Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

εσύ να με φωνάζεις Σεχραζάντ

Δεν ξέρω γιατί διάλεξα το Παρίσι, για να μας χωρέσω.Μάλλον,επειδή στα μεταμεσονύκτια οράματά μου,μεγάλης διάρκειας και πυκνής συνοχής, κυριαρχεί το τοπίο του. Μας βλέπω να καθόμαστε στο παιχνιδιάρικο συντριβάνι που είναι αφιερωμένο στον Ιγκόρ Στραβίνσκι και να τρώμε παγωτό χωνάκι.Σοκολάτα.Αφροδισιακή.Είναι θαύμα εκεί.Το βράδυ,τεράστιοι προβολείς ζωντανεύουν τις ορμητικές του δίνες και τις κάνουν πολύχρωμες. Θα’ναι μια νύχτα ευλαβικής Παρασκευής-άχρονης και δίχως εποχή- κι επειδή είμαι αλάνθαστη στη γεωγραφία γνωρίζω από τώρα πως το πιο θερμό, το πιο τροπικό σημείο της Γης, είναι η αγκαλιά σου. Θα υποδεχόμαστε ένοχα την προτεραιότητα σ’αυτό το ραντεβού. Την ώρα που όλα τα γιασεμιά του κόσμου θα γέρνουν κατάλευκα,στοργικά σ’αυτό το βράδυ. Έτσι, αναπάντεχα γλυκά και ανεπιστρεπτί. Χωρίς εισιτήρια θα έχουμε φτάσει για να περπατήσουμε χέρι χέρι στις Invalides και στους κήπους που εκτείνονται κατά μήκος του Σηκουάνα. Θα χαμογελάμε ο ένας στον άλλον ανέμελα την ώρα που θα ζαλιζόμαστε από τις μυρωδιές του Marriages Freres. Στο δάσος της Βανσέν θα νοικιάζουμε ποδήλατα για το γύρο της λίμνης Μινίμ.

Και τότε πραγματικά θα καταλάβω γιατί ερωτεύονται περισσότερο μεταξύ τους, οι ερωτευμένοι που περπατούν τους δρόμους του Παρισιού. Γιατί είναι αλλιώς το Παρίσι με μάτια ερωτευμένα. Κάτι δυνατό σκιρτά μέσα τους και ποθούν τις λέξεις πιο παθιασμένες. Δίπλα μας ροδιές,θα πετάνε σπινθήρες.Τυφλές,χαοτικές,αστάθμητες σκέψεις σαν υπενθυμίσεις εντροπίας, ανακυκλώνουν τους ιπτάμενους υδροχόους μου.Αλλά μου έχεις ήδη χαρίσει το αλεξίπτωτο.Και ονειρεύομαι στα κλεφτά, τα φινιστρίνια από τα καράβια που θα μας ταξιδέψουν.Τα ανοιχτά παράθυρα των τρένων που θα μας κρατήσουν στην ταχύτατη ισορροπία απ’τις ράγες τους.Κάπως έτσι θα βαδίσουμε στη Mouffetard, στη λαϊκή αγορά Αλίγκρ που φημίζεται για το παζάρι της.Αυθαιρετώντας σε όλα τα ορατά και εννοούμενα. Μέτοικοι και διάττοντες θα λιτανεύουμε με αναμμένα μάτια, αστέρια της πιο δυνατής κι εσωτερικής αστροφεγγιάς. Αποκλείοντας τις ψευδορκίες από εργολάβους επαιτείων. Αυτό το παράτολμο τίποτα που λες ότι μου δίνεις. Αυτό το παράτολμο τίποτα που λες ότι μου ζητάς, είναι κεχριμπάρι. Μάταια προσπαθείς να υπερασπιστείς την αναπηρία του. Γιατί το τίποτα αυτό, είναι όλα. Κι εγώ συνένοχη. Στην ξενητιά και στην τύχη του.

Εδώ στο αληθινό Παρίσι, μακριά από τη βαριά μυρωδιά των βυρσοδεψείων που κάποτε πλήγωναν τις πιο αθώες μνήμες του, μέσα στο ετερόκλητο πλήθος, ανάμεσα σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου, θα πιούμε στα όρθια απεριτίφ στο Μπαρόν Μπουζ, δοκιμάζοντας τα όστρακα του Καπ Φερέ. Παρακάτω -στο πόδι- ένα P’ti Leon δροσιστικό. Λευκό ρούμι με ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο και λάιμ, στο Verte a Pied. Θα είναι οι πιο όμορφες μέρες του κόσμου.Θα τις χαιρόμαστε τόσο που θα νομίζουμε ότι όλα τα λυχνάρια θα έχουν ανάψει μαζί μόνο για να πραγματοιποιηθεί αυτή η ευχή.

Ο Σηκουάνας θα κυλάει στο πλάι μας, χωριστά από περίπλοκους ιστούς κινήτρων και σκέψεων και λόγων και πράξεων και διαπράξεων- αν είμαστε τυχεροί. Δεν θα’χω άλλη ιστορία να σου διηγηθώ. Δεν θα’χεις άλλο παρελθόν να ξοδέψεις. Όλα θα παγιδευτούν σ’αυτή την αιώνια και μαζί φευγαλέα λάμψη της εκδρομής. Και όταν θα θες να μου κρυφτείς, εγώ θα σε φανερώνω. Μ’έναν όμορφο χρυσό χαρτοκόπτη θα σκίσω την τελευταία σελίδα πριν από μένα, πριν από μας, στη ζωή μου και στη ζωή σου.Στη ζωή μας.Και θα την αφήσω στον αέρα, να τη γράψουν φτερωτά. Το γράμμα καινούριο.Χωρίς σελιδοδείκτες-δικλείδες ασφαλείας.Θα το αφήσω στο ποτάμι να το κυλήσουν τα νερά. Και στη θάλασσα να το φιλήσουν τα δελφίνια.

Λες πως είσαι κρυφός άνθρωπος. Τυλιγμένος σ’ένα κουκούλι από φως σκοταδιού,που το εντείνει η λατρεία σου στις λέξεις και στις εικόνες, στη μουσική.Μα θέλω μέσα στο φως να σε βλέπω για να δίνεις άλλη διάσταση στην όρασή μου. Κάν'τη να θάλλει,να γλυκαίνει να βαθαίνει.

Θα κλέψεις για μένα, τριαντάφυλλα από τους κήπους Τuileries κι αυτά θα χαράξουν τις παραμέτρους του δικού μας πλανήτη.Δεν ήταν ένα ψέμα που όλα έμοιαζαν μπερδεμένα. Αλλά μάθε ότι είναι χάρισμά μου να βρίσκω το κέντρο τους.Στα όνειρά μου, πάντα γυρίζεις προς το μέρος μου και μου χαϊδεύεις το πρόσωπο την ώρα που λες ότι κοιμάμαι.Πιστεύεις πως θα βαρεθώ το όνειρο κάποτε και το ενδιαφέρον μου για σένα, θα μειωθεί. Πως είμαστε πάνω στο κατάστρωμα ενός καραβιού που απλώς θα περάσει από τους υφάλους και τους σκοπέλους μας- για λίγο θα σταθεί- και θα φύγει. Δεν θέλω να μάθω να προφέρω αυτές τις λέξεις. Οι λέξεις μας προδίδουν. Είμαι καλά και χαρούμενη για όσα ζούμε. Είμαι χαρούμενη για τα μυστικά που κρύβονταν στο κορμί μου και τα έβγαλες στο φως. Είμαι εντάξει που έχω συντρίψει κάθε έλεγχο συγκίνησης και αισθημάτων. Νιώθω αληθινή, περήφανη, γενναία σχεδόν. Ποτέ δεν φοβήθηκα υφαίνοντας την αλήθεια από δυνατά αισθήματα και πάθος. Απ’αυτόν τον πυκνό ιστό, πρέπει να σου πω πως δεν φοβάμαι –εξίσου- να φύγω ή να μείνω. Το λες ρομαντικό ή ηρωικό ψέμα. Πες το όπως θες. Δεν θέλω να το πάω πιο πέρα από τις ίδιες τις στιγμές του.


Θέλω αυτή την αλήθεια, αυτό το ψέμα, αυτό το παραμύθι, να το κρατήσω στα χέρια μου που μέχρι τώρα είχαν συνηθίσει να μην κρατούν. Κι ας γίνει αυτό, το πιο αγέρωχο φάντασμα της ζωής μου. Θα’ναι γεμάτο χρώματα και λέξεις και εικόνες σου. Πόσο αξίζει να αισθανόμαστε τόσο λαβυρινθώδεις και περίπλοκοι, όταν ξέρουμε τον τρόπο που μπορεί να χαθούμε. Και είναι ένα κλικ. Μόνο ένα. Αυτή η γνώση, -κρυμμένη βαθιά γιατί είναι απόγνωση- με κάνει να συνειδητοποιώ πως τα πράγματα και οι λέξεις που λέω, και ό,τι βαθύ βαθύτερο νιώθω δεν χρειάζονται κανένα ζύγισμα,όταν σου τα απευθύνω.


Έτσι θα ξημερώσει στην αγκαλιά σου. Γλυκά και μεθυσμένα από ψιθυριστά χάδια. Υπερβάλλοντας ,στα καλοκαιρινά δροσερά σεντόνια και υποτιμώντας, στο φως της αυγής. Έτσι. Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου ό,τι πάντα έψαχνες. Λυτρωτικά. Έτσι καταργούνται τα περασμένα. Από τα επόμενα. Τα ιωνικά και φωτεινά. Γιατί νυχτώνει μέσα μου η πιο ερωτική νύχτα. Ανίσχυρη το ξέρω. Οδυνηρή. Κι αυτό θα το μάθω.
Μα να,είναι μέρες φιλάνθρωπες όπως αυτή, με ανταύγειες γαλάζιες της φλόγας που σιγοκαίει και ελπίζω ξανά-παροδικά έστω-στη ζωή και στο θαύμα. Αυτές οι μέρες που φροντίζουν να μου υπενθυμίζουν τον καλύτερο εαυτό μου, μου δείχνουν πως έχω και κάτι άλλο μέσα μου κι όχι μόνο εκείνο που άχαρα και δραματικά επαναλαμβάνεται-αιώνες λες-και με καθηλώνει σε μια αργή μελαγγολία. Λέω πως είμαι υπαίθρια. Μάλλον επειδή εσύ φέρνεις γύρω μου τον ήλιο της Μεσογείου. Κυπαρίσσια, ελιές, φλύαρα τζιτζίκια μαζί με όλες τις ιστορίες του καλοκαιριού. Φέρνεις και τον Μιστράλ. Φέρνεις και όλες τις θάλασσες κοντά. Είναι βέβαιο, πως σε ό,τι μου φτιάχνεις,σ’αυτό θα θέλω να επιστρέψω κάποτε. Όσο και να φεύγω και όσο μακριά κι αν πάω. Για να χαθώ, να ξεχάσω, να ξεχαστώ απ’όλους. Ν’ακυρωθούν όλα του παρελθόντος, οι αρνήσεις, η ανεξέλεγκτη πίκρα. Κιόλας το’χω ξεχάσει. Και είμαι ό,τι βλέπεις και είμαι το πρόσωπο που φωνάζεις τ’όνομά του. Και είμαι όλη η ζωή που δεν έζησα. Στις λέξεις και στις εικόνες σου, στα σημειώματα και στα τραγούδια. Σε θέλω στη ζωή μου για να μπορώ να διασχίζω την απόσταση που μας χωρίζει και να συναντιόμαστε μέσα στις ιστορίες [σου]. Να σ’έχω κοντά. Μπορεί γι’αυτό στον ύπνο μου να παραμιλάω.

Και τότε,στην εξάτοξη γέφυρα θα σου πω, πως έχω εισητήρια για το Le Leche-Vin. Θα δώσουμε ραντεβού στη rue Saint-Benoit κοντά στη στάση του μετρό Saint Germain de Pres. Τα φώτα θα χαμηλώσουν και θα μου κρατάς το χέρι. Η σκηνή θα πλημμυρίσει χρώματα. Ινδική μουσική θ’ακούγεται σπαρακτικά. Χορευτές με χυτά μακριά μαλλιά,θα τρέχουν και θα βουτούν τα κεφάλια τους στο νερό. Θα φορούν μακριά σαλβάρια dhoti και θα μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Θα τρέχουμε κι εμείς μαζί τους, από τη χαρά στη μελαγχολία,από την αγάπη στο θυμό και στο μίσος. Η σκηνή θα έχει τώρα γεμίσει με καταρράκτες και λουλούδια. Ήσυχες κινήσεις, ακροβασίες, έρωτας, πάθος και το συναίσθημα να φτάνει στα άκρα. Θα μου φιλήσεις τα χέρια.
Θα είμαστε όμορφοι κι εύθραυστοι. Θα σκύψεις και θα με φιλήσεις στα χείλια και θα με κατακλύσεις. Θ’αναγεννηθώ. Μέσα μου όλη η αύρα της μεθυστικής μαγείας θα σκιρτά. Θα είμαι έτοιμη για τις πιο ακραίες θυσίες. Αφού μου ξεδιψάς παλιές δίψες. Σκέψου. Όλα αυτά θα έχουν ξεκινήσει από το τίποτα που μου ζητάς. Από το τίποτα που μπορώ να σου δώσω.


Βγαίνουμε ξανά, στο βραδινό και φωτισμένο, αυτή τη φορά, Παρίσι. Οι δρόμοι γεμίζουν με κόσμο. Με κρατάς απ’τη μέση και είμαστε σαν μόνοι,ωραία ανώνυμοι στο πολύβουο πλήθος. Καθόμαστε για λίγο στο παγκάκι για να φιληθούμε.


Περνάμε τώρα από τις κολόνες Μπουρέν και στεκόμαστε να ρίξουμε το κέρμα. Αν πέσει πάνω στην κολόνα, θα είμαστε τυχεροί. Ανεβαίνουμε στην κορυφή της Αψίδας του Θριάμβου.

Κοιτάμε τις δώδεκα λεωφόρους που ξεκινούν από το σημείο αυτό στο σχήμα του πιο λαμπρού αστεριού. Σου κλείνω τα μάτια και σου ζητώ να διαλέξεις –δείχνοντας- ποια… Διαλέγεις την επιβλητικότερη. Τα Ηλύσια Πεδία. Εμπνευσμένη από την Αρχαία Ελλάδα. «Το έσχατο άκρο της γης όπου διέμεναν οι ήρωες μετά το θάνατό τους σε συνθήκες απόλυτης ευδαιμονίας». Κάτι ανάλογο με τις νήσους των Μακάρων που αναφέρονται στον Πλάτωνα.

Στη λεωφόρο που ποτέ δεν κοιμάται θα με φωνάζεις Σεχραζάντ κρατώντας με για πάντα στην αγκαλιά σου. Τότε θα είμαι αυτό που θες. αυτό που προσεύχεσαι για μένα.Θα είμαι καλά και χαρούμενη. Και θα επιθυμώ με σφορδρό πάθος να χορτάσω ό,τι στερήθηκα, με ό,τι μου προσφέρεις.

Εσύ μονάχα να με κρατάς και
να με φωνάζεις Σεχραζάντ

ό,τι κι αν γίνει πριν ή μετά
το Παρίσι
και προπάντων να μου λες
Καληνύχτα

[όχι τροτέζα όχι]







Το χαρίζω εκεί που μου ζήτησες
δηλαδή...
στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη
του μυαλού σου που ακολουθούν
το φεγγάρι [μου]