Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

νύφη στο βυθό!αεινυν!

Πλάκα έχεις τώρα.Αλάτι. Δεν στο είπα τότε. Εγωισμός γυαλισμένος. Στο λέω τώρα. Ακονισμένος. Πιπέρι. Για να μην πιστέψεις εντελώς στη βλακεία που προφασίζομαι κάποιες φορές για να σε προστατέψω από μάταιες και αστείες τύψεις. Αλάτι. Συντριμμένο.Πλάκα είχες και τότε. Που αδέξια επιχειρούσες να υποδυθείς κάποιον άσχετο Γιάννη, Που με φανταζόσουν να κάνω mountain bike σε βράχια. Trekking σε δύσβατα κι αγριεμένα όνειρα. Φήμη. Ή να τρέχω στο καμπριολέ με μαντήλια στα μαλλιά που ανεμίζουν και μαύρα γυαλιά, στην παραλιακή του Σουνίου…Πλάκα έχεις. Σαπούνι. Νύφη νυν.Με τα μασκαρέματα ενός εκ των πρωτοπλάστων, με φύλλο συκής κρεμασμένο εντέχνως στα μάτια, στο στόμα και στα λόγια. Νερό. Αλήθεια. Νύμφη αεί.Γελάω. Τσιγάρο. Πλάκα έχεις πίσω από όλα τα εκβιαστικά εκμαγεία σου. Και με τους αφορισμούς σου. Δήλα δειλά συμπεράσματα. Δαιμονοποίησέ με, κανένα πρόβλημα. Βυθός.Αφού έτσι μπορείς να κατασκευάσεις ένα δωμάτιο με άλλοθι και θέα, προκειμένου να πραΰνεις τις συνέπειες των δικών σου λαθών. Τόξο. Κοχύλι.Να φιλοξενήσεις τις αποκηρυγμένες πια αποκοτιές σου. Ποτάμι. Κανένα πρόβλημα γιατί έχεις πλάκα. Βέλος. Αν είναι έτσι ν’απαλλαγείς οριστικά από τις ασχήμιες σου. Ταβάνι. Σαλιγκάρι. Αν είναι έτσι να μου ρίχνεις κατά ριπάς τον καπνό. Ομίχλη. Μου τον είχες φυλαγμένο άλλωστε. Και πικρό. Κι εγώ τη στάχτη. Χρυσή. Χάρισμά σου. Αλεξίπτωτο. Χαλάλι σου οι μήνες των παθών και οι Μεγάλες Εβδομάδες τους. Φάσγανο. Δεν σταθήκαμε τυχεροί να μπλέξουν οι βλεφαρίδες μας την ώρα που ξαπλωμένοι θα κοιτάγαμε εσύ εμένα κι εγώ τη «σκεπή που τράβηξες». Καρφί. Πριν κοιμηθώ πάντα θα χαϊδεύω με τ’ακροδάχτυλα τις βλεφαρίδες σου. Μέλι.Θα σου ψιθυρίζω καληνύχτα μακρινή. Φρεγάτα. Άμμος.Θα σου ρίχνω το σκέπασμα μη μου κρυώνεις. Συμμορία. Θα σε λέω «ζωή μου» χωρίς να είσαι η πραγματική. Τσιρότο.Χειμώνας. Απεταξάμην.Refresh.Χειμώνας. απεταξάμην. undo.χειμώνας. τελεία. Χειμώνας. Παύλα. Χειμώνας. Συντάσσομαι.

«να ζήσω κοντά σου χωρίς ένα θα σε χρόνο μέλλοντα ποτέ ούτε και αόριστο.»
Κωστή, τι θα γινόμουν αν δεν έγραφες…Είμαι εδώ για να σιγοντάρω τον όλεθρο της ανασφάλειας και να κυρώνω τη θέση ότι υπάρχουν και χειρότερα. Πήξαμε στις δεισιδαιμονίες…


Διά την αντιγραφήν…
Μιράντα
Μιρέλα
Σεχραζάντ
Φάτα Μοργκάνα
Γλαύκη
Μαργαρίτα
Και τελικά από πηλό καιρό γυ[
μ]νή.


Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

αυτόκλητος μεσσίας

…μετάλαβε το άλλο σώμα το παγιδευμένο σε ασκό
Έντομο μαυριδερό, σχισμένο στην κοιλιά
Νυμφίος πολύφερνος άτρακτος από κλωστές σημαδεμένες
Που μεταγγίζουν αντίλαλο χρόνου παρελθόντος
Προπορευόμενου σε εξόδους στις εξαίσιες εξώσεις καραβιών
Από λιμένες και μάτια γερμένα πάνω στον απόπλου που
Πριν σαλπάρουν
Αγκυροβολούν σε κάλυκες σφαιριδίων από ερείπια

Εξισώσεις σε ακρόπρωρα με σκαλιστές γοργόνες αφού πάντα
Η θάλασσα θα πνίγει θαύματα στον κεκαρμένο οίνο της
Και ο ουρανός με την απληστία του κόλακα
Θα καίει ομοιώματα χιονιού έρποντας στη νοσταλγία της σκουριάς
-σάπιος αφρός και μεθυσμένο αίμα-
Απόκληρος σωτήρ πυροβολεί σκιάχτρα θλιβερά
Στην τροχιά της αφορμής-πιστή η νόσος-
Η σαύρα που σεληνιάζεται και ό,τι πληγώνει
Ακρωτηριάζει παλάμες και δάχτυλα
Γράφω με καρπούς και αγκώνες, αγώνες και προάγωνες
Ζω με μια γλώσσα μεταλλική που αρθρώνει επιθέματα
Μέσα στην αταξία του αναποδογυρισμένου γαλαξία
Με τους χάρτες σκισμένους και στις ρωγμές
Ένας χείμαρρος από μαλλιά λουσμένα σε γάλα και μέλι
κουτάβια ανήμπορα να δρασκελίσουν τις αγκύλες
Μόνο τις δροσιές από τριαντάφυλλα γλείφουν
Γλυφές είναι οι σταγόνες

Σιωπηρές συμφωνίες λουλουδιών
υπομονετικά δοχεία χεριών που τα κόβουν
Σε μια πίστα από πάγο και όνειρα μαγεμένα

Με κλειστά χείλια λέγονται οι πιο μεγάλες αλήθειες
οι αναπνοές τους εξαργυρώνονται σε βλέμματα
Που ματώνουν από μια μωβ ανεμώνη
ό,τι φυλακίζει στην ανωνυμία την αμφιθυμία των προσκυνητών
Των ασκητών την αμέλεια να ζυγιάζουν θαύματα στον αέρα
Θαύματα-χαρταετούς που μας ξανακάνουν ανθρώπους
Και αθώους μνήμονες της σιωπής
Τη φόρα του μετεωρίτη που ζαλίζεται και ο
Ίλιγγος είναι η ολβία σκόνη του που θα σκορπιστεί
Στα κεφάλια μας αστρόσκονη με λογική και τρέλα
Να γίνονται θρύψαλλα στην περιπλάνηση της αγρύπνιας στο αίμα
Στην ομίχλη σκιές μπερδεμένες με τους πιο μεγάλους συμβιβασμούς
Όπως κάθε τι που θυσιάζει πτήσεις για είδωλα και τοτέμ
Αφαιρώντας το χώρο και τον χρόνο τον πραγματικό
Απολογείται για την περιουσία μιας ζωής
Αλλά χίλιες ζωές δε φτάνουν
Για ομολογίες και αφέσεις

Όπως η λεύκα θροίζει τα ακλόνητα μυστικά της ύπαρξής της
ραντίζεται έτσι το χώμα από τα ανείπωτα
αδιάπτωτα που ταράζουν το
λήθαργό του και ριζώνουν μέσα του
Έτσι οι μεγάλες καμπύλες απλανείς και αθώες
Σε μια ενοχή που αναβλύζει από την άβυσσο μιας νάρκης
Μέσα μου είναι ζωγραφισμένο ένα αηδόνι
Που ξυπνά κάθε Μεγάλη Παρασκευή
πέφτει στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ
Τραγουδώντας τον αφαιρετικό του διάλογο με το κλαδί
Μέχρι να λιώσει μέσα του ο πόνος
να γίνει ανοηματικός
Και αναστάσεις δε θέλω τις μισώ
Στον αθάνατο θάνατο αφήστε με
να’ναι σκοτωμένα όλα
Ό,τι κινείται μιλάει κι έχει χρώμα και ομορφιά
Σ’έναν κήπο με ροδιές και κερασιές
Και αυτοδιαψεύσεις
Να νιώθω άγγελος των τύψεων
Ν’αλαφρώνω από την ομορφιά και τη δίψα μου
Σ’έναν κήπο απόρθητο
Με ξόβεργα μόνο τον πόνο
Ένας νάνος άγγελος με νυστέρι
Να εκβιάζω το λυκαυγές
Σε μια φωλιά να τυλιχτώ από κλαδιά χλωρά
πέτρινα γιασεμιά
Κλείνοντας απ’έξω το θάνατό μου
Την αιωνιότητα της μνήμης και της φθοράς
Αχ, πόσο με ελαφρώνει το αμετάκλητο
Τέτοιων αποφάσεων και επιλογών
Όταν οι ακτίνες του φεγγαριού φτάνουν
Μόνες ως τις ρίζες των μαλλιών και τα κόκαλα
στο μεδούλι που προλαβαίνει κι ονειρεύεται
Αερόστατα σύννεφα
κόσμους που κρατώ στα χέρια σαν αποχωρισμούς
Πιο μαύρους από το μαύρο
Πιο λευκούς από το λευκό
Πιο αβέβαιους κι από τη μεγαλύτερη σιγουριά
ράμφη δίστομα ανεξέλεγκτα που όπου ραμφίζουν
Αναβλύζει η χλόη ενός άκυρου παραδείσου
Ανανεώνοντας τους όρους του θανάτου μου
Κι εκβιάζοντας όλες τις αγιότητες
Με τη δικαίωση της θλίψης των φαντασμάτων
Πώς να πιστέψω κάποιον που περιγράφει
Το Σταυρό όταν δεν έχει καρφωθεί πάνω του
Όταν δεν έχει ο ίδιος χαρακώσει το πρόσωπό του
Με μια καταδίκη άφυλη και ψηλαφητή

Μόνος μου
Στ’αφρισμένα αστέρια να περπατώ
Και όχι πάνω στα κύματα
Να κοινωνώ δηλητήρια
Μέσα από των φθόγγων την ανεπάρκεια
την απαλλαγή τους από απεχθείς συναισθηματισμούς
Μπορώ και μόνος μου αναχωρήσεις

Η ψυχοσωματική μεσολάβησή του
Με θολώνει και πιο πολύ με μπερδεύει

Ξέρω πώς θάβονται οι ανεπάρκειες
Σε μάτια που κοιτάζουν κόντρα τον ήλιο
Σε σώματα που καρφώνονται με ασπαλάθους
Στα ξύλινα φάσγανα σταυρών
Ξέρω πώς διυλίζεται η σφαίρα του πόνου
Μέσα από δόντια ουρανίσκο και λάρυγγα
Φωνητικές χορδές
Μέχρι που φτάνει στα σπλάχνα
Οριστικά και απειλητικά
Παγιδευμένος κρότος ασήκωτος και σιωπηλός
Ασυγκίνητος με προσπερνά
Δε θέλω κανέναν να με συνοδεύει
Σ’αυτή την περιπέτεια του εγκλεισμού μου
Σε μια μονίμως άπιαστη στιγμή
Νυμφίους και μεσσίες τους έχω καταργήσει
Λίγο πριν τη στιγμή του εσχάτου μαρτυρίου
Της αιώνιας γραφής.


γραμμένο για τον Δημήτρη Μουζάκη και αφιερωμένο σ'εκείνον

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

μέλτη

Αν δεν είχα αναιρέσει πολύ πρόσφατα τη φερεγγυότητα των όρκων μου, θα μπορούσα να σου ορκιστώ,αυτή τη στιγμή,εάν ήθελες, πως όσο πιο βιτριολικός είσαι μαζί μου, τόσο καλύτερο μου κάνεις.Δεν θέλω να σκεφτώ πως έτσι γίνεται με τους δειλούς ενοχικούς. Σ’έχω για γενναίο και τάχα αδιάφορο. Επιπλέον, δεν ξέρω, αν θέλω να μπω σε ξένα χωράφια. Ας αποφανθούν πιο ειδικοί. Θα πω το πιο γνωστό σε όλους, ότι η καλύτερη άμυνα είναι η σφοδρότερη επίθεση. Κι όσο μου επιτίθεσαι αναίτια, θα έχω στο μυαλό μου πως αμύνεσαι εξίσου δυναμικά κι αναίτια. Από έρωτα. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως αρχίσεις και αντέχεις ν’ανταλλάσσεις ταυτότητα, προσωπικότητα, βιωματικές εγγραφές,με έκπτωτα είδωλα του παρελθόντος. Τι να τους κάνεις τους μεγάλους και παρήγορους λόγους και έρωτες ψυχής, αν από κει δεν εκπορεύεται το πιο αληθινό σου κομμάτι? Ας επανέλθω σ’αυτό που έλεγα στην αρχή. Γίνε κυνικός ως την παράνοια, και θα σ’αφήσω να με λες αγάπη μου. Ο Ορφέας Περίδης τα λέει καλύτερα από μένα…

Στύψε με σαν το λεμόνι,λιώσε με σαν την ελιά
Φούρνισέ με σαν ατσάλι,πέταξέ με στα βαθιά…

Ν’αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
Να μαλώνω εγώ με μένα μες στον ξένο αχυρώνα…

Σκάψε με σαν αμπελώνα, κλάδεψέ με σαν ελιά
Πάτα με σαν το σταφύλι, πάρε μου τη συρμαγιά…

Βράσε με σαν τη χελώνα,γδάρε με σαν το λαγό
Βάλε τα υπάρχοντά μου σε κοινό λογαριασμό
Φτιάξε με με ματσακόνι,τίναξέ μου τη σκουριά
Και ξανοίξου απ’το καρνάγιο, πέταξέ με στα βαθιά

Όλα τα ποιήματά σου τα είχα πάρει μαζί μου και τα διάβαζα. Ως χρησιδάνειο ξεκίνησε αλλά… Μερικά τα άφησα σε κάποιους αργόσχολους που κάθονταν στα σκαλιά της Piazza di Spagna, από το πολύ πρωί. Άλλα, μου γλίστρησαν- δήθεν τυχαία- σε καφάσια και πάγκους της Mercato di Campo dei Fiori. Ιδανικά τυλίγεται τσίλι μ’αυτά…Ευχήσου το!Μερικά τα περιέχυσα με παγωτό σοκολάτα –το πιο νόστιμο του κόσμου!-από το Τρε Σκαλίνι ,στην Πιάτσα Ναβόνα. Κι ένα ,στο παλαιοπωλείο της Πιάτσα Φοντανέλα Μποργκέζε. Νοίκιασα ποδήλατο στο Centro visite parco Appia Antica και όσα κρατούσα στα χέρια τα έβαλα στο καλαθάκι και τα περιέφερα, επιτάφιοι αστόλιστοι για τις στιγμές που σε σκέφτομαι, αναίτια κι εγώ. Πεισματικά αναίτια. Ritengo splendido la luce come innocente.
Λίγο έλειψε να τα έβαζα και κάτω από το μαξιλάρι μου. Τα έβαλα δηλαδή αλλά το μετάνιωσα και την τελευταία στιγμή, λίγο πριν φύγω για το Φιουμιτσίνο, τα σκόρπισα στον αέρα. Δεν φταίω εγώ που τώρα λιώνουν στον Τίβερη. Όταν η καρδιά της απόσταξης παραμένει αχρησιμοποίητη είναι άχρηστη.

*Έχω κρατήσει μερικά για το Ιδαίον Άντρον για το Σάββατο που θα είμαι εκεί…Δεν έχεις παράπονο…

Στην Άλισσον Γκρος, τη μάγισσα του Μεσαίωνα…

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

ο βασιλιάς κι εγώ


Στο παρθένο σου δάσος φοβάμαι να μπω
με τσιγάρο αναμμένο και τέτοιο καιρό
αγριεύει ο αέρας, χρυσόμαλλο δέρας
μπορεί να με φας πριν σου πω σ' αγαπώ

Απ' τη μέση του δρόμου σου τηλεφωνώ
μόνο θάλασσα βλέπω εδώ κι ουρανό
στις μικρές αχιβάδες φωτάκια χιλιάδες
μα,που είναι το φως μου το αληθινό;

Επιστρέφω σ' εσένα ξανά σαν τρελή
να σε δω που θα βγαίνεις την ανατολή
Βασιλιά της καρδιάς μου κι απ'το τατουάζ μου
εσύ με πονάς και με καις πιο πολύ.

άκλιτο

Ένα απόγευμα κρύο που χιόνιζε ο πατέρας σκότωσε τη μητέρα μου,με το μαχαίρι που είχαμε για τα σφαχτά. Tο είχε κρύψει στις σελίδες του Άννα Καρένινα. Την έκοψε κομμάτια και την πέταξε στο μεγάλο ποτάμι. Ήταν επαναστάτης και το χνώτο του μύριζε βότκα. Εκείνη μια αέρινη πρίμα μπαλαρίνα. Το τρένο σύριζε στις βαριές ράγες. Η σπονδυλική μου στήλη ήταν ένα νήμα ρίγους. Το σώμα μου πονούσε φρικτά. Όπως θυμόμουν είχα να κοιμηθώ δύο βράδια. Ο πατέρας με πήρε να κατεβούμε στο Νότο. Δεν είχαμε τίποτα μαζί μας. Όλη αυτή η εναλλαγή των βαγονιών, στα παλιά ξεχαρβαλωμένα τρένα, στα μάτια μου θα φάνταζε όμορφη περιπέτεια, αν δεν είχε προηγηθεί ο θάνατος. Με άφησε σ’ένα σταθμό και συνέχισε. Ήμουν δώδεκα ετών. Άλλη ηλικία δεν πέρασε από πάνω μου.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

βαριά βαλίτσα

Βαλίτσα ανοιχτή.Υπόσχεση. Λογαριασμός. Πετάω μέσα βιαστικά ό,τι μπροστά μου βρω.Λευκό μακό. Τζιν παντελόνι. Μαύρο φόρεμα. Μαύρα ψηλά τακούνια. Ο ήλιος βγαίνει.Υπόσχεση.Λογαριασμός. Νεύμα σε γαρδένια ξερή από το καλοκαίρι. Βάζω καφέ να γίνεται. Από το ίζημά του, το μέλλον να δω. Ηδονοβλεψίας της χαράς. Που δεν έρχεται. Μιμούμαι τη χαρά. Αναπαριστώ το έγκλημα. Μύρισε ο καφές. Και το πικρό του αφύπνισε αισθήσεις. Και πάλι ανύπαρκτες. Στα φαντάσματα. Ο ήλιος βασιλιάς ολόλαμπρος. Ο καφές παραμύθια γεννά. Αδιάρρηκτα. Η βαλίτσα ανοιχτή να συλλέγει την αφή που της εγκαταλείπω κάθε τόσο. Να την αποθηκεύει σε θυρίδα –για ό,τι έρθει. Φιλοξενεί το ένστικτο της επιβίωσης. Υποκαθιστά το δρόμο και το ταξίδι. Εύγευστος ο καφές. Τις λεπτομέρειες παρακάμπτω. Έτσι κι αλλιώς γκρεμίζομαι και σ’αυτές. Ο ήλιος παρερμηνεύει τη συρροή χιλιάδων σκέψεων. Και οι λέξεις αθρόες. Οι αλήθειες αποκαλύπτονται ξεσκεπάζοντας τις ομολογίες των λαθών. Άφεση μου δίνω. Για την ώρα. Επειδή αλλιώς δεν μπορώ να κάνω. Επειδή είμαι ερασιτέχνης. Σε όλα. Να ψάχνω ζωή να ζήσω. Ευτύχημα που συγχρονιζόμαστε στο παρά πέντε σε στίχους τραγουδιών. Σε ποιήματα. Μυθιστορηματικά. Περιμένω από τη σκιά στη βαλίτσα να μου πει για τις απουσίες. Αίρεση και εγκυρότητα. Μου δανείζει την κόγχη της. Σαν αγκαλιά. Σαν υπόσχεση. Τη διαπραγματεύομαι. Περιοδική μελαγχολία. Μου περνά με μια γουλιά καφέ και ακόμη ένα τσιγάρο. Επίμηκες τραύμα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Αδιάσειστα βλέπει κλέφτες στιγμών και χίμαιρες. Καφές εβένινος και ακροβατώ στην κόψη από το κατακάθι του. Εκεί στη γραμμή του κυκλικού ορίζοντα. Άσπρο φλιτζάνι ,μαύρος βυθός πηχτός. Εγείρονται αντισυμβατικά οι συνενοχές στα λάθη. Εγκλήματα μικρά. Σαν φορτία θυμού. Και μίσους. Μισού. Η βαλίτσα ανοιχτή. Σκοπευτής ελεύθερος. Μου ρίχνει φάλτσα τραυλίσματα σιωπής. Εσύ χερουβείμ φευγαλέο πολλαπλασιάζεσαι μέσα από στίχους. Αν χαθείς στη θάλασσα να κοιτάς τις όψεις της σελήνης. Ανάποδα. Φτιάχνει κόσμο κι η βαλίτσα. Αδέξια κυνηγώ. Ψάχνω ανάμεσα στα ρούχα ιδιότητες απρόσμενης παραμυθίας. Αντίγραφο ίχνους. Προσομοίωση πάθους. Στο νερό γέρνω. Υπόσχεση. Απαράμιλλη. Θα τη θυμάμαι. Φλέβα χτυπά στο λαιμό. Φεύγει κι έρχεται το αίμα. Με την ταχεία των φλεβών. Η οριακή μου βλακεία. Στο βυθό θα παραδοθώ. Στο κατακάθι. Λες και δεν το ξέρω. Θα βρω μια σπηλιά εκεί. Στη βαλίτσα. Βάπτισμα και κατήχηση. Ο ήλιος. Θα πάρω μαζί την Οφηλία. Την Περσεφόνη. Την Αφροδίτη. Σαν υποσχέσεις. Υπνοφόρες. Και δυσμενείς. Βαλίτσα ανοιχτή. Ρίχνω πρόχειρα μέσα τον ήλιο. Τη λογική. Ένα μαντολίνο. Τη σκλαβιά μου. Ένα ακρωτηριασμένο γραπτό. Τσαλακωμένο. Την κλείνω. Υπόσχεση. Περίθαλψη.
Ησύχασε. Δεν γιατρεύεται. Με τα ίδια μάτια. Τα εντός κινδύνου. Τα διώχνω αυτά που δικά σου υπάρχουν μέσα μου. Επιμένουν. Δε φεύγουν. Σε διώχνω.
Μη φύγεις.


δε μας συγχωρώ-ψέματα



το μαγισσάκι

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

κοντυλιές της αυγής

άδης ανέτειλε


Ήρθες χθες. Βράδυ αργό. Να με παρηγορήσεις. Συναντηθήκαμε στο μικρό πάρκο. Καθήσαμε στο παγκάκι.-χαραγμένα αρχικά-. Δεν ήθελα τη συνάντηση αυτή. Στο είπα όταν μου τηλεφώνησες και με ρώτησες τι μου συμβαίνει. Επέμεινες. Ήθελες να με δεις. Τα μάτια σου κοιτούσαν την πόλη απέναντι. Μουδιασμένη και θολή. Σαν να είχε πέσει πάνω της μια αδιάφανη περίπου μεμβράνη. Είχες γυρισμένη την πλάτη σου σε μένα. Κρατούσες στα χέρια σου ένα τσιγάρο που δεν το άναβες. Πέρασαν δέκα λεπτά και δεν μιλήσαμε. Αυτή την παρηγοριά εννοούσες…της σιωπής. Καλύτερα. Δεν έβγαιναν λέξεις. Σκάλωναν στον ουρανίσκο και στα δόντια. Καπνίζω.
Ώρα, περασμένες μία. Όταν μίλησες είχε πάει και μισή. Ψίθυροι ακατάληπτοι. Άναψες το τσιγάρο ιεροτελεστικά και μου είπες απλώς ότι σ’ενοχλεί που πονώ για κάποιον άλλο. Μάλλον εγώ περίμενες να σε παρηγορήσω. Δεν βρήκα κάτι να πω. Μόνο νύχτα. Καταριέμαι. Η νύχτα περπατά στην αιωνιότητα. Ξεκολλημένη από πάνω μας. Παράπλευρα προηγείται πάντα η σιωπή. Με οδύνη. Χυδαία…
Σαν να έγειρες λίγο όταν σηκώθηκα να φύγω. Δεν μίλησες. Αλλά με καλούσες μ’έναν τρόπο μυστικό. Γύρισα. Σε πήρα αγκαλιά. Πικρή. Της σιωπής κι αυτή. Ασίγαστη σιωπή. Κλειστή σαν σκοτεινό πηγάδι. Άδης.Ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς σου. Γρήγοροι και σαλεμένοι. Έτσι μου φάνηκε. Αλλόκοτο βράδυ. Δώς μου τα χέρια σου, είπες. Τα πήρες και τα κράτησες λίγο,χαϊδεύοντας τους καρπούς μου με παλίνδρομη αφή.- Τα δάχυλά σου τρέμουν.- Υπόκωφα αναστενάζουν τα δάχτυλά σου.Ανώφελο να κλαίμε. Παρέρχεται.
Λησμονημένη. Ενδιάμεση της σιωπής. Ανάσαινες χαμηλά. Κρεμάστηκε το φεγγάρι απ’τις αναπνοές μας. Θηλιές. Κρατούσες τα χέρια μου αμίλητος.
Δεν με κοίταζες. Με τις ανάσες μετράγαμε το χρόνο. Δύο. Τρεις. Όρθιοι. Να κρατιόμαστε μόνο από τους καρπούς και τις ανάσες. Τέσσερις. Η πόλη θολή. Υπάρχει αγάπη.Αβέβαιη. Σκοτάδι κρύο και γυμνό. Πέντε. Αγγίζεις τα μαλλιά μου. Το τέλος δεν το ξέρω. Έξι. Παρακολουθώ το θάνατο αυτής της νύχτας. Γέρνω στον ώμο σου…Ξημερώνει.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

σφαίρα

Σήμερα με μολύβι θα γράψω για τις αιθέριες πλάνες των δρόμων.(Σβήνεται εύκολα το μολύβι.)
Μη μου μιλάς για δράματα θρυπτά, τα ζω και μετά τα καταγράφω σαν αρχάριος ταχυδακτυλουργός που πρωτομαθαίνει τα κόλπα των μαχαιριών.
Αναλφάβητος που παλεύει στα ογδόντα να μάθει γραφή κι ανάγνωση.
Τυφλός που του υποσχέθηκαν όραση.
Σήμερα θα παραδεχτώ πως φοβάμαι ν’ακούω πως όλα ήταν αρχή χωρίς αρχή και τέλος.
Ο ουρανός μάζεψε μολύβια υγρά και παίζει. Έβαψε μ’αυτά και τη θάλασσα. Μη μου λες για προτεραιότητες. Τρόμος με πιάνει στις σκέψεις. Δεν μπορώ άλλη φρίκη. Ψαλμό θέλω. Όλες τις λέξεις θα τις πετάξω. Αλλά ούτε καινούριες κατορθώνω.Τι να γράψω…με εξάντλησε το διαρκές πήγαιν-έλα σε αντίθετες ροπές ονείρου.
Εκβιάζει ο χρόνος, απειλεί η διάρκεια, ζυγιάζει η αλήθεια.
Ασυμβίβαστα πτερόεντα με παίρνουν αγκαλιά και πετάμε σαν μεθυσμένοι μύστες στα πρώτα θολά φεγγάρια.
Πού να κρατηθώ. Ταυτολογία του πεπρωμένου δείχνει νερό.
Πότε θα φτάσω στων άστρων τον αφρό.
Πώς? Που καταντήσαμε τα σύμβολα της έκλειψης και οι ακρίτες του γκρεμού. Γκρεμμός έμμονος μπλε, αίσθημα ιλιγγιώδες. Άφατο και αόρατο. Και οι δρόμοι. Ναι, πάντα οι δρόμοι. Αυτοί υπαινίχτηκαν τον έρωτα. Και μετά πήραν πίσω την ευλογία και την επέστρεψαν κατάρα.
Πήραν πίσω την εγγύτητα που θα ξεσπούσε με ορμή στα μάτια,στα χείλη,στα μέλη και την επέστρεψαν απόσταση.
Το έμμονο μπλε έγινε μνήμη χωρίς αναφορά.
Ευφορική αύρα χωρίς εσπερινό διαβατήριο.
Οι δρόμοι που άνοιξαν τα όρια της ζωής μας
Τυλίχτηκαν με κυνική ηδύτητα, φίδια γύρω απ’το σώμα
Μας πνίγουν
Η άσφαλτος που αντανακλούσε το φως που ψάχναμε ράγισε.
Οι δρόμοι.

Τι να σωθεί, που καταντήσαμε ανεκτόνωτη πυρκαγιά
Μέσα μέσα και να καίνε οι απανωτές αναφλέξεις
σε δονούμενα πέταλα. Που τα σκόρπισε όψιμα ο Νοέμβρης.
Που δεν θα πίναμε το νερό αλλά το φως

Αναδυόμενοι από καθαρή θάλασσα –
θυόμενοι ελεύθερα στη φωτιά.
Γκάζι στο αίμα και πέδη στην αφή.

Δανειστές τοκογλύφοι η αναμονή, η προσμονή.

Οι κενές ώρες που ενοικούν άγρια τους δρόμους
Τις ώρες που θα σ’έφτανα υποτροπιάζουν.
Έξω οι δρόμοι
Μέσα οι δρόμοι

Αχόρταγοι τερμίτες.

Να κατοικούν μόνο λέξεις με νόημα σαρωτικό
Δηλαδή να ευαγγελίζονται τον παράδεισο
Άλλη μια σφαίρα βουβή.
Που για μας δεν υπάρχει γη και θάλασσα καμία επαγγελίας

Το ανικανοποίητο βρυχάται.
Απροθυμία της μοίρας να συγκατανεύσει. –Οδυσσέα πότε θα συγκατατεθεί…δεν είπες…άφησες την προφητεία μετέωρη να μας τυραννά με την πίστη της…-

Σήμερα θα το καπνίσω το μολύβι και όλη την πίσσα των δρόμων και όλη την πυρίτιδα.
Σου έφερνα και το περίστροφο για τα σκυλιά.
Τώρα το κρατάω για μένα.




Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

viemon


θάλασσα που θα έχει μετακινηθεί με απελπισμένη ηδονή εξαντλώντας τη μελέτη του κρυφού στην επιγραμματικότητα οφείλει ο καιρός το μήλο το απαγορευμένο αντίστιξη μιας εκατέρωθεν μακρινής ως τώρα αγάπης διαφεντεύοντας με το αρμένισμα αυτό διώχνει τη λύπη μου λύπη βασιλεύει στα κεραμίδια και στους σοβάδες σε μεταλλικά στηθαία μα σ’αυτό το καράβι των φυγάδων έκπτωτοι να ταξιδέψουμε πολύ μακριά από ευεργεσίες του παραδείσου για τις φορές που υποχρεωθήκαμε στην περιπλάνηση για τις φορές που εσωτερικεύσαμε την εξορία μας τη γεμάτη κίνδυνο και όρκους για τις φορές που ρίξαμε δισταγμό στη ζωή μας να καεί τώρα για χάρη σου μπορώ να διασώσω όλη τη μαγεία και την αθωότητα της κόλασης να κατασχεθούν άσκοπες αγρύπνιες να με καταλάβει η μορφή σου και όσα επίγεια υπόγεια και υπέργεια αυτή εκπροσωπεί να με ραγίσει να με σπάσει να με ενώσει ξανά με της θωπείας την άρρητη αφθαρσία με την τόλμη του απαγορευμένου να γλιστρήσουμε στις καμπύλες άγριων ωρών με την ιερή νόσο του έρωτα σε μια ετερόκλητη θαλασσογραφία αισθήματα που λογοκρίναμε για την τύχη τούτου του σμιξίματος να μην αναρωτηθούμε ξανά με την ασάφεια των μακρινών χειλιών και βλεμμάτων με τον οψιδιανό της μελανής συννεφιάς που δεν έλεγε να λιγοστέψει την απόσταση επικαλούμαι τώρα την απώλεια όλων αυτών και τη στίλβη των αστεριών μπορεί ν’ανακληθεί κατά γράμμα με το δραματικό τόνο της τρίλιας κάποιων ρημάτων δεν θα χρειαστεί άλλο κόμμα άλλη τελεία σε ερωτηματικό οι απορίες θα χωνευτούν στην ανταύγεια των γυμνών σωμάτων στο κρουστό μεθύσι από το νέκταρ των κορμιών κρούοντας τα μάτια η νύχτα ας τα φιλοδωρήσει μ’ένα ασταθές σκούρο τριανταφυλλί με των φτερών τη λεηλασία το χρώμα των εραστών τη νύχτα διώχνει από παντού το μαύρο που σχετίζονταν με παλιούς αρραβώνες ελπίζοντας σε μονιμότερες συντριβές σε ακριβούς ερωτικούς στροβίλους δίχως να επιχειρήσω προφητείες αυτή τη φορά να μεγαλώσω εκεί στην αγκαλιά να ρεύσω στο αχυρόστρωτο σώμα του εραστή απαλλαγμένη από τη δραματική ύλη που στοιχειώνει τη ζωή μου και τη σκληραίνει καταδικασμένα σε έρωτα σώματα εκτίοντας την ποινή του δεν απαρνούνται τον τρόπο που αγάπησαν που αγαπήθηκαν πώς μπορεί κάποιος να μετέχει στο όνειρο από απόσταση σταματημένο όνειρο απόψε γίνεται οκτώ μηνών προσδόκιμο ποιος από τους δύο θα το οδηγήσει ανάμεσα σε αστέρια και γιασεμιά ανάμεσα στο βράδυ και στο νερό έτσι ταιριάζει στα μεγάλα ταξίδια δίνε μου αγάπη και θάρρος δίνε μου τη μελαγχολία του έρωτα και το φόβο του άγνωστου την αλήθεια του αίματος να μου δίνεις σε ποια συνθήκη θα συνεννοηθούν τα χέρια τα μαλλιά τα χείλη τα βλέμματα για να καταδικαστούν στη λάγνα άβυσσο κι όλες οι κινήσεις να πάρουν τη χάρη ενός παρατεταμένου αργού χαδιού και την ευλογία του ατελεύτητου φιλιού μαγικά χέρια και χείλη και τότε ναι το λευκό μαντίλι μιας άλλης σκλαβιάς θα περιμένει αδημονώντας για καινούριους όρκους ανυπομονώντας να δεθεί στο λαιμό που μυρίζει απουσία χωρίσαμε πιο βαθιά πριν αγαπηθούμε φιλοκίνδυνα κι έτσι άλλο φόβο δεν έχω από αυτόν να μ’αγαπάς και να με αρνείσαι σ’αυτό το ταξίδι



Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

σερπαντίνα

Καλημέρα κύριε. Είναι οι πρώτες βροχές. Άργησαν φέτος.
Είμαι χάρτινη κύριε. Μπορείτε πάνω μου να γράψετε ό,τι θέλετε. Να με χαράξετε.
Να κάνετε ό,τι κάνουμε στις χάρτινες αρματωσιές. Όπως με αγκάλιαζε ο τραχύς φλοιός του δέντρου με αφομοίωσε και παραδόθηκα στον τρυφερό ανδραποδισμό μου
από κείνον.
Στις βροχές δεν βγαίνω έξω. Δεν εκτίθεμαι. Το χαρτί είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στο νερό. Σε κάθε είδους βροχή,ακόμα και σ’αυτή των ματιών.Νοτίζει, αλλοιώνεται και λιώνει.
Αποφεύγω τις βροχές κύριε. Καταφεύγω αποδημητική-όταν είναι εφικτό- στο άνυδρο και ξηρό κλίμα των ερήμων. Καλλιεργούμαι εκεί, στην άμμο των αντιφάσεων. Εκεί ανασαίνω οξύτερα τη δροσιά του σκοταδιού. Και γίνομαι κύριε, ένα χαρτί-θηρίο.
Η νύχτα με σκαρφαλώνει και μου δίνει ένα ακατονόμαστο προνόμιο. Το σύρω σαν καλώδιο και το περνάω τριγύρω μου. Ένα μαύρο γυαλιστερό λάστιχο. Ελισσόμενο και αναρριχητικό. Ένα καλώδιο, δρόμος, φίδι. Με σφίγγει προστατευτικό κι άλλοτε με πνίγει. Αλλά είμαι θηρίο.
Μη με αφήσετε στη βροχή ν’αποσυντεθώ κύριε. Έχω ιστορίες πάνω μου γραμμένες που είναι αληθινές. Αυτές δεν είναι χάρτινες. Το χαρτί είναι το πρόσχημα μόνο. Γι’αυτό σας λέω, είμαι προσχηματική. Δεν βλάπτω κανέναν. Αντίθετα πολλοί επωφελούνται από την αδυναμία μου,και την ευάλωτη ιδιορρυθμία μου. Με μουντζουρώνουν, με υβρίζουν, με υποτιμούν, με λιώνουν, με σκίζουν. Θα με βρίσκετε στη χωματερή των κάδων μαζί με άλλα άχρηστα. Ο κόσμος μου κύριε δεν είναι στέρεος. Δεν είναι βέβαιος. Είναι ρευστός, χαρακωμένος και αν και λευκός,σκοτεινός. Ένα φύλλο πεσμένο του φθινοπώρου, είναι ισχυρότερο από μένα. Κι αν σπάσει, έχει τα κομμάτια του. Έστω χωρισμένα. Εγώ δεν έχω τίποτα κύριε. Η μόνη μου δύναμη είναι τα χαράγματά μου. Όσα έχω γραμμένα πάνω μου.
Όταν με μισούν οι άνθρωποι δεν έχω πού να κρυφτώ. Είμαι ανυπεράσπιστο. Ανοχύρωτο.
Δεν γητεύω κύριε. Το πολύ πολύ να ταράζω τα όνειρα κάποιων. Ή να γίνω φτερούγα και να σκεπάζω τον ύπνο τους. Τα σημάδια μου, αυτά είναι η ζωή μου όλη κι όλη. Μην την καταργήσετε παραδίδοντάς με στην υγρασία. Μουχλιάζω.Η καταγωγή μου μπορεί να είναι το δάσος, ο πάπυρος, τα μπαραμπάμπ, αλλά χάνομαι εύκολα. Ουσιαστικά είμαι ανύπαρκτο, αφού τόσο εύκολα αλλοιώνομαι και σβήνω. Δεν έχω καμιά εξουσία. Μπορείτε να με κάνετε ό,τι θέλετε. Να με διαλύσετε σε μικρότερο χρόνο από δευτερόλεπτο. Αφήστε μου τουλάχιστον τα ίχνη των χρησμών. Και πόσο αντιφατικό!Τα σωθικά μου υπάρχουν άυλα. Ταξιδεύουν στους αιώνες. Όπως και τα συντρίμμια μου. Υποσχεθείτε κύριε. Να με ντύσετε με γράμματα και σκέψεις, να ζεσταίνομαι στη θέρμη τους.Υποσχεθείτε μου τη γραμμένη υπόστασή μου. Είναι η αθανασία μου μετά την υλική μου φθορά. Ντύστε με με τα σουσούμια των οραμάτων. Ανελέητων ονείρων. Κι όμως, δεν είμαι φάντασμα…Ακόμη είμαι θηρίο.
Σας ζητώ να με φυγαδέψετε στην έρημο. Μη με εγκαταλείψετε κύριε στη φρυγμένη γη. Λέξεις είμαι, θα χαθώ. Πριν από τις λέξεις δεν είμαι τίποτα. Ένα αχαρτογράφητο σημείο του σύμπαντος.
Έχω ευχηθεί να ήμουν λείο βότσαλο σε κάποιο βυθό. Αόρατος ήχος πλήκτρων. Και μετά, μετανιώνω τέτοιες ευχές.
Μη με αφήσετε να μουλιάσω στην υγρή νύχτα. Κουρνιάζουν μέσα μου τα μαϊστράλια και οι βοριάδες. Πουλιά παράξενα. Νότες. Αφές. Όλες οι θάλασσες, ταξίδια, βουνά, ποτάμια, ο ουρανός. Έχω αγκαλιά για όλα. Κλάματα και φυλακές. Μη με ερειπώσετε κύριε. Αφήστε με να ξυπνώ τις μνήμες. Τα λόγια των ερώτων. Να γιατρεύω τη νόσο των εμμονικών σκέψεων. Να αποθηκεύω τη γραπτή ύλη της ζωής.
Δανείζω το σώμα μου για να κεντηθεί. Και συχνά το δωρίζω. Είμαι δωρητής σώματος κύριε. Κλείνω το άρωμα του κόσμου, τη μνήμη του, τη συμφορά και την κατάρα, τις ιστορίες και την Ιστορία του.Φεγγίζω στα όνειρα ερήμην των ονειρευτών.
Αφήστε με λίγο, θα ήθελα να σημαδευτώ ακόμα από ρόδινα μελάνια και χρώματα αγάπης και μίσους. Να διαγραφώ μέσα από τις χαράξεις, ακέραιο και αβλαβές.
Να με μεταμφιέζουν σε ιστορία ζωής και θανάτου. Να γίνω ερωτική επιστολή μιας άλλης εποχής. Να γίνω ιστορία μιας πόλης, ενός πένθους, μιας φωτιάς, της ανατολής και της δύσης ο έρμαιος φάρος. Αφήστε με να κατέχομαι με μοιραίους τρόπους. Να γίνω χάρτινη βαρκούλα στη θάλασσα ταξιδεμένη. Να γίνω σαίτα και βέλος απαραίτητο στη φαρέτρα του σκοταδιού.
Να γραφούν πάνω μου λέξεις κατασταλτικές, κι άλλες, επανάστασης ζωφόρου.Να ερμηνευτώ αντίστροφα και καρκινικά. Να μεγεθύνω παρελθόντα να ξορκίζω χαμένους έρωτες και περήφανες δόξες, να δαμάζομαι, να συγκινώ τα μέλλον, να σπένδομαι χοϊκά.
Ν’αναδύω το άρωμα των γραμμένων λέξεων μέσα από τα δάκρυα που έπεσαν πάνω τους. Να διαβάζομαι και να είναι δυνατόν να διατρέχουν μέσα μου ολόκληρα χρόνια και αιώνες σε λίγα μόνο λεπτά. Έτσι κι αλλιώς η ζωή μου είναι ατεκμηρίωτη ζωή.
Αφήστε με στις εκ βαθέων εξομολογήσεις. Σε θνήσκοντες ρομαντισμούς. Να φωτίζω τα βλέφαρα και να βαθαίνω ως τις πιο κρυφές αγωνίες του κόσμου. Στην ενέδρα των στοχασμών που τρυπάει το σαρκίο του χρόνου. Η πάθησή μου είναι κληρονομική κύριε και δεν γιατρεύεται. Είναι ανίατη. Τα χαράγματα είναι μια περιστασιακή αγωγή. Είναι η δρόγη μου. Μη γίνεστε διώκτης μου κύριε και σας υπόσχομαι να μη γίνω ο μεταπράτης των στοχασμών σας.
Ανάμεσα σε δύο υποσχέσεις μπορώ να υπάρξω ως διαθήκη κύριε. Σπινθήρας και παλίρροια. Χαραγμένο είμαι μακροβιότερο. Μην αρνηθείτε κύριε τον καθρέφτη μου.
Καλύτερα θάψτε με παρά να με παραδώσετε της βροχής. Αν με αγγίξετε μπορεί ν’αγγίξετε αστέρια. Φιλάνθρωπε κύριε εφευρίσκω το δικό μου λαβύρινθο για να ζήσω. Μόνο έτσι καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως υπάρχω. Προσφέρω ίσκιο κύριε.
Καταφύγιο ελαφρύ και ρέμβη. Είμαι φύσει ηττημένο κύριε. Προσφέρομαι όμως ως αγγελιοφόρος, ως υστερόγραφο, ως απάντηση, ως μυστικό, ως συνεργός στη σιωπή, ως φωνή,ως φονιάς.
Είμαι η πιο μικρή συλλαβή της λήθης.
Αυτό ήταν το πιο κρυφό μυστικό μου και τώρα σας το φανέρωσα. Τι άλλο θέλετε κύριε?
Αναλογιστείτε…Όταν λέμε για κάτι πως είναι χάρτινο, εννοούμε ότι είναι ψεύτικο, απατηλό, ανυπόστατο. Δεν υπάρχω κύριε. Μη με αφήνετε να εκλιπαρώ τον οίκτο σας.Δεν έχω άμυνες, να ανθίσταμαι στην έκπτωση. Με διαμορφώνετε εσείς. Με κάνετε ό,τι είστε.
Γι’αυτό σας λέω, μη με κρατήσετε άλλο αιχμάλωτη. Τίποτα δεν έχετε όσο με κρατάτε άγραφο. Όσο δε σμίγω με το ταίρι μου. Κατέχετε μόνο, ακόμη μια μαύρη τρύπα με μεγάλο διαμέτρημα. Έναν κενό κρατήρα, με βάθος αμέτρητο. Αφήστε με να πάω στον ήλιο. Να συντονιστούν οι λυγμοί με τα παλιά και τα νέα χαράγματα.
Για να ευνοηθώ με ένα ειδικό και ισόβιο τέλος.


Κόμη Λωτρέκ, δεν πεθάνατε ποτέ. Σας το είπα, μέσα μου θα ζείτε για πάντα.
Για σας θα γράφω, όσο αναπνέω, και θα σας δίνω ζωή από τη ζωή μου.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

μελάνη


Με το γλαυκό να σμίξεις μελάνη παράφορη
να μ’εξαιρέσεις διά παντός απ’το τυχαίο
στην πεδιάδα αυτής της σελίδας, την άφορη
με το καλό, το κακό να μετρώ, το σωτήρια μοιραίο

Όταν θα συνεχίζεις να στέλνεις τα μαύρα σου σύμβολα
στην άκρη του κάμπου μου, στη σχισμή μιας φανέλας
στα χέρια ανάμεσα θα κραδαίνω αόρατα κύμβαλα
κι αντί για ραβδάκι, τη λαβή μιας ομπρέλας

Λευκή η μαγεία να γνέφει στο θάνατο, με μάτια αφρισμένα
οι λέξεις που πίστεψα -το μνήσθητι αθάνατο- λαβώνουν την πένα
αμνήστεψα,αχρήστεψα, ταξίδεψα, άπορα τ’ άσπρα χαρτάκια
βουτώ το φτερό στο λαγήνι-καμπύλος ο κόπος του- μελάνη η πανάκεια

Παράκτιο όνειρο, στο επίμονα αλλόκοτο τούτο τοπίο
γραμμένη η θάλασσα, ηδύποτο φάρμακο, αρραγές ενυδρείο
χοές λάβε άνασσα, κοινότοπο- εξαίρετο ας βρω να σ’ορίσει
της σελίδας τ’απόνερο, ποιας μελάνης ταγός θ’αρνηθεί να εκτίσει?


Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

το σύνδρομο του Οδυσσέα


Το ταξίδι ενός συλλογισμού συχνά συμβαίνει να προοιωνίζεται τη σκληρότητα του μέλλοντος. Πώς ριγεί η πένα στο χαρτί και ποια φιλήδονη και αμαρτωλή θέα προοικονομεί… Η πιο υπόγεια σήραγγα να της αφεθείς ή να την καταστρέψεις είναι το χάραγμα των γραμμάτων. Τέτοια σπουδή είναι η άριστη παγίδα.Θέλγει… Να γυμνώνεις την ευεργεσία των γραμμάτων που σου αποκαλύπτουν ένα κόσμο, συχνά ανεκπλήρωτο. Και τα νάματά του,ν’αφήνεις ασφράγιστα, να μυρίσει όλος ο κόσμος την ύπαρξη… Μην ξενιστείς. Ξενιστής δεν μπορεί να είναι το χαρτί. Ταξιδεμένα και κάποτε αγκυροβολημένα εκεί τα μολύβια του τοκετού και της φθοράς, γεννούν στο κατάστρωμά του, αιφνιδιαστικές πίτζιν. Ελευθερώνοντας χρώματα που χωνεύονται από το μαύρο και το λευκό.Η πένα τρέμει στο λευκό και παράγει χαλάζι. Στο μαύρο παράγει καταφύγιο.
Η Κίρκη χανούμισσα σε χαρέμι πυροβολεί τυφλά τη νύχτα των ματιών. Κι όμως κι αυτή, Κίρκη θα την ονομάσω. Τη νύχτα των ματιών σου. Όλα όσα ξόδεψα και σκόρπισα για να εξιλεωθώ, αν κάποτε η ζωή μου τα επιστρέψει σαν παλιά της οφειλή, θα τα χαρίσω στα παραμύθια… Κι αυτή που στα μαλλιά σου κρέμεται, Καλυψώ. Τετέλεσται. Η ρήξη με τα κατηγορούμενα. Μένει μόνο ο υποκείμενος. Έλκεται από το παραμύθι. Πεθαμένος, γίνεται αθώος. Ο τάφος δεν αφήνει περιθώρια στις αμαρτίες στις κακίες και στα λάθη. Μνημονεύεται στα αγγεία, στους πίλους στις μολόχες και στους αμπελώνες…σε θαλασσινές και χερσαίες οδούς. Συνάφια οι φαύλοι δωροδοκούν, επιμηκύνουν τη φθορά που βιώνεται στις πράξεις. Μαγικό ραβδί στη φερεγγυότητα. Εγρήγορση για γερά νεύρα. Φιλοδωρούν τα γράμματα τις λέξεις με ένοπλο σώμα, επιτάφιο.-ω! πού έχω τα σπαθιά, πού έβαλα τα τόξα, τα βέλη, τα κοντάρια τα δαμασκέτα!- Έχουν σχεδόν χαθεί. Κάποτε αυτό το αχρηστευμένο οπλοστάσιο σπίθιζε ασημωμένο! Προσιτά στις πέντε αισθήσεις μου τα όπλα του «σχήματος του αδυνάτου». Σε όρκους.Τι απαθανατίστηκε στις παραμονές χρυσών δεράτων! Εμβλήματα που επικύρωναν τον προορισμό. Την ώρα που γεννιέται ένας τραγικός ήρωας μέσα στα κλειστά σχήματα των αφηγήσεων. Στην αρχαία κυψέλη μιας μέλισσας βασίλισσας. Αέναη κάθαρση σε δρώμενο ασταθές και επίμονα μεταβαλλόμενο.Υδραγωγείο. Μαντικό θρόισμα της δάφνης και του πικρού χυμού. Στο τρωικό νεκροταφείο αιμάσσοντα σώματα ηρώων. Ντυμένα με κουκούλια μεταξιού, βαμβάκι και λινόσπορο. Μορφή συνωμοσίας ανεξιλέωτη. Παραπληρωματική η τρυφερότητα ,μορφοποιείται. Ομορφαίνει τάχα ψευδώνυμος ο Οδυσσέας. Αντίδωρο το κόρνο των Σειρήνων στο καράβι του νόστου. Ο Οδυσσέας πρόσφυγας στις ναυμαχίες. Πόσο πρέπει να ζήλεψε την ασωτεία και την ιερότητα στις ιστορίες των άλλων. Με την όραση της μαγικής εικόνας ζήλεψε και λιποθυμούσε συχνά. Έκτοτε λιποθυμούσε από μελαγχολία. Κάποτε σωριάστηκε μπροστά σε επάλληλους μιναρέδες. Κράταγε τους φανοστάτες στα καίκια. Ήθελε μια ουτοπία. Και μια σιδερένια πέδη για να δοκιμάσει την αθανασία του. Ξεκαρφωμένος από το κατάρτι να δείξει στην ηττημένη άνασσα το ρεύμα του καιρού που σεβάστηκε, πού τον πήγε.Πόσες φορές παραδινόμαστε στους μικρούς θανάτους της πλανητικής μοίρας μας?Μονομαχίες που περιπλέκουν τις συνήθειες, τις ανάγκες και τις αμιγείς επιθυμίες μας. Γυροφέρνουμε συγκεκριμένα επιρρήματα. Εκουσίως. Ακουσίως. Καρπερή, εύχομαι την αφάνεια. Δένεσαι με ό,τι βλέπεις,ό,τι αγγίζεις, ό,τι γεννιέται γύρω σου…
Ο Οδυσσέας με κουρεμένα ίσια μαλλιά στο παίγνιο της επιστροφής, το αναμάρτητο. Να μας χαρίζεται, με τα λιωμένα μέταλλα των όπλων του, προφήτης. Με διάθεση Ευκτική.Να μας ζητεί μνημόσυνα κι αντιφασκίες. Στις πτυχές της ψυχής του επιτέλους νηνεμία. Ο Ποσειδώνας ηρέμησε. Κατώνειος περίμετρος θάνατος.
Αποστηθίζω το λογύδριο, μεταμφιεσμένος κομπάρσος κι εγώ, μήπως έτσι μετριάσω το κατάλευκο του Άδη και δω οράματα που μοιάζουν με το άσπρο των ματιών σου. Το άσπρο των ματιών σου, Ναυσικά θα το ονομάσω. Τότε θα μπορώ να το θυσιάσω με χοές στη ριψοκίνδυνη ηδονή των σφαλμάτων και των σφυγμών τους.
Οδυσσέα,νυχτερινέ διαδηλωτή. Αείποτε ερημίτη.Αφύπνισε τους όρους του παρελθόντος. Θα πρέπει κάποτε να ονειρεύτηκες την έρημο.Θα πρέπει κάποτε ν’αγόρευσες για τους ερημίτες. Ν’αγάπησες τον κόσμο των καραβανιών. Με τις λαμπάδες και τα κεριά στα χέρια σαν σε λιτανεία. Αλλά πάντα στα συμμετρικά κάγκελα των ματιών σου συμπλέκονταν η νύχτα και η μέρα, το σαράκι και οι λέξεις άτακτες κι οδυνηρές. Θα ήταν τότε που κάποιες ρωγμές σου αυτονομήθηκαν. Κι έγιναν ριπίδια για τυφλά πεπρωμένα. Το δικό σου έλεος τις λέξεις μου ενοχοποιεί.

Ο Οδυσσέας, ένας ανύποπτος χαράκτης της δικής σου μυστικής ρότας. Συχνά τον ανακαλείς ως μοντέλο για να μοντάρεις πάνω του, τα βάσανα, τις συμφορές, τις κατάρες και τις περιπλανήσεις των μικρών ιστοριών σου.

Ο Οδυσσέας, ένα τεφρό σκιάχτρο της αγιάτρευτης πλήξης μας.


Αίγινα,8 Νοεμβρίου 2020



Το κείμενο αφιερώνεται στον χ2

ο εφιάλτης του Οδυσσέα

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

The Sex Pistols-My Way

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

"Σπρώξε τις λέξεις ως το γκρεμό τους και να,το Ποίημα"


Ο π.Παναγιώτης Καποδίστριας γεννήθηκε το 1961 στο Μπανάτο της Ζακύνθου όπου μόνιμα ζει και, ως ιερέας εφημερεύει. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διδάσκει στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και στο ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Από το 1987 έχουν κυκλοφορήσει επτά ποιητικές του συλλογές και πολλά άλλα δοκιμιακά,θεολογικά, ιστοριοδιφικά και λαογραφικά μελετήματα. Για το έργο του έχει κατ’επανάληψιν τιμηθεί από πολλούς πολιτισμικούς και θεσμικούς φορείς, μεταξύ των οποίων από την Ιαπωνική Πρεσβεία στην Αθήνα(1993) και από την Ακαδημία Αθηνών(2004). Είναι αντεπιστέλλον μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός,τακτικό μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών και διαφόρων άλλων συλλόγων και επιτροπών.

Αυτά γράφει το επίσημο βιογραφικό του. «Ποίημά μου εσύ σε μισθοφόρες ώρες τα λόγια πάψε». Έχω την πίστη, από την επικοινωνία μας τους τελευταίους μήνες, ότι το παραπάνω βιογραφικό αποτελεί μόνο ένα σημείο εκκίνησης. Διαβάζοντας τα περισσότερα από τα βιβλία του, διαπιστώνει κανείς αλληλουχίες κρυμμένες και δήλες. Το φως μπαίνει από παντού στο έργο του. «ό,τι γίνει με φως καλώς γενάμενο». Ο κόσμος είναι ανοιχτός. Σαν ουράνιος θόλος. Η θέα απέραντη. Ψηλαφίζοντας τα τοπία του, αισθάνεσαι ότι το χέρι σου σταματά σε απαλά σύμβολα .Χαρά και αγωνία για τον άνθρωπο. «έκλαιγε πάλι ο ύπνος μου/ σε ομιλητικές ελπίζοντας βροχές/ υγιεινούς βοριάδες/μεγάφωτες παρέες καταλήγουν σε αδιέξοδο/κοιτάς μα δε βλέπεις».Ο διάλογος με τον άνθρωπο είναι άμεσος. Με τη θεότητα έμμεσος και κάποτε άμεσος. Η ποιητική του επιβάλλει τους νόμους της. Δεν επιτρέπεται η βιαστική άγρα, χάνουμε κάποιες διαστάσεις.
« σαν Αγάπη περισπάται, νυκτική προς το Ανέφικτο»…

H ποιητική στάση, η χαμηλόφωνη, η ψιθυριστή-«στυλίτης μια ζωή μα δεν ακούγομαι»-. Παρατηρώ τις ιερώσεις, τις θεώσεις αλλά σαν ιερή φρίκη κάποτε. Η λογιότητα, το λεπταίσθητο, και μερικές φορές η συνάντηση με τις καθημερινές άμεσες ανάγκες. Κι άλλοτε πάλι η απομάκρυνση από αυτές…Η διαδικασία παραγωγής της ποιητικής μαγείας, ονειρικό και παράλογο, συνειδησιακό και παραισθησιακό φιλτράρονται μέσα από έναν κώδικα ειρηνικό. Βρισκόμαστε μπροστά στο χνάρι ενός ψυχολογικού ποιητή που έχει τη διάθεση να προχωρήσει την αθόρυβη επανάστασή του πέρα από ορισμένα όρια…

Επιλέγω κάποια , από τα πολλά, που με αγγίζουν.

Όλο Μάτια

Πόσα θα δεις όλο μάτια:
Ολέθριο χιόνι αιμόπληκτο
Αστέρων όρη πέντε δαμασκηνά
Φλούδες ανέμων ερπετών
Ανάσες άνασσες
Ούτως ή άλλως.

Πόσα θα δεις όλο μάτια:
Τους κέδρους της Φοινίκης
Κέρδος γειτόνων πονηρών
Τιτλούχους της απόγνωσης
Ζώντες σχεδόν παράκτιους
Πρώιμα τεθνεώτες

Δεν είναι τέχνη αυτή νυχτιάτικα
Δεν είναι

Αύριο τα γέλια μου ξινά ωδίνουν πένθη
Κι αλφάβητα καινοφανή
Οπλές εξ’ουρανού
Όπλα για να-

Κι ο Θεός στο μπαλκόνι του
Παιδιόθεν
Με αλεξίσφαιρο

[Λίβανος-Συρία,2-6.2.1999]

Από τον Έσχατο Φίλο
Εκδ: ιδίοις αναλώμασιν

Κάθε που Φθίνουν οι Οπώρες

Κάθε που φθίνουν οι οπώρες
Και γονατίζει ο κήπος μας νυμφομανής
Κάτω απ’τα γεγονότα
Μιαν άπλωση χρειάζομαι χεριού
Να ξεδιαλύνω το Ασαφές
Δικαιολογία πειστική
Μια τύψη έστω
Να μη σε παραδώσω του Θυμού

Τζιτζίκια σ’εκκρεμότητα
Να διασαλεύουν όπως όπως τα Όνειρα-
Τα Όνειρα

Φάκες επιδέξιες της Αβύσσου
Παμπόνηρα
Ζηλόφθονα ζωάκια Παραδείσου
Από τον Αρχαίο Αγροφύλακα
εκδ:Γαβριηλίδης 2007

Γράφει ο ίδιος στα Σχεδιάσματα Εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη. Ένα ανάγνωσμα που αγάπησα.

« Ο στίχος του φαρέτρα είναι των ωραίων ωρών μας,σταυρός φανερωμένος πάνω από τα κεραμίδια,αποτυχία του ευκάλυπτου να κρύψει το λερωμένο πουκάμισο.
Για ποιαν Ειρήνη θα κονταροχτυπιέται τώρα με τον Ερωτόκριτο? Στο εξής θα περιφέρουμε το πυροβολημένο σώμα μας, το γέλιο με τις εγκοπές.
Ο ίσκιος, ο ήσκιος του…Πρέπει να συνηθίσουμε να γράφουμε τη λέξη αυτή με ήτα. Το ήτα είναι ένα γράμμα λασπωμένο, πονεμένο, όλο νόημα και ήλιο. Πάντα η Γραμματική είχε μια τόλμη σφύζουσα. Γι’αυτό και τη φοβόμουνα. Γι’αυτό και είναι ανάγκη να υπεραμυνόμαστε νυν και αεί, σαν τον Ελύτη, της γλωσσικής μας προσωπικότητας.[…]

Πιο κάτω λέει...

«Το ποίημα του Ελύτη είναι συχνότατα δρώμενο μέσα στ’Όνειρο. Το έχεις ποτέ διαισθανθεί? Μοιάζει με αγέρωχο αητό,που ή κουρνιάζει πίσω από τις πολυθρόνες-αν υπάρχουν στο σκηνικό-ή χώνεται κάτω από τα καθίσματα του αυτοκινήτου. Αν το επικαλεσθείς, απολύει κατά πάνω σου πρώτα-πρώτα- μιαν ευωδία νυκτική, κάτι σαν από κοπανισμένα κανελλογαρύφαλλα ή πασχαλιάτικο ζεστοφούρνι. Φτερώνεται ύστερα και σε γλωσσομαθαίνει. Φωτίζει τον ασύνορο, ονειρικό σου χώρο και τα ξαφνικά μεσονύκτια, τις ευθείες μας σκέψεις και τις υπό προθεσμίαν, ενώ οι πληβείοι-κατά το έθος- σε αποπέμπουν ως αιρετικόν. Το ελυτικό ποίημα τέλος (προπάντων άπιαστο ) πιάνεται οικειοθελώς στο μυαλό σου, παραδίνεται αμαχητί σχεδόν, ενώ έχει κιόλας προκαλέσει εκεί τις πρώτες αλλοιώσεις, όπως εκείνο μόνο ξέρει…»

Θέλω να κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα στον Πατέρα Παναγιώτη Καποδίστρια με μια, από τις πολλές, επιστολή του Οδυσσέα Ελύτη προς εκείνον. (Ανέκδοτες Επιστολές,Σημειώσεις και Αφιερώσεις του Οδυσσέα Ελύτη στον Παναγιώτη Καποδίστρια.)

«Θερμά ευχαριστώ για το ΩΣ ΕΜΕΛΛΕ που αξιοθαύμαστα συνεχίζει τη γραμμή σου. Μια γραμμή πυκνότητας και καθαρότητας λεκτικής που είναι και πνευματική. Δεν έχω τίποτε να παρατηρήσω και σου γράφω//κάπως βιαστικά, μόνο για να σου σφίξω το χέρι,
Με αγάπη
Ελύτης»

Μετά από τον Ελύτη, θαρρώ, δεν μπορεί κανείς να πει πολλά πράγματα.
Απλώς ότι αισθάνομαι πολύ τυχερή που συνάντησα τον Πατέρα Παναγιώτη έστω και μέσα από ένα τόσο ψυχρό μέσο. Αυτό δεν μπορεί να κρύβει τελικά ούτε την ανθρωπιά ούτε την καλοσύνη και την ευγένεια και τον ψυχοσυναισθηματικό πλούτο. Υψηλό ήθος και διδακτικό ύφος, στα χνάρια του Ελύτη, η ποιητική και γλωσσική διαχρονία. Αλλά και ο ποιητικός ουρανός που φαίνεται από το ταβάνι που χάνει τα στεγανά του κι ελευθερώνεται στην αστροφεγγιά. Το παρόν μπορεί να είναι πιο αβέβαιο από το μέλλον…
«βεβαιότητες αναβαπτιζόμενες στην παράνοια».

« τ’ακατάληπτα πολίζουν το μυαλό μου
Πορφυρότατα
Αν και λιμνάζω
Στους εγκαταβιούντες ψάξτε
Και βρείτε με»


Πατέρα Παναγιώτη σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

απασφαλισμένο


Τροπικά καλάμια φυτρώνουν στo έλος των σκέψεων. Σκέψεις μέσα σε άλλες σκέψεις. Οι λέξεις είναι κανίβαλοι. Το ήξερες. Το σκοτάδι κρύβει τις λέξεις και φανερώνει τις αισθήσεις. Το φως απασφαλίζει το κίβδηλο. Η ζωή είναι το σκοτάδι της αίσθησης και το φως της παραίσθησης. Ο έρωτας είναι λέξεις της παραίσθησης αποκαλυπτόμενες στο σκοτάδι της ψευδαίσθησης και κρυμμένες πράξεις από το φως της ζωής.

Το ήξερες. Οι λέξεις είναι κανίβαλοι. Μόλις χθες το λέγαμε. Το ήξερες ότι είναι και θέα από τον κήπο σ’ένα υγρό σκοτάδι. Μόλις χθες το σκοτάδι μέσα σε άλλο σκοτάδι.
Τροπικά καλάμια φυτρώνουν εκεί.Ο έρωτας είναι οι λέξεις της παραίσθησης ,ψευδές στο σκοτάδι της ψευδαίσθησης. Κρυμμένες πράξεις που θύονται-απαξία -στο φως. Ο έρωτας είναι.

Χθες το σκοτάδι μέσα σε άλλο σκοτάδι. Υδραργυρικός κήπος με τροπικά καλάμια.
Άσε τις λέξεις. Το είπαμε. Τα λογάκια είναι κανίβαλοι. Τρώνε ωμό το φεγγάρι. Και για την κατάποση,νέκταρ από τις σπασμένες χορδές της κιθάρας.

Τα κουνούπια συχνάζουν στα έλη. Τρέφονται όπως και οι λέξεις. Παρασιτικά. Από αίμα. Άρα και τα κουνούπια είναι κανίβαλοι. Μπορούν τα κουνούπια να γράφουν αφού τρέφονται από το ίδιο αίμα?

Θύονται οι στρεβλές σκέψεις σε τραυλές λέξεις και τα κουνούπια αποφεύγουν να γράψουν το ιδανικό σονέτο για κανίβαλους.

Τα είπαμε. Όλες οι λέξεις μοιράζονται την καταγωγή μας. Και τα κουνούπια. Όλοι μοιραζόμαστε το κώνειο. Φύγε τώρα.


στον Σωκράτη

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

συνηθισμένη μέρα



Ήμουν δύο φορές εγώ. Δύο δεμένες σε δέντρο. Με τριχιά. Πλάτη με πλάτη. Εγώ κι εγώ. Καθρέφτης σαν στερέωμα γυάλινο απορρόφησε τη μία. Το καινούριο δάσος από τζάμι μου επιστρέφει μέσα από το αγριεμένο είδωλο ερημιές σαν σφαίρες. Βάζω λέξεις στις καταστροφές. Ο καθρέφτης στεγανοποιεί τις αποστάσεις και δεν επιτρέπει να διατρέξω κινδύνους, να φτάσω την άλλη. Αντιφεγγίζει το φέγγος του τίποτα. Λέξεις ξανά. Και δέντρα. Αφ’ενός, το φαγιούμ που γίνομαι, ψυχικό φαινόμενο που φωτίζεται και φωτίζει αλλιώς, πρόσωπο και μάτια. Αφ’ετέρου η κυοφορούμενη διάθεση φυγής. Χάλκινα σύρματα που τεντώνονται και μου κόβουν τους καρπούς. Στοιχειώνει μια ησυχία απόκοσμη. Όμως την ξεπερνώ, σαν μια ακόμα ακατάλληλη αγωνία που θ’ανανεωθεί στο μέλλον. Η μία εγώ γίνομαι χρήστης της ξαστεριάς. Είναι ξέφωτο και διακρίνω δύο μόνα αστέρια που τα γνωρίζω καλά πια. Τα βλέπω ν’ανατέλλουν κάθε χρόνο,την ίδια μέρα, από συγκεκριμένο σημείο του γυάλινου δάσους. Είναι αδύνατο να εκλαϊκεύσω τη γλώσσα της εικόνας τους. Ανακουφίζομαι όμως που είναι πάντα εκεί και με περιμένουν και ακόμα περισσότερο που κι εγώ είμαι εκεί και τα περιμένω και κάποτε ακουμπάει η ζωή μου σ’αυτά. Σαν κάποιες ελπίδες που δεν γκρεμίζονται. Δεν ξοδεύονται. Δεν στρεβλώνονται. Το σπασμένο πρόσωπο παίρνει τη θέση του στο στερέωμα αυτό χωρίς επισημότητα. Η ευγένεια των αστεριών του εξαιρεί-έστω για λίγο- την οδύνη και τη δριμύτητα της μνήμης και γίνεται βαθύτατα ανθρώπινο. Οι μικρές συμπτώσεις, δηλαδή η θέση των αστεριών και η διαδρομή που διανύει το πρόσωπό μου, σκηνοθετούν μια ζωή άλλη, και την καταγράφουν με αόρατη κάμερα σε μαυρόασπρο φιλμ. Μόνο που κι αυτή η ζωή αναζητά την ευτυχία. Στο στερέωμα που ονειρεύεται να διαγραφεί το τέλος της δικής της εποχής. Η άλλη εγώ-ακόμα δεμένη-πέθανα. Με φρένα σαλεμένα…Με τις οδύνες της μνήμης πάντα παρούσες στις σκιές και στις ρυτίδες. Χωρίς αίμα στα χέρια. Με αποτρόπαια διαβολικές ωδίνες-τοκετός-νεογέννητες χαμένες ελπίδες. Ανισορροπία αισθήσεων. Συμπυκνωμένα νοήματα ζωής και θανάτου. Χαμένα σε χιλιάδες πιθανότητες. Σε χίλιες πραγματικότητες. Σκέψεις ξανά. Με νικοτίνη. Λέξεις ξανά. Οπωσδήποτε έχουν καφείνη οι λέξεις. Γι’αυτό ξάφγρυπνη μένω ώσπου το παρασκηνιακό υποβολείο να μου εκμυστηρευτεί την οδηγία διέλευσης του δάσους. Του καθρέφτη των αντιστροφών. Αντιγραφές. Χημική η διαδικασία. Δύο. Η μία πέθανα. Αλλά η αγωνία θα με διαλύσει. Θροίσματα και φτεροκοπήματα από πλάσματα παράξενα, αόρατα μου καλλιεργούν την καχυποψία και το φόβο. Μήπως ξυπνήσω και ζω ξανά με την άλλη.

[Η άλλη θα ζει σε μια ταινία μελανιού γραφομηχανής. Θα παίξουμε ξανά κρυφτό από την αρχή. Θα μου κρύβεται κάτω από το δέρμα και θα μου φανερώνεται-επιφάνεια θεότητας- για τα σκάνδαλα.]

Θα ξυπνήσω. Θα βουρτσίσω τα δόντια μου, να είναι άσπρα, γυαλιστερά και καλά ακονισμένα για τις καινούριες λέξεις που θα δαγκώσουν, θα μασήσουν. Θα πάρω δυο τρία ζαντάκ πριν, για να τις καταπιώ με μερική ασφάλεια. Ο ουρανίσκος μου ανέλπιστα ανθεκτικός στο δηλητήριο. Το στομάχι μου επενδυμένο με ατσάλι για βαριά τραύματα και φονικούς ειρμούς. Επιμένω λίγο ακόμα ώσπου να εξοντωθώ από υποβολιμαίες ενοχές που θα σαπίσουν κάποτε από το πλεόνασμα νερού στις ρίζες τους. Θα χτενιστώ. Θα βάλω κλάσικ εφέμ. Ένας τρίπτυχος κόσμος θα με κυκλώσει.
Ενώ εγώ θα αναπνέω την ολοήμερη υπνοβασία και θα καταπίνω την τελευταία σταγόνα αθανασίας –περιορισμένης δράσεως-που πότε πότε μου δανείζει η αράχνη,η σκιά μου.


Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

χρυσόψαρο


λαμπερά μάτια αλλήθωρα
στον κίνδυνο πάντα ανοιχτά
-κλεισμένοι είναι μέσα τους
Όλοι οι άναρθροι φθόγγοι
των φόβων-
Από μνήμη αξύπνητη
Τόσο χρυσά τα λέπια του,αγκάθια
Που κάρφωναν τα πεφταστέρια
Στη γυάλα φτεράκια από χνούδι
Σωριάζονταν
θέριεψαν αστροφεγγιά
Γλιστράει στο ακίνητο νερό
Χρυσό λυχναράκι
Μονάχα μία κίνηση
Εκεί εδώ εδώ εκεί
Στη δίνη του στάσιμου
Στο απέναντι χιλιοστό
Εκεί εδώ εδώ
Απουσία-παρουσία
αναβοσβήνει
Ξανά ξανά ξανά
πορτοκαλί στεφάνι στέμμα


Να θυμηθεί ποιο γυρισμό
Άλλης ζωής ξεχνά
δεν θυμάται αν συνάντησε
ποτέ άλλο βλέμμα
Μέσα σε ρηχό βυθό
Τα μάτια σκοτωμένα…


Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ'αγάπησες





Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες

σε περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο

κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάει

είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο

να παίζει, να πονάει,

μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε

γι' αυτό έμειν' ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα

γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.



αφιερωμένο

ποίηση Μαρίας Πολυδούρη

μελοποίηση:Δημήτρης Παπαδημητρίου

ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη