μη μου χρεώνεις τη ζωή Μη με κλειδώνεις μη με χρεώνεις ψάξε αλλού να βρεις γιορτή Όσα μας λείψανε λείψανα γίνανε ν'αγιάζουν της ζωής την αφθονία Έλα όπως έρχεσαι κορίτσι[...]μικρή προσωρινή αθανασία






Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Personal Jesus


Οι γερανοί περαστικοί
στην έρημη έκταση
ανάμεσα στα μάτια
Στο λαιμό και στον αυχένα
δύο παπιγιόν με φτερά κλειστά
Κατάκλιση εγκεφάλου
η πιο ερωτογενής ζώνη
μέσα στο κεφάλι
Που
Ενώνονται οι κεραίες
όταν αδέξια
Από χιλιάδες μικροσκοπικά μόρια
αριθμητικών στοιχείων
Αναπτύσσεται η επιθετικότητα
των αρνητικών προσήμων
Βαριά φορτία οι πολιτείες

η χρήση τους επιτρέπεται
από οποιονδήποτε μπορεί
Εξ’ού και κόρεσε

γι’αυτό μεγαλύτερη αξία έχει
που δεν
Κρατάω τίποτα στα χέρια
υποσχετικό
Δεν κρατάω τίποτα
που
να επιστρέφει στο κενό
ν’αναπαλαιώνεται
από
προπατορική ανάφλεξη
Οι κεραίες κάποτε φθονούν ακαριαία

Εντυπωσιακό χαρακίρι

για να σκύψεις να κοιτάξεις κατόπιν
Τα σπλάχνα σου
να δεις
αν είσαι εντάξει
Η νεκροφάνεια είναι
η πιο ύπουλη σύμβουλος
για αφηγηματική κατανάλωση
Ετεροδιηγητική
μηδενική εστίαση
Συνειρμοί απρόβλεπτα κινδυνευμένοι
Οικείες καλλονές παρακμές

για αδίνητα σάγματα λέξεων


πενθήβοη ευθυγράμμιση


έλλειψη διακυμάνσεων
Υποχρεωτικά ξεχασμένος

κι αν είσαι
Ελκυστικά φωτίζονται

τα άσχημα μέσα σ’αυτή την πλάνη
Δηλαδή άσωτες γειτνιάσεις


με ρούχα κρεμασμένα

σε ηλεκτροφόρα σύρματα
Παλαιάς λογικής και τρέχουσας ηθικής


και τα ρέστα
Από κάλπικη πέτρα Βερολινέζικη


μεταφρασμένη σε αρμονία θαύματος
Ευτελούς θεάματος

παντομίμας και

γονυκλισίας

αυξανόμενη αγοραπωλησία

Οι γερανοί περαστικοί

τα φτερά κλειστά

οι κεραίες φθονούν


Έρημες εκτάσεις

“your own personal jesus”

ανάμεσα στα δάχτυλα



Σάββατο 9 Μαΐου 2009

πέπρωται


Κάποτε ίσως χρειαστεί να μονομαχήσουμε
υπτίως σε δρόμο παρακαμπτήριο
Με κλονισμένο μυαλό μπορεί
στην τάφρο μιας νευρικής ανάμνησης
Ακαριαίοι ακραίοι βουβοί δήμιοι
φλογεροί και φθονεροί που εμφιλοχωρούν
σε αθωότητα σκληρή
Προσδοκώντας ολοκαύτωμα
προσωρινό διακόνημα
Αλλά το νόημα που θα συμβαίνει
Θα έχει χάσει το νόημά του
αφού παρεπιδημεί στα πάρεργα
Στείρου φρέατος
Ως υποτιμημένη υποχρέωση
στις επιούσιες ανάγκες
παραφυάδες ανώνυμων πόνων
κάποτε όταν δεν θα είμαστε
οι πέτρες που το ποτάμι τις κυλά
ή όταν δε θα είμαστε το ίδιο το ποτάμι
παρά ομοιοτέλευτοι μυχοί μοιχοί

Κάποτε ίσως χρειαστεί να μονομαχήσουμε
Με αφορμή το παραπλανητικότερο δίλημμα
Ολβίου χρηστού δήγματος
Σε δαιδαλώδη προθάλαμο περίπλοκου
Μορφώματος αιθάλης
Φτερά τραύματα αίμα ενοχές

Επικούρεια λείψανα ραντισμένα μελάνη
Σε θαλάμι από καρφίτσες αγκύλια
κεντριά

Τότε θα χρειαστεί να μονομαχήσουμε
Για το τίποτα




Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

στην αιολική διάλεκτο


Διαβάζει κρυφά αγιολόγια Αιώνια ξεγελασμένη
Είδωλο αιθέρος και σκέψη που προηγείται αξιοθρήνητης μοίρας
Με ανακλαστικά άτονα τον αφήνει να περνά παρελαύνοντας με τιάρα χρυσή
Ακέραιος μάλλον με βαθύτερη την αφή με βαθύτερη την αφή να τον αποχαιρετήσει με βαθύτερο ουρανό όλο τον ουρανό με βάμβακα βρεγμένο σε ορό φωσφόρου
Του ακουμπά τα μάτια με όλη την αφή όλων των ματιών και των χεριών
Αναβαπτισμένη σε κάτι που μοιάζει με απροστάτευτη αθωότητα
Στην αιολική διάλεκτο αγαμέτης έτσι να τον αποχαιρετήσει
Αδρανεί με ειδωλολατρικές προλήψεις και χέρια σταυρωμένα
Μπροστά στη γη της επαγγελίας του είναι λευκή καμήλα
Ένα γυμνό κλαδάκι πλάι στο ποτάμι μηδαμινότητα
Τον αφήνει να μουντζουρώνει τη ζωή της
Νυν υπέρ πάντων το νερό
μαίνεται ασώματη στο μάταιο παιχνίδι του υπνοβάτη σε υποσύνολα χάους
που της όρισε ν'απορεί με τι πρέπει να πρωτοταϊσει από κείνη
Για να παραδοθεί στο άτεγκτο παραδοσιακό πρωτόκολλο
Ολοκληρωτικό όπως το σχήμα και το σύμβολό του
Αδράχτι οιστρηλατεί τις πιο μακάριες εμμονές
Μεταστρέφοντας εν σιγάσει το δικαίωμα και τη δυνατότητα
Της ξιφουργικής σε μια όρχηση πανδαμάτορος ομηρίας
Που παραφθείρεται από τη σφοδρότητα της λάμψης του
Έχει λάμψη η νύχτα του έχει λάμψει ο φόβος η κορυβαντική του προπέτεια
Τον επιθυμεί αλλόκοτα μόνη αλλόκοτα συνεπής και αείφορη
Να χοροπηδά πάνω από ερείπια συντρίμμια
Έτσι να τον αποχαιρετήσει
Με όλη τη βαθύτερη όλη τη μόνη αφή



Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

λόγια που φύλαγα


Φώτα που σβήνουν πόλη που ξυπνά άστρα και φεγγάρια χλωμά Νύχτα που φεύγει ρίγος πρωινό κι ένα όνειρο ζωντανό Ήσυχη θάλασσα γλάροι λευκοί μόνον εμείς στην ακτή χρόνια σε γύρευα λόγια που φύλαγα σου ψιθυρίζω στ' αυτί Νύχτα βάλσαμο μέρα βάσανο μα εσύ δε λες να φανείς Όνειρα έσπειρα όνειρα θέρισα και δε μου φταίει κανείς Ήσυχη θάλασσα γλάροι λευκοί ούτε ψυχή στην ακτή Όνειρα έσπειρα όνειρα θέρισα κάποτε κάποιο θα βγει Φώτα που σβήνουν όνειρα μισά σπίτια και φανάρια σβηστάΜπρος στον καθρέφτη πάλι θα σταθώ σαν παράθυρο ανοιχτό άβαφο πρόσωπο βλέμμα γνωστό έμαθα να σ' αγαπώ χρόνια σε γύρευα λόγια που φύλαγα είναι καιρός να σου πω

λόγια:Μιχάλης Γκανάς
μουσική:Ara Dinkjian



ο θυμός μου είναι ζώο ζοφερό


O θυμός μου είναι ζώο ιερό Περισσεύει και μουγκρίζει σαν θεριό Με οινο-πνεύματα ακριβά Απ’τα χείλια κρέμεται Δεν τον πιάνουν τα παυσίπονα σωρό Θεραπεύεται μονάχα με αϋπνία
Ηρεμεί στα τελευταία θρανία Θρυμματίζει παξιμάδια στην κηδεία Και σχολάει στην απεργία Ο θυμός είναι υπερφίαλος Ρομπέν Φτύνει σάλια με ρομαντικό Σοπέν Ο θυμός μου είναι ζώο ζοφερό Τον διαλέγω και κρυφά τον προσκυνώ Η αρχαία του ψυχή φεγγοβολά Και ποτέ ποτέ ποτέ δεν με πουλά Βότανα που θεραπεύουν Και τσιγάρα που ηρεμούν Ο θυμός τα καταπίνει
Για να πει σεβιγιορούμ Τις ευφρόσυνες κατάρες όλες Τις αφομοιώνει Και γκρεμίζει ευλογίες Σταθερά από το μπαλκόνι Στις αρμονικές του ώρες Που διπλά σκηνοθετεί Αστρικές γειτονιές πρωινή η Πέμπτη αθετεί Ευφευρίσκει αποδέκτη Εκλεκτό κι αφηρημένο Αυθαίρετα επιλεγμένο
Σύζευξη δυσανάλογη Ιδανική και άλογη Ο θυμός μου είναι ζώο καθαρό Και βροντά όπως το σήμαντρο Σε γιορτής εσπερινό Τον κουρδίζω σαν τσιγάρο Κάτω από το μπλε φουγάρο Τον κοιμίζω σαν μωρό Και τον θέλω αστραφτερό Κάτω κάτω στο φουρό Με θέρμη απαράμιλλη Τον λαγνοχαιρετώ


Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ασθενώ στο μπάνιο


Αυτό το αιμόφιλο παιχνίδι
κερδίζω χάνω
Θα το χάσω αηδώς
Αοιδός
αγχιστείας


Το δοκίμασα
πρώτα
στον ιπτάμενο σκίουρο
άρχισε η αερολίσθηση
Χωρίς πλωτήρες
γεμάτη μπανιέρα
Την τελευταία στιγμή
Όταν όλα έμοιαζαν χαμένα
πήρα τη ρεβάνς
έδρεψα δάφνες
Του αβροδίαιτου
φιντεϊσμού

Αναβάλλω γυρίσματα
προ-παιδεύω καλά ψευδαισθήσεις
Ώστε να τηρούν αδήμονα σιωπή



Τρίτη 5 Μαΐου 2009

της Αγίας Ειρήνης του 2000


βρυχώμενο ξημέρωμα της Αγίας Ειρήνης 2000
από εγκοσμίου άμβωνος διαρρηγνύεις το όνειρο
πάλι αντί εμένα

στην Αθήνα λησμονούσα τις παπαρούνες
τα κεράσια τις φράουλες

και μόνο τα ποιήματα καλλώπιζα με κόκκινο
παράκτιο κέλυφος να σε συνοδεύουν στα Στάγειρα

όχι από καλοσύνη από κακία το έκανα
να έχεις κατασκόπους όταν διανυκτερεύεις
για επευφημία και υστεροφημία


στον υπνωτισμό εγώ ν’αγοράζω σατύρους
για τις
αφίξεις στο Αιγαίο
* ενυδρείο
-το θεοποιούσες κι εγώ το αποθέωσα-

χαριζόσουν δωρητής
εντόπιου πνιγμού
καθ’υπόταξη σύνδεση
με την παρακάτω

υποτροπική έρημο που της
έβαλες αντικλεπτικό σύστημα και το ισόβιο πια
άλγος με μετέτρεψε σε μυστηριώδη μπλε και άπτερη
πεταλούδα που κατάπινε τα πούπουλα και τους κλέφτες
κι έπινε κρασί από λήκυθο περιστρεφόμενη

τα καλώδια πυρακτώσεως διήρκεσαν
πάνω από δέκα νύχτες
και φυσούσα στο κέρατο τρεις φορές
-μου το’χε ψιθυρίσει κι αυτό η Άλισον στον ύπνο.
όλο το τυπικό μου διέφευγε.συγκράτησα μόνο το φύσημα-


κατά παράταξη


Σε λένε Μάυρον και είσαι υπεύθυνος για τις αγγελίες και τις αναγγελίες σκύλων
Σε λένε Μάυρον και στο Αλπ-Ντουέζ με περιοδικό πυρετό
Και την ετυμηγορία του σπασμένου ποτηριού στα u-turn
Στοιχηδόν στα απομονωτήρια στοιβάζεις τα κομμένα παγάκια

μυωπικά στρατιωτάκια που σιχαίνονται τα μουστάκια της γαρίδας
κι όμως αυτά φιλάνε κάθε πρωί
Σε λένε Μάυρον και είσαι ακτένιστος φρεσκοβαμμένος αλλήθωρος ασθενικός ταχυδρόμος


Κάτω από τα μαξιλάρια σου βρίσκουν καταφυγή τα παράφρονα χέρια μου που έχουν γράψει σελίδες επιστολών που παρέμειναν άταφες

Μόνο για την τελετή επικύρωσης διαττόντων λυγμών
Μόνο για να φαιδρύνουν με θυρεούς τις τρίγωνες αφέσεις




*. «Ναι.Ναι.Ναι.Το Αιγαίο
Μου πιπιλάς το μυαλό
Λες ξανά ξανά ξανά
Περί ασημένιων ποιημάτων
[…]
Γαμώ το Αιγαίο σου γαμώ
Χάθηκε η ζωή μου»

Της Μαίρης Αλεξοπούλου
Από το Ξενοδοχείο Σαπφώ
Δωμ.301



λόγια:Οδυσσέας Ιωάννου
μουσική:Παντελής Θαλασσινός
ερμηνεία:Δημήτρης Μητροπάνος

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Άλισον

Της Άλισον από παιδί της άρεσε να χτενίζει τα μακριά μαλλιά της που έφταναν ως τους αστραγάλους.Μετά έβγαινε στον κήπο,σε μια μυστική γωνιά που κανείς δεν γνώριζε και μίλαγε με τη χτένα της.Από μικρή συνειδητοποίησε τις υπερφυσικές της δυνάμεις και κατάλαβε ότι μπορούσε να μεταμορφώνει τα ψάρια που ξεπηδούσαν από τα μαλλιά της σε ελικόπτερα που πετούν.Τάιζε τα σκουληκάκια με κραγιόν που έκλεβε από τη μαμά της και κείνα γίνονταν άλλοτε πορφυρά ραβδάκια και άλλοτε χρυσές καραμέλες.Πολλές φορές είχε μεταμορφώσει χωρίς περιορισμό,διάφορα αντικείμενα και μπορούσε να μετατρέψει και το νερό σε φωτιά.Όχι όμως το αντίστροφο.
Στην εφηβεία της κατάλαβε ότι και σε μερικούς ανθρώπους επιβάλλεται η μεταμόρφωση.Ιδίως σε κείνους που δεν μπορούν να αποφυλακιστούν από πλάγιες ομιλίες και μοίρες κεκλιμένες.Με ευλάβεια λοιπόν αναλάμβανε την απόδρασή τους.Τα κατάφερνε περίφημα.Επειδή όμως στη ζωή θα υπάρχουν πάντα κι εκείνοι που γεννιούνται «νεκροί» και που θα ζουν από τις ιστορίες δανεισμένες-αυτούς η Άλισον τους αντιπαθούσε μέχρι μίσους-, τους ξαναγύριζε στην αληθινή ζωή σαν ζωύφια ξετρελαμένα.Όσοι θέλουν να κρυφοδιαβάζουν το πεπρωμένο τους σε ιστορίες άλλων πάσχουν από δανεικές υποψίες σε φιάλες υγραερίου.Όσοι θέλουν να συρρικνώνουν το αλφάβητο των σιωπηλών δαχτύλων και να το σφραγίζουν ραμμένο με ατσαλοκλωστές,σ’αυτή την ψευδαίσθηση δεν μπορούν να σώζονται,επειδή δεν έχουν καμία ωραιότητα.Και ό,τι έχουν ή νομίζουν πως έχουν είναι ξεφτισμένο και ψεύτικο.Αν-σε κάποιες περιπτώσεις-καταφέρουν να στερηθούν τον ιδρυματισμό και οπλίσουν τις ώρες της άγρας τους με ατενή αέρα μυστικό,ίσως ξεπλύνουν το αίμα τους με λίγη αλμύρα που θα κάψει τα παρασυνθήματα της οργής τους.Μόνο που,προσποιούμενοι το πρόσωπο ευφραίνονται σε συστραμμένες αντιφάσεις που ως πασσαλοπήγματα σε τελετές αναθηματισμού,εφήμερες και άνθινες,πενθούν σφαλιστά τους διαβατάρικους κινδύνους ή και τους μονιμότερους.Κόνδορας που το νερό φιλάει είναι δράκος.Αυτό μου το είπε η ίδια η Άλισον μια νύχτα που τη συνάντησα στον ύπνο μου. Μου είπε ακόμα ότι τώρα ζει σ’έναν καταυλισμό από γαλάζιες μάγισσες που κάηκαν στην πυρά και ο θρήνος της είναι ευάρεστος καθώς διαρκεί ως προαναγγελθείς για την αιώνια εξορία της στο Νερό.


Σάββατο 2 Μαΐου 2009

biddi-beddak sokkar?

Θα γράφω για σένα κι ας το πληρώνω για όσο.Τον πόλεμο που άνοιξες με μένα θα τον θυμάσαι.Λέξεις θες και ναι και όχι σε στύση ακατάβλητη. Ακόμα κι αν βρεθείς σε άλλο ημισφαίριο. Καλύτερα εσύ από μάτια στραγγισμένα. Δες,ετοιμάζομαι.Έγραψα στο κορμί σύμβολα πολέμου και το πρόσωπο έβαψα με μαύρες γραμμές. Μου σφηνώνεις τη σφαίρα στον καρπό κι ανάμεσα στα δάχτυλα.Ασήμαντες αιμορραγίες.Για σένα θα γράφω είτε θες είτε όχι με μπαρούτι πια.Δεν θα εκβιάσω κανένα αποτύπωμα σκαληνού θεού.Με μια μικρή παραλλαγή στα ρήματα και στις αντωνυμίες γίνεσαι πυρηνική βάση. Μοιάζει ιδανικός ο πόλεμος αυτός και οι ένας σωρός λεπτομέρειες που κάθομαι και σχεδιάζω και καταγράφω.Καλύτερα εσύ κι ο πόλεμος παρά μέτρο και χλιαρότητα.Καλύτερα εσύ και τα φιλήδονα φυτίλια σου παρά αλχημιστές εσωτερικής και βραδείας καύσης και κατανάλωσης.Η βλάβη είναι δική μου αναμφίβολα.


Καλύτερα εσύ από το να μου κατοχυρώσουν δεκανίκια.Αριθμοί.Τηλέφωνα.Ώρες.Οσμή καμμένου.Στην ίδια ερειπωμένη παράλληλο.Αδούλωτος και πυρός περιρρέεις και φέγγεις με τελετουργική σημασία.Είναι το μαντικό παραμύθι τέτοιο.Στην έκτασή του γίνεται τελετή Ελευσίνιου Μυστηρίου.Λευκός άνεμος.Καταπιεσμένη φτερούγα. Λάμψη ορμητική κι αναστατωμένη διαπερνά το αίμα.Η νύχτα εκείνη η ερημιά εκείνη που σφίγγει τους κροτάφους.Η φωνή σου κομματιασμένη να σέρνεται στο ντιβάνι κι η στάχτη ακόμη ζεστή.Οι λέξεις ανεβαίνουν παλίνδρομα κυλούν.Τις τεντώνω σαν νεύρα και αδένες.Τις τρέφω σαν ξύλα και τρέφομαι -σαράκι- από αυτές.

Ο σταυρός μου από κατάρτι είναι φτιαγμένος.Ολόκληρος είναι κατάρτι.Καλύτερα να με χαράζεις εσύ κι έτσι χαραγμένη να πέφτω στη μάχη.Θύσανος καλαμιάς.Καλύτερα να με οργώνει η θλίψη σου παρά το δάγκωμα από ξένους σκορπιούς.Να δω τι θ’απογίνουν εκείνα σου, που χάιδεψα.Τι σου’μεινε από τα χάδια τι μού’μεινε απ’τους σπονδύλους.Απών.Καλύτερα εσύ από σχισμένες γάζες και χειρουργεία.Τι μπορεί να πονέσει περισσότερο από σένα ?Η λάσπη.Ασημίζει ο πόνος τις ερημιές σου.Τις σκοτεινιές σου.Τυραννία είναι το κέρδος και η νίκη.Βαραίνουν το χαρτί μου.Αυτό είναι το πιο αβάσταχτο φορτίο.Γραμμές είναι η χαριστική βολή.Μα μην ξεθωριάσουν.Τεντώνω και τα όνειρά μου.Να σε φτάσουν.Να με πνίξει η χαρά.Να κολυμπήσω κόντρα στα ρεύματά της και να γεμίσει ο θώρακάς μου από τις σφαίρες σου.Να διπλωθώ στα δύο.Για να πλανιέμαι σαν μικρή παλάμη όταν εσύ θα έχεις γίνει δέντρο της Αχερουσίας,να σου χαϊδεύω τα γκρίζα και γυμνά κλαδιά.Όταν θα έχω αποτύχει σε όλες τις προσπάθειες να σε βρω,μετερχόμενη φυσικά μέσα,όταν θα παρανοώ και θα σιχαίνομαι τα σωσίβια και τα προτιμώ για χίλιες ζωές εσένα και τον πόλεμο από οποιαδήποτε σωτηρία.Για να ξοδεύω ζωή και χαρά μόνο για τον πόλεμό σου.Για να μην ξέρω ποιο το μαύρο ποιο το λευκό. Για να μπερδεύομαι στο σωστό και στο λάθος.Και να μην προλαβαίνω τις ήττες και τις σιωπές.Μού’ρχεται να γονατίσω.Ποιος πονάει αλήθεια.Δεν υπήρξαμε παίκτες,για να μην αναρωτιόμαστε.Εσύ κι εγώ έχουμε πόλεμο κι έχουμε τον πόλεμο.Χίλιες φορές καλύτερα εσύ.Στοιχειώνει ο πόλεμος και την πόρτα σού ανοίγω.


Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Το Πάθος Του Λέγειν


Αυτός ο άντρας ή γυναίκα,κυοφορεί πολλούς ανθρώπους.Οι άνθρωποι ξεφυτρώνουν από τους πόρους του.Με τέτοια πήλινα ομοιώματα αναπαριστούν οι Ινδιάνοι Χόπις του Νέου Μεξικού τον αφηγητή:ο αφηγητής,αυτός που εξιστορεί τη συλλογική μνήμη,είναι ολάνθιστος ανθρωπάκια.


Η λειτουργία του αναγνώστη/1


Όταν η Λουσία Πελάες ήταν πολύ μικρή,διάβασε στα κρυφά ένα μυθιστόρημα.Το διάβασε κομματάκι κομματάκι,από νύχτα σε νύχτα,κρύβοντάς το κάτω από το μαξιλάρι.Το είχε κλέψει από την κέδρινη βιβλιοθήκη όπου φύλαγε τ'αγαπημένα του βιβλία ο θείος.

Αργότερα,καθώς περνούσαν τα χρόνια,η Λουσία περπάτησε πολύ.

Γυρεύοντας φαντάσματα,περπάτησε στον ποταμό Αντόκια πατώντας στα κατσάβραχα,και γυρεύοντας ανθρώπους,περπάτησε στους δρόμους των βίαιων πολιτειών.

Η Λουσία περπάτησε πολύ και,στη διάρκεια του ταξιδιού της,συνοδευόταν πάντοτε από απόηχους των απόηχων εκείνων των αλαργινών φωνών που είχε ακούστει με τα μάτια στα μικράτα της.

Η Λουσία δεν ξαναδιάβασε αυτό το βιβλίο.Δεν θα το αναγνώριζε πλέον.Τόσο έχει μεγαλώσει εντός της,που τώρα είναι άλλο,τώρα είναι δικό της.


Η λειτουργία του αναγνώστη/2


Συμπληρωνόταν μισός αιώνας από το θάνατο του Σέσαρ Βαγιέχο και προγραμματίστηκαν εορτασμοί.Ο Χούλιο Βέλεθ διοργάνωσε στην Ισπανία συνέδρια,σεμινάρια,εκδόσεις και μια έκθεση η οποία παρουσίαζε εικόνες του ποιητή,της χώρας του,της εποχής και των ανθρώπων του.

Όμως εκείνες τις ημέρες,ο Χούλιο Βέλεθ γνώρισε τον Χοσέ Μανουέλ Καστανιόν.Και τότε,κάθες φόρος τιμής του φάνηκε μηδαμινός.

Ο Χοσέ Μανουέλ Καστανιόν ήταν λοχαγός στον ισπανικό εμφύλιο.Μαχόμενος υπέρ του Φράνκο,είχε χάσει ένα χέρι και κερδίσει μερικά μετάλλια.

Μια νύχτα,λίγο μετά τη λήξη του πολέμου,ο λοχαγός,ανακάλυψε κατά τύχη ένα απαγορευμένο βιβλίο.Έσκυψε,διάβασε ένα στίχο,διάβασε δυο στίχους,και πια δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει.Ο λοχαγός Καστανιόν,ήρωας του νικηφόρου στρατού,πέρασε όλη νύχτα ξάγρυπνος,αιχμαλωτισμένος,διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τον Σέσαρ Βαγιέχο,ποιητή των ηττημένων.Και ξημερώνοντας εκείνη η νύχτα,αποκήρυξε το στρατό κι αρνήθηκε να ξαναεισπράξει έστω και μία πεσέτα από την κυβέρνηση του Φράνκο.

Κατόπιν τον φυλάκισαν.Και πήρε το δρόμο της εξορίας.



Εδουάρδο Γκαλεάνο


1η Μαϊου


To Σικάγο είναι γεμάτο εργοστάσια.Υπάρχουν εργοστάσια ως και στο κέντρο της πόλης,γύρω από το ψηλότερο κτίριο του κόσμου.Το Σικάγο είναι γεμάτο εργοστάσια,το Σικάγο είναι γεμάτο εργάτες.
Φτάνοντας στη συνοικία Χεϊμάρκετ,ζητώ από τους φίλους μου να μου δείξουν το σημείο όπου το 1886 απαγχόνισαν εκείνους τους εργάτες τούς οποίους τιμά ολόκληρος ο κόσμος κάθε πρώτη Μαϊου."Κάπου εδώ πρέπει να είναι",μου λένε.Μα κανένας δεν ξέρει.
Στην πόλη του Σικάγου κανένα άγαλμα δεν στήθηκε στη μνήμη των μαρτύρων του Σικάγου.Ούτε άγαλμα ούτε αναμνηστική στήλη ούτε μπρούτζινη πλάκα ούτε τίποτα.
Η Πρωτομαγιά είναι η μοναδική αληθινά παγκόσμια μέρα σύμπασας της ανθρωπότητας,η μοναδική μέρα κατά την οποία συμπίπτουν όλες οι ιστορίες και όλες οι γεωγραφίες,όλες οι γλώσσες,οι θρησκείες και οι πολιτισμοί του κόσμου.Αλλά,στις Ηνωμένες Πολιτείες η Πρωτομαγιά είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες.Εκείνη την ημέρα οι άνθρωποι εργάζονται κανονικά και κανένας,ή σχεδόν κανένας,δεν θυμάται ότι τα δικαιώματα της εργατικής τάξης ούτε από το αυτί καμιάς κατσίκας ξεφύτρωσαν ούτε από το χέρι του Θεού ή του αφεντικού.
Μετά την ατελέσφορη εξερεύνηση του Χεϊμάρκετ,οι φίλοι μου με πηγαίνουν να δω το καλύτερο βιβλιοπωλείο της πόλης.Και όπως σκαλίζω,ξεθάβω εντελώς τυχαία μια παλιά αφίσα που με περίμενε,θαρρείς,χωμένη ανάμεσα σε πάμπολλες άλλες αφίσες κινηματογράφου και ροκ μουσικής.
Η αφίσα έχει τυπωμένο ένα αφρικάνικο ρητό:Μέχρι ν'αποκτήσουν τα λιοντάρια δικούς τους ιστορικούς,οι ιστορίες θήρας θα δοξάζουν τον κυνηγό.


Λένε οι τοίχοι

Στο Μπουένος Άιρες,στη γέφυρα Λα Μπόκα:Όλοι τάζουν αλλά κανένας δεν κρατάει τις υποσχέσεις του.Ψηφίστε τον κανέναν.
Στο Καράκας,σε καιρούς κρίσης,στο έμπα μιας από τις φτωχότερες γειτονιές:Καλώς όρισες,μεσοαστική τάξη.
Στην Μπογκοτά,στη στροφή του Εθνικού Πανεπιστημίου:Ο Θεός ζει.
Κι από κάτω,με διαφορετικά γράμματα:
Εκ θαύματος και μόνον.
Πάλι στην Μπογκοτά:
Προλετάριοι όλων των χωρών,ενωθείτε!
Κι από κάτω,με άλλα γράμματα:
[Τελευταία αναγγελία.]


Η Πείνα

Ένα σύστημα αποσύνδεσης:Μονάχο του το βόδι μια χαρά ξέρει να γλείφεται.Ο πλησίον ούτε αδελφός σου είναι ούτε εραστής σου.Ο πλησίον είναι ανταγωνιστής,εχθρός,εμπόδιο προς υπερπήδηση ή αντικείμενο προς χρησιμοποίηση.Το σύστημα,όπως δε δίνει φαϊ,έτσι δεν δίνει κι αγάπη:καταδικάζει πολλούς σε πείνα ψωμιού κι ακόμη περισσότερους σε πείνα αγκαλιάς.






Ο Θεός των χριστιανών,ο θεός της παιδικής μου ηλικίας,δεν κάνει έρωτα.Ίσως είναι ο μοναδικός θεός απ'όλους τους θεούς όλων των θρησκειών της ανθρώπινης ιστορίας που δεν έχει κάνει ποτέ του έρωτα.Όποτε το σκέφτομαι,τον λυπάμαι.Και τότε του συγχωρώ ότι υπήρξε ο τιμωρός υπερμπαμπάς μου,αστυνομικός διευθυντής του σύμπαντος,και σκέφτομαι ότι,στο κάτω κάτω της γραφής,ο Θεός μου στάθηκε σαν φίλος εκείνες τις μακρινές εποχές,όταν εγώ πίστευα σ'Εκείνον και πίστευα ότι Εκείνος πίστευε σ'εμένα.Τότε λοιπόν,την ώρα των μαγικών ψιθύρων,ανάμεσα στη δύση του ήλιου και στην ανατολή της νύχτας,τεντώνω το αυτί και νομίζω πως ακούω τις μελαγχολικές εκμυστηρεύσεις του.


Εδουάρδο Γκαλεάνο.