Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

εξάρες


Είχα κάποτε στη Σμύρνη ένα αγόρι αγγελικό
απ’αυτό μου έχει μείνει έντερο δυσπεπτικό
Τα χαρτιά και τα μελάνια τρων τα λόγια μου
τα σιφόνια καταπίνουν τα ρολόγια μου

χορεύαμε κλακέτες με χίλιες πιρουέτες
στα μπλε χαλάσματα
τώρα με κόβει φέτες οι κοφτερές φαλτσέτες
σκορπούν τα θραύσματα

σήμερα έχω πάρει όρκο μετεμψύχωσης
πριν τινάξω το ακρο-όριο της ψύχωσης
με ψιλό γαζί θα ράψω τις νοθείες του
σαν χαζή θα αντιγράψω τις μαντείες του

στα δυο μας τα μανίκια γλιστρούσανε χαλίκια
τα πιπιλίζαμε
τώρα φτύνουμε φύκια τα αγοραία ποντίκια
μας ροκανίζουνε

τον Ιούνιο θα σώσω τις παρτίδες μου
όλες εν ψυχρώ θα «δώσω» τις πατρίδες μου
για να φτιάξω συμμορία και ανάστημα
ηγερία ή βακτηρία(;)* στο διάστημα

μικρό είναι το πλήθος, αντιλαβού το ήθος
στο εννιά στα ντόρτια
χρειάζεται ο λίθος ν’αντιστραφεί ο μύθος
στα μεθεόρτια

Μπού!
*διάλεξε...



[στη Σμύρνη θα γυρίσω σε προειδοποιώ
«Και θα κυκλοφορήσω και θα οπλοφορώ»
Θα δρέψω θα θερίσω και θα πυροβολώ
Σε όποιον δε μου κάνει θα ρίχνω στο ψαχνό

στο πλευρό μου θα'χω αέρα υστερικό...

Και αν δε φέρω εξάρες και τούτη τη φορά
Στο καφενείο στο Και στα λάγνα τα νερά
Θα δέσω μία πέτρα με μια χοντρή τριχιά
Από τη φαρέτρα θα βγάλω τα βελάκια
Τα πιο αστραφτερά
Για να καρφώνω δέκα, έντεκα,βάλε και τον Βαλέ
Το Ρήγα και την Ντάμα να κάνω χαβαλέ
Τότε θα δούμε- αγάπη -τι λεν τα ζάρια μας
Ποιος ζωντανός θ’αντέξει απ’τα παζάρια μας]