Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Τίγρη


Ξεχασμένα δράματα

Μια γυναίκα κάηκε ζωντανή σε σάτι, τη νεκρώσιμη πυρά του συζύγου της. Ερείπια πια. Μόνο.


Η τίγρη

Η απλωμένη φτερούγα του νεκρού πουλιού που κρατάει στα δόντια της,εμποδίζει την όρασή της και μπερδεύει προς στιγμήν, τον προσανατολισμό της στο δάσος. Λίγο πιο πέρα, αντιλαμβάνεται την παρουσία ενός πιο άγριου θηρίου κι αυτό κάνει το πρόσωπό της να συσπάται και να μορφάζει.


Πιο κάτω, ελάφια και κροκόδειλοι μοιράζονται ειρηνικά τη λίμνη. Ένα κοπάδι σάμπαρ είναι νευρικό και ανήσυχο, έτοιμο να τρέξει με τον παραμικρό ήχο. Η συνεχής απειλή των θηρίων το ακολουθεί σε κάθε του κίνηση. Είναι η αγέλη των ινδικών άγριων σκύλων.


Οι νύχτες

Οι νύχτες είναι πάντα παρούσες. Επιστρατεύουν όλη τους την αγριότητα.Τα βράδια του Μάη είναι δροσερά κι αυτό κάνει τις κίσσες να χορεύουν. Η υγρή άμμος δέχεται επίθεση από διψασμένες πεταλούδες.

Εσύ

Η παρατεταμένη ηχώς των λόγων σου-του Ναι- η ίριδα των ματιών σου, αν και λαμποκοπά, φαίνεται το ίδιο φοβισμένη.

Εγώ

Στη σκιά του φόβου σου θυμάμαι κι εγώ τους δικούς μου. Μια ανήσυχη και παράδοξη λευκότητα καλύπτει όλο το εσωτερικό μου τοπίο, το αιχμαλωτίζει και το εξουσιάζει. Ο θρίαμβος, άραγε ή η αδεξιότητά του, με πλησιάζουν?

Η πρώτη ρουφηξιά κάθησε στους πνεύμονές μου με ασύλληπτη βαρύτητα. Ευχήθηκα να υπάρξω σε καθαρτήριο καμίνι που θα κάψει ό,τι ως τώρα γνωρίζω. Θα δω τα χρώματα του κόσμου από την αρχή. Ν’απλώσω το βλέμμα με χαρά. Πέρα από το παιχνίδι του μένους και των σκιών με την τυραννικά,τρομακτικά χαμένη άκρη.

Μέλλον

Η ρευστή υγρασία της νύχτας οξύνει τη μυρωδιά του Μιράμπιλις.Θέλω να ξαναγίνω ένας απλός άνθρωπος. Άραγε ήμουν ποτέ και γυρεύω με απόγνωση αυτή την επιστροφή…
Σ’αυτή την ιστορία υπάρχουν ανεπαίσθητες ραγισματιές και από κει γλιστρούν ρευστά δευτερόλεπτα ευφορίας, σαν αντίβαρα. Σαν αντίγραφα μιας πίστης να υπενθυμίζουν το αβέβαια καλύτερο μέλλον.