Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

un amor


Τους είδα μετά από χρόνια στο δρόμο για τον Κάβο. Αυτός να βηματίζει πρώτος, βιαστικά, με το φαναράκι στο χέρι. Κι εκείνη, η Μαριάνθη η μοδίστρα, να τρέχει πίσω του,τόσο αέρινα, σαν φτερωτό ξωτικό. Κόντευε βράδυ. Στον Άγιο είχαν το πανηγύρι κι απ’το Ξώμπουργο ερχόταν μελωδίες από flamenco.Λυσσομανούσε ο αέρας κατακαλόκαιρο. Μύριζε ο μάραθος και τα αλμυρίκια. Τους είχα δει άλλες δύο φορές,ήμουν μικρότερη. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Και τότε το ίδιο έκαναν. Αυτός βημάτιζε νευρικά,κρατώντας το φαναράκι στο αφώτιστο μονοπάτι μέχρι τον παλιό φάρο. Εκείνη πίσω του, με λυτά μαλλιά και λευκό φόρεμα.Ξυπόλητη.Στο αυτί της στέριωνε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Σύχναζα εκεί-όπως και τώρα- για βραδινό μπάνιο και για να χαράζω στα βράχια με το σκαλίδι μου. Μου άρεσε να χαζεύω και τις ψαρόβαρκες στο πέλαγος, να ρίχνουν τα παραγάδια τους.Την επομένη ξαναπήγαινα να δω τι είχε αφήσει η βραδινή αλμύρα και το κύμα απ’τα χαράγματά μου.Τι είχε σωθεί. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, για ποιο λόγο έτρεχαν εκεί, σε μυστική και αγχωμένη, λες ,συνάντηση, ενώ ήταν από χρόνια παντρεμένοι. Αυτός, παλιός ναυτικός κι εκείνη η καλύτερη μοδίστρα στο νησί. Αγκαλιάζονταν σφιχτά και χαϊδεύονταν με φλογερό πάθος. Σαν να είχαν καταπιεί ολόκληρες υπνοφόρες παπαρούνες. Φιλήθηκαν και πίστεψα πως ο φάρος άρχισε να τρέμει. Πίστεψα πως είδα το βράχο να λιώνει.Μετά το φιλί, τη χαστούκισε δυνατά.Έσφιξα για μια στιγμή μηχανικά τα μάτια μου.Τον χαστούκισε κι εκείνη πιο άγρια.Ξαναφιλήθηκαν. Στο τέλος έσκισαν τα ρούχα τους και μ’αυτά άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Ακούγονταν ακόμη flamenco απ’το ύψωμα. Ο αέρας,ιδανικός, έφερνε δυνατό τον ήχο,καθαρό. Τότε οι δυο τους άρχισαν να πηδούν και να χορεύουν εκστατικά πάνω απ’τη φωτιά.Ολόγυμνοι.