Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Tουλούζ/3


Τουλούζ, ακριβέ μου,


Έχω καιρό να σου γράψω. Η απουσία σου είναι σημαδευτική. Χθες ήταν μια παράξενη νύχτα. Στεκόμουν ξανά στο μεγαλύτερο νοτιοανατολικό παράθυρο. Τα δάχτυλά μου άγγιζαν ασυναίσθητα τα πλήκτρα του πιάνου. Αφηρημένα. Το βλέμμα μου πετούσε απέναντι στο βουνό που το είχε τυλίξει όλο το μωβ του λυκόφωτος. Πατούσα τα πλήκτρα Ρε Μι Φα. Και ξαφνικά επίμονα το Ντο. Ντο Ντο Ντο. Έχει ναυαγήσει κι άλλες φορές ο νους μου σε τέτοια λυκόφωτα αλλά ποτέ όπως χθες. Θα το θυμόμουν παρά την ασθενική κράση της μνήμης μου. Ησυχία και Ντο. Σκέφτηκα τους φίλους μας στην Αφρική,τον πρίγκιπα Ερσίν,το Κάιρο,τους κήπους,τα λουλούδια και τον καπνό,το καράβι στην Αλεξάνδρεια,την Κορνίς,τον ουρανό και το Νείλο, το φάρο,τα παιδιά που έχουμε υιοθετήσει, τις τυφλές γάτες, τα χωλά σκυλιά, τα χρυσόψαρα.Και κάποια υποκατάστατα.Κάλεσα την Οφηλία και την Οντέτ να μ’επισκεφτούν. Δεν θα έρθουν. Η Οντέτ φροντίζει τον Σουάν και η Οφηλία είναι σε κρίση. Κοιτώ και τη θάλασσα. Με το δείκτη μου στο Ντο. Είναι μαγική.Φόβος τελεστικός. Όμως, το βάρος που έχω στο θώρακα με απομακρύνει από την απαλότητά της. Πληθαίνει αβίαστα μέσα μου η αλμύρα της. Την απαραίτητη υγρασία για τους πνεύμονες τη λαμβάνω από τα φύλλα του ευκάλυπτου που πάντα πλέουν και αχνοβράζουν στη συσκευή. Έχει ζεστάνει πολύ ο καιρός. Εσύ ακόμη να φανείς. Σχεδόν ποτέ δεν κλείνω τα παράθυρα πια. Μπροστά τους αναπολώ κι επιμένω στο βλέμμα που κοιτά τη θάλασσα και στο δείκτη μου, που σταθερά πατά το Ντο. Οι μέρες μεγαλώνουν, λες και ενηλικιώνονται ορμητικά, και μέσα τους διαστέλλονται και οι ομορφιές. Παραπονιέσαι για το πόδι σου και για την αραιή μας αλληλογραφία. Η απουσία σου μικραίνει τους ήχους. Μεγαλώνει τις σκιές τα βράδια και εντείνει τους εφιάλτες. Η απουσία σου είναι ικανή ν’ανανεώσει τις αμφισημίες. Μου υπαγορεύει την ενεργητική νωχέλεια και την παθητική αντίσταση. Χθες ονειρεύτηκα τον Πανδέκτη.Μου επιτρέπει και μου απαγορεύει ρητά. Αφορισμοί και παραδοχές. Ημερομηνίες κορεσμένες. Και άλλες κουρασμένες. Τα ρόδια που έσπασα ήταν σαπισμένα. Οι άνθρωποι έγιναν σκληροί και παγωμένοι όπως το ατσάλι. Brain storm και Ντο. Θα ξεφοβηθώ. Μαθαίνω απ’έξω στίχους της Αχμάτοβα της αγίας και πόρνης. Ασκητικοί και υπεροπτικοί στίχοι. Βαθιά ηθικοί και απολύτως δυστυχισμένοι. Σ’αυτόν τον διυλιστήριο νου που αναπτύσσεται ερήμην μου, μουζιντάν ψάλλει απ’το Κοράνι με την παλμική δόνηση των χορδών της Om Kolthoum. Με έχθρα. Disamistade. Το μαύρο μαργαριτάρι. Dolcenera. Μου λέει το μυστικό. Το μέρος όπου γεννιούνται τα μαύρα μαργαριτάρια. Κάποιος με κρεμάει ,με δένει σε μια ασημένια κλωστή, ανάμεσα σε γη και ουρανό. Κάποιος που από το στόμα του στάζει νέκταρ στα μάτια μου.
Τουλούζ, μη ρωτήσεις πώς γίνονται όλα αυτά. Ο νους μου διαιρείται. Άλλα, απορριπτικά τα εντοιχίζει. Άλλα, τα κυκλώνει, φενακισμένα, σε έγχρονες διαστάσεις. Σχήματα δυαδικά, το πολύ τριαδικά. Και τέτοια βράδια, κοιτώντας το βαθύ μωβ-αδιαίρετο αυτό- βραχυκυκλώνει και υπεξαιρεί από το πιο έγκατο μέσα μου, ένα τσιμεντένιο,ωστόσο αμβίβολο, Όχι. Γνωρίζω τη θλίψη σου και τη δική μου. Δεν την φοβάμαι τέτοια θλίψη.Είναι αυτοάνοση. Κι όταν ακόμη δυσλειτουργεί δεν τη διαχειριζόμαστε. Οι κακίες διακινούνται ύποπτα, από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι. Αλλά ο δείκτης μου βρίσκεται υπό την αιγίδα του Ντο. Θα ευχηθώ να μη βληθούμε άλλο από συναισθηματικούς ρύπους. Δηλαδή βιαστικές συγνώμες. Έσχατα πράγματα. Υπογραφές συμβολαίων. Ο εσπερινός πυρετός μου εξεγερμένος πια, και αμόλυντος, σχεδόν εφηβικός, αντιποιείται τα κενά. Τα αριθμητικά τραύματα. Ίσως τα μετατρέπει σε κρυφές αξίες. Και ευφημερεύουν σε λίκνο σιωπής-δίχως δυσοσμία- για να ευημερούν στο μηδέν.
Τουλούζ, η χρήση των ονείρων δεν είναι ακάθαρτη. Αν υποθέσουμε πως θα εμπιστευτώ, στο τέλος, την πλάνη-υφίστανται αυτές οι αλλαγές μπροστά στην απληστία μιας ετοιμοθάνατης-
θα είναι σαν να γελοιογραφώ το αδύνατο. Θα μοιάζει σαν να έχω ταυτόχρονα ευλογηθεί από αυτό. Ανιχνεύοντας τις αποκλίσεις μου από την κανονικότητα της θηρίας του λογικού και του χρήσιμου, θα έλεγα πως βρίσκομαι σ’ένα προκαταρκτικό στάδιο που συνοψίζει όλες τις αποδοχές του αρνητισμού του Ναι. Και αν γράψω για σένα και τα «μοιρογνωμόνια» θα πω πως μου έκλεψες όλες τις μοίρες που δεν ήξερα να μετρήσω. Για το αχανές αλλά με πρόσωπο, δράμα κάθε ψυχικού όντος. Αντιστικτικού.
Στη διαλεκτική των ομοιωμάτων, εμείς είμαστε τα βαρέα και ανθυγιεινά. Και ό,τι περιπολείται στη δική μας παρακμή, την αλλόθρησκη, περιπολείται από την αθλιότητα των θερμοκηπίων και τους χυδαίους προβολείς τους, με «καλλιτεχνήματα» που στρεβλώνουν και ροκανίζουν τα ψυχικά γεγονότα.

Είμαι ακόμη στο παράθυρο.
Η αναπνοή μου γέμισε ευκάλυπτο και η πέτρα στο θώρακα, λόγω της τριβής, υποχωρεί. Τη φωνή μου σπάνια τη χρησιμοποιώ, είναι βραχνή και αβέβαιη κάτω από το βάρος τόσων εκχυλισμάτων από λιπάσματα φυτοφαρμάκων και κοπριάς. Η φωνή μου είναι ριζωμένη σε βυθό κακόφημο προς τον τόπο του ωκεανού όπου γεννιούνται τα μαύρα μαργαριτάρια. Σαν τρύπα που το διαμέτρημά της εκπαιδεύεται βραδέως στο αντεστραμμένο βάθος της, παρεξηγημένη από πρωκτικές συμπεριφορές.


Σε περιμένω εδώ σ’αυτό το νοτιοανατολικό παράθυρο, με το δείκτη στο Ντο, σε μια αερώδη διάσταση, για τον άγνεθο ακόμη ιστό, στην πτητική μεμβράνη-ελαφρά συσκοτισμένη από τους κλέφτες- του μυαλού μου. Σε μια κινδυνοφόρο πίστα. Με μειωμένη ταχύτητα αλλά με ανοιχτά φτερά. Ψάξε με στα φύλλα του κισσού,στις κληματαριές και στο βασιλικό της γλάστρας σου.Ψάξε με σ'εκείνη την παλιά ξεχασμένη και ξεθωριασμένα κόκκινη βάρκα. Θα σε συναντήσω μέσα στο μαύρο μαργαριτάρι και στα σπόρια του καρπουζιού.



αφιερωμένο στο enfant rate