Σεπτέμβρης Η χρωματιστή βροχή έβαφε τις ομπρέλες με τα όνειρά μας. ~~ Kώστας Στοφόρος

Πεθαίνω σα χώρα





Μια χοροθεατρική παράσταση από την ομάδα Paracoon
που βασίζεται στα έργα
"Πεθαίνω σα χώρα" και "Ανάθεση"
του Δημήτρη Δημητριάδη.
Επίσημη πρεμιέρα απόψε, Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου και
κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00 στο θέατρο OLVIO,
Ιεράς Οδού 67 και Φαλαισίας 7 (Στάση μετρό Κεραμεικός).
Τηλέφωνο: 210-3414118.
Τιμή εισιτηρίου: 12 ευρώ, 8 ευρώ (μειωμένο)
Δωρεάν είσοδος για τους ανέργους (κατόπιν κράτησης)
Οι παραστάσεις θα διαρκέσουν ως τις 5 Απριλίου 2012.





















Κώστας Στοφόρος, 15 τρομακτικά χρωματιστοί Μήνες, 4 Εποχές και μια Αποχή









Μια έκθεση από ζωγραφιές και από λέξεις...


Το περιοδικό "εξώστης" και το Art House gallery bar (Βογατσικού 4 -Θεσσαλονίκη), σας προσκαλλούν την Κυριακή 19 Φλεβάρη στις 9.00μ.μ.
στην έκθεση με ζωγραφιές της Στεφανίας Βελδεμίρη, για να δείτε 15 μήνες, 4 Eποχές και την Aποχή
"δεν", που έγιναν μικρά παραμύθια από τον Κώστα Στοφόρο. Μερικοί
στίχοι του Ναζίμ Χικμέτ, μπλέκονται στα παραμύθια και στις ζωγραφιές,
στα χρώματα και στις λέξεις. Πάντα μπλέκονται τα χρώματα με τις
λέξεις, οι λέξεις με τα χρώματα. Αφιερώνουμε στη μνήμη του Ναζίμ, όλα
αυτά τα μικρά παραμύθια και όλους μας τους ζωγραφιστούς μήνες... και
τους 15.

Έκπληξη!
Παρουσίαση της Μαγικής Τράπουλας των Παραμυθιών!
Το πρωί της ίδια μέρας (Κυριακή 19 Φλεβάρη), στις 12.00 το πρωί, σας
προσκαλούμε μικρούς και μεγάλους, για να φτιάξουμε ολοκαίνουργια και
κατάδικά σας παραμύθια! Θα είμαστε εκεί μαζί, art house gallery bar, Κώστας και Στεφανία, με
την "παραμυθοκουζίνα" μας, τη μαγική τράπουλα, με μπογιές και χαρτιά,
με παράξενα αντικείμενα, έτοιμοι να γεμίσουμε τον κόσμο... παραμύθια!


Εννοείται δωρεάν όλα!


Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι 2 Μαρτίου.


** Το ημερολόγιο ενός πατέρα



















Νάνσυ Παναγάκη, τέσσερα ποιήματα



Το εξώφυλλο "Πάνας" είναι έργο του ζωγράφου
Κώστα Τζαϊλάκη



 


Ο Δικός μου εαυτός

Η ψυχή μου ξεράθηκε, βλέπω τον πάτο
Με είχε γεμίσει της αγάπης σου η καταιγίδα
Η ψυχή μου άδεια μα το μυαλό μου γεμάτο
Γεμάτο τέρατα στων ξωτικών την παγίδα.

Βρήκαν φωλιά στ' άδειο σώμα να οικήσουν
παραμυθιού νεραϊδένια νερά στον πνιγμό μ' οδηγούν.

Κάποτε μέσα μου εσύ μόνο ήσουν.
Τώρα τα τέρατα εντός μου θα ζουν.

Αυτό το τέρας, της λύπης, του πόνου
Είναι η κόλαση, αέρας καυτός
Μα όσο περνώ μονοπάτια του χρόνου
Βλέπω πως είναι ο δικός μου εαυτός.

*
*
*
*

Ποζαρ

Να πιαστούμε απ' το χέρι
Όχι όπως το είδαμε στον κινηματογράφο
Αλλά, για ν' ανεβούμε το βράχο

Να γίνουμε αγκαλιά
Όχι για να πρωταγωνιστήσουμε
Στην αιχμή της κορφής του
για να ισορροπήσουμε.

*
*
*
*

Ο Νάρκισσος

Μέρες κρατά το πρόσωπό του στα χέρια του
και μέσα του γελά γελά γελά...
Έπειτα, περιμένει να δει τι θα τον ξεγελάσει.

*
*
*
*

Οδηγούσα επικίνδυνα

Όλοι λείπουν από την πόλη... Ωραία βρήκα ευκαιρία κι ήρθα
Σκιές αίλουρες που λούζουν τους τοίχους των φυλακών
Μας άφησαν μέσα σε αγκαλιές με ψυχοκλώνους
να κάνουμε τους κλόουν σε σπίτι από τέντα
Εκεί κρύβεται η βεντέτα των ειδών
Σε τρένα, βαγονέτα διασυρμών
Ταξίδι ειδικής ανίας
εντός παρόδου
ή ρόδου
ιδού
....


Συλλογή : Κοσμογωνία
Χειροποίητη έκδοση από την ίδια.

























































Aμαλία Ρούβαλη, τρία ποιήματα



 

Οι εκβολές του τίποτα


Εκδράμω
στις εκβολές του τίποτα
με τον γυλιό μου
γιομάτον πάντα.
'Αργυρο έχει το νερό,
ασήμι και σιντέφι.
Βουλιάξαν τα πόδια μου
στις εκβολές του τίποτα.
Πνίγεται το πνεύμα μου
στις εκβολές του τίποτα.


Αυτή τη φορά
δεν βγήκα σώα.


Απ’ το υπερπέραν
σας φιλώ.




Αυγ.2010


*
*
*
*





Συβαρίτης καιρός


Συβαρίτης καιρός
ενοχεύεται
στις λείες παρειές
νεάνιδος
με ροδαλές απολήξεις.
Ηδονοβλεπτική θέαση
λοξώς φερομένη.


Αύγουστος 2010

*
*
*
*




Παρασάγγας


Παρασάγγας
ευρέως διαδεδομένον
το μαντάτον
ες Αλεξανδρείας κόλπους
εξαπλωθέν:
ότι είμεθα φτενοί
εις το σαρκίον
και εις τον νούν
λειψοί
δηλωθέν.






Σεπτ.2010










Αμαλία Ρούβαλη






















Θανάσης Κούρτης, δύο ποιήματα









Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΒΩΤΟ)


ΙΙ
Δύο φορές αφήσαμε περιστέρια ακολουθώντας την προαιώνια μέθοδο. Καί τις δύο επέστρεψαν νεκρά πάνω σ' ένα κομμάτι συρματόπλεγμα.

Καταλαβαίνεις... μεταξύ των άλλων... είχαμε αφήσει ανθρώπους εκεί έξω.
Δεν γινόταν αλλιώς.



**
*
***

TRANSFORMERS ΔΙΧΩΣ DISERTICONS


Έκλεινε τα μάτια της και προσποιούνταν πως ήταν μια άλλη. Παλιά της συνήθεια. Όταν με κοίταζε, προσπαθούσε να είναι αυτή που εγώ ήθελα (χωρίς να της το πω) να είναι για μένα... αλλά αυτό είναι μια παλιά ιστορία. Ας επιστρέψουμε στη συνήθειά της. Κάποιες φορές λοιπόν, δεν της έφτανε να είναι μια άλλη... Καταλαβαίνεις, δεν έβρισκε αψεγάδιαστο εαυτό απέναντι στους άλλους, απέναντι στον εαυτό της. Τότε προσποιούνταν πως ήταν διάφορα πράγματα: ένα παράθυρο, ένα δέντρο, μια θάλασσα, ένα σκισμένο εισιτήριο κάποιας ματαιωμένης διαδρομής, ο κούκος που έβγαινε απ' το παλιό ρολόι, ένα σύννεφο βαμμένο ηλιοβασίλεμα, μια υπόγεια μουσική...
Γάμησέ τα φίλε΄ μπερδεμένη υπόθεση. Κι είναι που επιθυμούσε διακαώς να βάλει σε μια τάξη τη ζωή της. Μού 'λεγε πως κάποτε όλοι θα καταλήξουμε σε ένα αντικείμενο μα όταν τη ρωτούσα, έκανε πως δεν ήξερε.

Όποτε την θυμάμαι τώρα, τρίζουν συθέμελα εκείνο το μικρό διαμερισματάκι στην Αθηνάς 7 στην Άνω Πόλη αλλά και όλα τα ξενοδοχεία της Καβάλας, όπου άνθισε και μαράζωσε ο έρωτάς μας.
Όσο για κείνο το αντικείμενο... μή με ρωτάς ούτ' εμένα. Όταν θ' απογίνουμε, δεν θά μαστε εδώ να δούμε τί τελικά απογίναμε. Άν και κάπου πάει το μυαλό μου.




































Παλιoσiδεpα





















Βούλιαξε μέσα στη γυάλα.
Τι; Tίποτα.
Έχουμε αφήσει κάποια πόρτα ανοιχτή.
Βγες.
Κάθε φορά που αναπνέει σκίζονται
τα σπλάχνα του.
Γιατί τρέχουμε;
Κάτι έκτακτο.
Η ζωή μάς δωροδόκησε με στίχους.
Το ένα λάθος πίσω από το άλλο.
Μας κορόιδεψε.
Τσιμπήσαμε. Μασήσαμε.
Όπως θες πες το.
Έτσι λες και για τα τραύματα.
Για το ένα έπεσες από το ποδήλατο.
Για το άλλο έκλεισε το δάχτυλό σου
η πόρτα.
Για το βαθύτερο πως ήταν της μάνας σου.
Τι; Τίποτα.
Θα πάρω το μυστικό στην τεφροδόχο μου.
Κι είχε έναν τρόπο να διαγράφει
ό, τι κακό συνέβαινε.
Μια κίνηση με το χέρι ένα φουου
με το στόμα και ήταν σαν να μην
είχαν συμβεί ποτέ.
Τώρα κλειδαμπάρωσε και κυκλοφορεί
με σίδερο.
Δεν μου φαίνεται επικίνδυνος.
Έπρεπε να του το είχα πει νωρίτερα πως ό, τι είχε
αγαπήσει ό,τι ονειρεύτηκε θα χανόταν.
Τι; Τίποτα.
Θέλω ν’ αδειάσει το δωμάτιο.
Μάζεψέ τα.
Δεν πεινάω. Δεν μπορώ να τα ξαναπώ.
Πώς νομίζει ότι νιώθω;
Ένα φουου δεν μπορούσε;
Να φύγεις σε παρακαλώ.
Πήρε εργολαβία τις απώλειες
Δεν είναι μονάχα δικός του ο πόνος.
Σου είπα δεν θέλω να φάω.
Παπούτσια ήταν δεν ήταν τα πόδια μου.
Όσοι έχουμε σκοτώσει αναγνωριζόμαστε
στο βλέμμα.
Να δες. Οι κρυμμένοι είναι χειρότεροι.
Θα μάθεις αργά πολύ αργά πως από πάντα
βαδίζω ξυπόλητη.
Τι; Tίποτα. Παλιοσίδερα.





























Pύzια




Ω! Τι ωραία που μιλάς για τα πουλιά!
Τι ωραία κοιτάζεις τα σάπια ποδήλατα.
Θα πάρουμε άλλα. Καινούρια.
Θα φυτέψουμε λωτούς στο πηγάδι
για να αφρίσει κάποτε η λησμονιά.
Από κει. Από κει θ’ αφρίσει.
Τι ωραία που πουλάς τη φέτα!
Κι εγώ μαθήματα πιάνου κι εθελόντρια στο Νεπάλ.
Όμορφα κείμενα για τις ουσίες χωρίς ουσία.
Ο κόκορας έφυγε απ’ το κοτέτσι τον ψάχνω.
Οι κότες φταίνε. Αυτές και τις πετροβολάω.
Ρύζια μανάρι μου ρύζια γιατί δεν είναι μόνο
τα πέταλα που μπερδεύονται στον λαπά.
Είναι και οι τρόμοι να μου λες και να σου λέω.
Κι αυτοί στον λαπά. Στην κοπριά.
Η γαριφαλιά μαράθηκε. Όλα τα ‘χαμε τώρα
αυτό μας έλειπε.
Να φτύνει η κίσσα το γάλα που την ταϊζεις.
Δικαστήριο πάλι αύριο.
Εσύ εκεί στην αεροστεγή κάσα να παίζεις
τον Άμλετ τόσο πιστά.
Να παίζεις την Άνοιξη βώλο στα χέρια.
Πλαστελίνη πολύχρωμη αλλά ζάρωσε.
Πού πήγε πάλι αυτή η γόπα;
Δεν κλείνει η πόρτα θα φωνάξω υδραυλικό.
Να φτιάξει και τα τζάμια που έσπασαν.
Τα πόμολα που ξεβιδώθηκαν.
Χίλιες φορές στο είπα για τα γέλια που
άκουγα από το διπλανό διαμέρισμα.
Δεν θέλω ν’ ακούω.
Πουλάκι μου τα μαλλιά σου δεν στρώνουν ποτέ.
Η ελιά στο μέτωπο με κάνει να μοιάζω με Ινδή.
Αηδίες. Δεν είμαι Ινδή. Τα ποτάμια τους γέμισαν
κεφάλια. Εξουθενωτικό.
Έχεις δίκιο. Μην έρθεις κάποτε. Μην έρθεις ποτέ.
Γιατί τέτοια θα λέω και χειρότερα.
Μην έρθεις γιατί γκρεμίστηκε το σπίτι κι εμείς
ρωτάγαμε από πού πάνε για τον παράδεισο.
Άστο σου λέω.

Σ’ όλο το δρόμο πάταγα με το πόδι το θεό
να τον λιώσω.
Έπεσα στην άσφαλτο.
Έγλειφα τ’ απομεινάρια του.










Tάκης Βαρβιτσιώτης, δύο ποιήματα



 


Σ΄ανακαλύπτω πάλι

Σ΄ανακαλύπτω πάλι
Ω επισκέπτρια νυχτερινή
Μαστιγωμένη απ' όλους τους ανέμους
Και υψώνω ένα δέντρο
Για να στηρίξω τη λύπη μου
Και ξεδιπλώνω έναν ουρανό
Για να προετοιμάσω την πτήση μου
Ίσαμε σένα

Πόσο μακρύς ο δρόμος
Για να φτάσω την ερημιά των ματιών σου
Για ν' ανασύρω τα μάτια σου
Μέσ' απ΄τη στάχτη του καιρού
Να ξεχωρίσω τα λόγια σου
Που ολοένα ξεμακραίνουν
Και μόλις ακούγονται
Ίδιο ανατρίχιασμα νερού



Από τη συλλογή Η Μεταμόρφωση (1971)


*
*
*
*




Ομορφιά δίχως πρόσωπο

Σ' εσένα που ήρθες
Απ' έναν κόσμο που δεν γνωρίζω
(Μοναδικό άσυλο της λησμονιάς)

Που ο άνεμος σμιλεύει
Στοχαστικά την κατατομή σου

Κι ο χρόνος απομακρύνεται
Τρομαγμένος
Δίχως ν' αγγίζει την όψη σου

Σ' εσένα που είσαι
Ένα κομμάτι νύχτας
Μες στη μοναξιά του κόσμου
Σχεδιάζοντας μεθυσμένα αστέρια
Και πετάγματα πουλιών

Αδιαπέραστη ιδεατή
Λυπημένη
Σαν ένα σύννεφο που βουλιάζει στα έλη

Φάντασμα της ομίχλης
Που σιγοπερπατεί

Τρέχω χαρούμενος
Να σε προϋπαντήσω

Να σε ξαναγεννήσω
Κάτω απ' τον ήλιο
Πιο αληθινή.



Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963)










Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος






 

Η μνήμη είναι μια βαλίτσα
Η λήθη είναι δύο
Να πάρουμε το φως απ’ την αρχή
να δούμε αν επιμένει στο κάρβουνο
Εγώ δεν πείθομαι, βλέπεις,
έχω τόσες φλόγες να συντηρήσω


Φλόγα πρώτη:
Μ’ ακουμπάς
και το αίμα μου ανοίγει μεγάλα μπουμπούκια
Στο τέλος δε θα μείνει χώρος για μένα


Φλόγα δεύτερη:
Να παίζεις με το μηδέν
και να μένεις στον άσο


Φλόγα τρίτη:
Αυτή η ένδεια
του να μη στέκεσαι
των θηρίων ηνίοχος
αλλά και βορά διαδρόμων
Θέλησα το σώμα
στην προέκτασή του σε ήλιο,
τώρα ζητάω απ’ την ποίηση
να μου σπάσει τα χέρια


Φλόγα τέταρτη:
Αυτή που ρίχνω τα σφαγμένα ποιήματα
Αυτή που με περιμένει


Φλόγα Πέμπτη (η επονομαζόμενη και κοινή):


Τρελέ, θα πιάσουμε καμιά πυρκαγιά εδώ μέσα


*
*
*
*


Για τη συλλογή Ισόπαλο Τραύμα, γράφει ο Χρήστος Αγγελάκος
(αναδημοσίευση από τη Νέα Εστία/Μάρτιος 2010)








Εκείνος που είναι αποφασισμένος να εργαστεί
γεννά τον ίδιο του τον πατέρα.

Σέρεν Κίρκεργκωρ



Eν αρχή ην ο γρίφος: Ισόπαλο τραύμα –τυπογραφία φθαρμένη με τη βοήθεια του photoshop και βυθισμένη στο πλακάτο κόκκινο του εξωφύλλου: Τραύμα ισόπαλο με ποιον; Με τι; Ποιος διαιτητεύει; Και το κυριότερο: Σε ποια στιγμή του αγώνα καταγράφεται η ισοπαλία;

Προφανώς ο Στίγκας έχει τις απαντήσεις του. Προφανώς έχω κι εγώ τις δικές μου. Όμως, στο ρινγκ της γραμμένης σελίδας, ο αγώνας ποιητή και αναγνώστη δεν είναι ποτέ ισόπαλος.

Στον “Άγνωστο του εξπρές”, ο Χίτσκοκ μάς αποκάλυψε νωρίς το δολοφόνο: Το μόνο κεφάλι στην κερκίδα των θεατών που έμενε ακίνητο, αδιαφορώντας σε ποια μεριά του τεραίν έπεφτε το μπαλάκι του τένις.

Αυτός που προικίστηκε με την τέχνη του φόνου κοίταζε-μπροστά-κοιτώντας-προς-τα-πίσω. Το ίδιο βλέμμα ανακαλύπτω στα ποιήματα του Στίγκα, σε όλα τα ποιήματα που με κάνουν να ανησυχώ. Αποκλείοντας ό,τι κινείται στην περιφέρεια, το βλέμμα προσηλώνεται στο κέντρο: Πεισματικό. Ελλειπτικό. Ακαριαίο.
Μια φίλη παλιά μού είχε πει, παλιά, πως “ο φόνος ελευθερώνει την ψυχή· το έγκλημα, όχι.” Η επανάληψη του “παλιά” με ξαναστέλνει στον Στίγκα. Στο γενεαλογικό του δέντρο: Μήλα πεσμένα στο χώμα. Κι ένα κίτρο. Στη σκιά του δέντρου, η ανεστραμμένη απόλαυση της ποίησης: Η αγωνία της πτώσης που γίνεται μέθη. Γίνεται αποστολή. Ένα φροϋδικό fort-da. Μια ευφορική περιέργεια· σχεδόν, εξαναγκαστική. Οι άγγελοι της Ρουκ, οι άγγελοι του Ρίλκε, πέφτουν, πέφτουν ασταμάτητα, ενόσω οι δαίμονες κολυμπάνε στον αέρα.

Διάβασα κάπου πως τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Στίγκα είναι ποιήματα ποιητικής. Είναι, ναι –αν πρέπει να ορίσουμε οπωσδήποτε το χώρο. Αρκεί ο χώρος να είναι το δάσος. Να υπάρχουν τα πουλιά του Σαχτούρη. Ένα οποιοδήποτε ποτάμι. Πάγοι της Ανταρκτικής. Το σφουγγάρισμα της κόλασης. Το θαύμα του Λωτρεαμόν. Και αρκεί οι ρίζες να τρέφονται με αίμα.

Ο Γιάννης Στίγκας το ξέρει το αίμα. Κυριολεκτικά, ως γιατρός· κυριολεκτικά, και ως ποιητής. Κυρίως, όμως, μοιάζει να ξέρει καλά πως η δύναμη του τρομακτικού είναι το ίδιο το φυσικό του.

Στο δάσος πάλι. Ο νέος ποιητής –γιατί νέος αποφάσισε να είναι στη συνάντησή του με τους παλαιούς των ημερών- ο νέος ποιητής, λοιπόν, είναι γητεμένος. Αποθησαυρίζει το τρομακτικό. Γεμίζει τις τρύπιες τσέπες του με λέξεις. Άθελά του χαράζει το δρόμο της επιστροφής. Σηκώνει το χέρι. Χτυπάει την πόρτα της γνωστής καλύβας. Περιμένει. Είναι αποφασισμένος να περιμένει. Φιλεύσπλαχνη και κανιβαλική, η γριά μάγισσα θ’ ανοίξει. Από το χώρο του φανταστικού, επιστροφή δεν υπάρχει.

Ξαναγυρίζω στα ποιήματα της συλλογής. Προσπερνάω την πληγή που γράφεται από μέσα, και στέκομαι στη θάλασσα που μας εξαπατά. Καλότυχος ταξιδευτής, σκέφτομαι, ο Καρυωτάκης του Στίγκα. Καλότυχος, και εύστοχος ο πυροβολισμός που δένει στις άκρες του το τραύμα και το θαύμα.

Φυλλομετρώ τις 49 σελίδες: Τρεις ποιητές εν ζωή (Ρουκ, Μαστοράκη, Κοντός). Είκοσι νεκροί (ποιητές λογαριάζω, αυθαίρετα, και τον Πόε και τον Μπόρχες και τον Αλιέντε). Οι δέκα είναι έλληνες· οι δεκατρείς σκορπισμένοι σε χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Όλοι τους μαζεμένοι στο χώρο της αναμονής. Αυτόν που, για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, τον μετονομάσαμε σε “χώρο της ποίησης”.

Στο σημείο αυτό, ένας συνεπής αναγνώστης θα έψαχνε για βιογραφικά στοιχεία: Διπλές χρονολογίες για τους τεθνεώτες (αυτόχειρες και μη). Μονές, για τους ζωντανούς. Εμένα μού αρκούν ένα βαθύ χέρι, ένα κερί που φωτίζει μια σκάλα κι ένα μαγκωμένο κασκόλ.

Λένε πως τα όνειρα συνωστίζονται στον ύπνο, και μόνο το τελευταίο θυμόμαστε. Συνωστίζονται όπως οι επιβάτες στο μετρό, οι ψυχές στ’ αμπάρια, και οι ποιητές στις σελίδες του Στίγκα. Κοιτάζουν τους πίνακες με τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις. Ακουμπάνε τις αποσκευές τους στα τυπογραφικά κενά: από τον ένα στίχο στον άλλο, από το ένα ποίημα στο άλλο. Σηκώνουν το βλέμμα. Αντί για οροφή, τα σύννεφα. Στα βάθη χάσκει η κόλαση. Στο κέντρο, το τραύμα. Και σκάλες πολλές που κατεβαίνουν στα έγκατα του ύπνου. Υποδειγματικά ευρύχωρη η γεωγραφία του Στίγκα.

Ευρύχωρη και ακινητοποιημένη. Με τον τρόπο που ο φωτογραφικός φακός συλλαμβάνει την αποφασιστική στιγμή. Τέτοια στιγμή, κάθε ποιητής εγγράφεται στο χώρο του:
Ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα –την πόλη με το δανεικό κι αγύριστο χαμόγελο.
Ο Τσέλαν στο Σηκουάνα.
Ο Λειβαδίτης στην κόλαση.
Ο Πόε στη Βαλτιμόρη.
Ο Μπόρχες στο λαβύρινθο.
Ο Σαχτούρης στην Ανταρκτική του χεριού του και σ’ έναν παγωμένο ουρανό.
Η Μαστοράκη σε σκάλες που βαθαίνουν.
Ο Ντεσνός στο στρατόπεδο.
Ο Ερνάντεθ στην Ισπανία. Ο Λόρκα πλάι του.
Ο Μαγιακόφσκι στον Κάτω Κόσμο.
Ο Κοντός στα γρανάζια της πόλης.
Ο Λωτρεαμόν στο θαύμα.
Όλοι μαζί σε μια λαβωμένη σωματικότητα· σ’ ένα νοτισμένο ψυχικό τοπίο· στο δίκοπο μαχαίρι του μυαλού.

Κλείνω για λίγο το βιβλίο. Όχι για να πάρω απόσταση από τη φωνή που αρνείται το χρύσωμα, αλλά για να ξαναβρώ τους παλιούς μου συλλογισμούς: Πως η ποίηση είναι η δυνατότητα να μιλάμε με τους νεκρούς όπως δεν μπορούμε να μιλάμε με τους ζωντανούς. Και πως το ποίημα ανοίγεται σ’ εμάς, όταν καταφέρουμε να συνταιριάξουμε την ανάσα μας με τη δική του ανάσα.
Και τους δύο συλλογισμούς, ο Στίγκας τους επιβεβαιώνει, τους διαψεύδει και τους ανατρέπει απρόσμενα.

Επιστρέφω στο Ισόπαλο τραύμα. Από τους δικούς μου δρόμους και πάλι. Το 1982 κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι ένα διήγημα του Μάρκες, τυπωμένο στον πολύγραφο και δεμένο με φτηνό κίτρινο χαρτόνι. Έκδοση πειρατική, από τη Θεσσαλονίκη, λέγαμε, αλλά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Τίτλος: Ίχνη από το αίμα σου πάνω στο χιόνι.

Η ανάμνηση αυτού του διηγήματος και, κυρίως, του τίτλου με βρήκε τη στιγμή που ζητούσα από τον εαυτό μου να ορίσει το χρόνο –τους χρόνους- της συλλογής. Με δυο λόγια: Το χρόνο του τραύματος. Αλλιώς: Το βάθος της καταγωγής. Πραγματολογικά ζητούσα να δω πού φτάνουν οι ρίζες. Μήπως εκεί που χτυπάει η φλέβα του Ιζιντόρ Ντυκάς;

Τη ζωή την έχω πάρει σαν πληγή, κι έχω απαγορεύσει στην αυτοκτονία να γιατρέψει το τραύμα.

Λωτρεαμόν, Τα άσματα του Μαλντορόρ,
μτφ. Έλλης Νεζερίτη, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1980, σελ. 138.

Ο Στίγκας με επαναφέρει. Μου δείχνει πως ο χρόνος της ποίησης είναι όλοι οι χρόνοι. Όπως ακριβώς και στα όνειρα, όπου η φωνή είναι όλες οι φωνές, το πρόσωπο όλα τα πρόσωπα.

φωνή φωνή σκυτάλη
και ποιος θα τη μαζέψει

Έτσι, ο χρόνος της ποίησης γίνεται χρόνος μιας συνομιλίας. Χρόνος της συνέχειας:

Ντύλαν μου… Νικόλαε… Ισίδωρε…

Ο απόγονος ποιητής νομιμοποιεί αυτή τη συνέχεια και, νομιμοποιώντας ταυτοχρόνως και τις εγκοπές της, βάζει τον Ρεμπώ του να φτύνει τον αυθέντη χρόνο, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής.

Στο photofinish δεν διακρίνεται ο τρόμος, καταλήγει ο Στίγκας. Ο αγώνας δρόμου των ποιητών ακυρώνεται από μια προαναγγελθείσα ισοπαλία. Αν είναι όλοι νικητές, είναι και ηττημένοι. Αποφασίζω να επιστρέψω στον πυρήνα της συλλογής, στο κουκούτσι του χρόνου. Σταματώ στη σελίδα 22, όπου ο νυχτερινός φόβος του Μίλτου Σαχτούρη κατονομάζει την παγωνιά τη μοναξιά το κρύο.

Κι εδώ ο Στίγκας διατυπώνει τη δική του χειρονομία:

Ο ι μ έ ρ ε ς π ε ρ ν ο ύ ν
τ ο χ ι ό ν ι μ έ ν ε ι

Ο Μαλαρμέ έχει δίκιο: Δε χρειάζονται πολλά για ν’ ανταλλάξεις τον ανθρώπινο λόγο. Αρκεί να πάρεις ή να βάλεις στο χέρι του άλλου μια δεκάρα.

Το παραπάνω δίστιχο (της σελίδας 22) υπομένει τους κραδασμούς της τυπογραφικής του αραίωσης και με στρέφει αναπόφευκτα στη διάρκεια: Στη φωνή του ποιητή που… άμα την κόψεις σε μικρά κομμάτια

και τα ρίξεις από ψηλά
έχεις εξομοιώσει απόλυτα το χιόνι.

Δεν μπορώ να δω την πτώση της φωνής -των κομματιών της, έστω- παρά σε ένα βουβό slow motion.

Στο επόμενο καρέ -στο καρέ της λευκής, παγωμένης ερμηνείας- και σε slow motion επίσης: Τα ποιήματα του Ισόπαλου τραύματος απλώνονται όπως τα ίχνη από το αίμα πάνω στο χιόνι της ποίησης.

Η κεντρική αντίθεση της συλλογής οργανώνεται με βάση τον διακριτό χρωματικό κώδικα του κόκκινου και του λευκού. Κόκκινο το εξώφυλλο – λευκές οι σελίδες. Κόκκινο το αίμα – το χιόνι λευκό. Στα κόκκινα το τραύμα και η ζωή. Λευκός ο θάνατος, ο άγγελος (ή μάλλον τα φτερά του), λευκό και το θαύμα.

Γύρω της εξυφαίνονται μια σειρά παρεμφερείς αντίθεσεις: Οριζόντιο-κάθετο, θερμό-ψυχρό, εφήμερο-διηνεκές, λέξη-σιωπή, ορισμένο-άπειρο, πατέρας-γιος· όλες μαζί πλέκουν αδιάκοπα τα νήματά τους, στενεύοντας το χώρο όπου θα στήσει τις παγίδες του ο Στίγκας. Εκεί θα παγιδέψει τους χρόνους της ποίησης· την ευρυχωρία της· την απλωσιά της: Πράξη αναγκαία γι’ αυτόν που τον κινεί η επιθυμία του βάθους. Εκεί, στο λίγο που απομένει, το ποίημα θ’ αρχίσει να σκάβει το χώμα του. Κι εκεί, στο ίδιο σημείο, μπορούμε εντέλει να διακρίνουμε το τραύμα.

Μετά, τι; Κάποιοι θα πουν: η θεραπεία. Και κάποιοι: ένα άλλο τραύμα. Ακόμη πιο βαθύ. Το σίγουρο είναι πως μ’ αυτή τη συλλογή ο Στίγκας διεκδικεί την ποιητική του συνέχεια. Ξεκινώντας από την Αλητεία του αίματος (2004), περνάει στην Όραση [που] θ’ αρχίσει ξανά (2006), και σταθμεύει προσωρινά στο Ισόπαλο τραύμα (2009). Πλούσια παραγωγή, πλούσιο και το κοίτασμα που τον τροφοδοτεί:

Εκείνος που είναι αποφασισμένος να εργαστεί…

…δημιουργεί ένα ζωντανό οργανισμό που αυθαδιάζει και υποκλίνεται. Ένα ποιητικό σώμα που ξερνάει αίματα και γλείφει τις πληγές του. Υποψιασμένο και επ’ αυτοφώρω αθώο. Πυρετικό, εμμονικό, αιμάσσον.

Στο Ισόπαλο τραύμα ο Γιάννης Στίγκας συνομιλεί με τους πατεράδες του. Εξιστορεί τη γενεαλογία του με τον τρόπο που αφηγούμαστε ένα όνειρο, που το ξύπνημα το έσπασε στη μέση. Από αυτή την α-συνέχεια πετιέμαι στην αρχή του κειμένου, όπως πετιέται κανείς απ’ τον ύπνο· ο Κίρκεργωρ επιμένει:

…γεννά τον ίδιο του τον πατέρα.

Είναι άραγε τυχαίο που τη φράση του την ανέσυρα από ένα σωρό παλιές σημειώσεις με θέμα την πατροκτονία;