Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

συνηθισμένη μέρα



Ήμουν δύο φορές εγώ. Δύο δεμένες σε δέντρο. Με τριχιά. Πλάτη με πλάτη. Εγώ κι εγώ. Καθρέφτης σαν στερέωμα γυάλινο απορρόφησε τη μία. Το καινούριο δάσος από τζάμι μου επιστρέφει μέσα από το αγριεμένο είδωλο ερημιές σαν σφαίρες. Βάζω λέξεις στις καταστροφές. Ο καθρέφτης στεγανοποιεί τις αποστάσεις και δεν επιτρέπει να διατρέξω κινδύνους, να φτάσω την άλλη. Αντιφεγγίζει το φέγγος του τίποτα. Λέξεις ξανά. Και δέντρα. Αφ’ενός, το φαγιούμ που γίνομαι, ψυχικό φαινόμενο που φωτίζεται και φωτίζει αλλιώς, πρόσωπο και μάτια. Αφ’ετέρου η κυοφορούμενη διάθεση φυγής. Χάλκινα σύρματα που τεντώνονται και μου κόβουν τους καρπούς. Στοιχειώνει μια ησυχία απόκοσμη. Όμως την ξεπερνώ, σαν μια ακόμα ακατάλληλη αγωνία που θ’ανανεωθεί στο μέλλον. Η μία εγώ γίνομαι χρήστης της ξαστεριάς. Είναι ξέφωτο και διακρίνω δύο μόνα αστέρια που τα γνωρίζω καλά πια. Τα βλέπω ν’ανατέλλουν κάθε χρόνο,την ίδια μέρα, από συγκεκριμένο σημείο του γυάλινου δάσους. Είναι αδύνατο να εκλαϊκεύσω τη γλώσσα της εικόνας τους. Ανακουφίζομαι όμως που είναι πάντα εκεί και με περιμένουν και ακόμα περισσότερο που κι εγώ είμαι εκεί και τα περιμένω και κάποτε ακουμπάει η ζωή μου σ’αυτά. Σαν κάποιες ελπίδες που δεν γκρεμίζονται. Δεν ξοδεύονται. Δεν στρεβλώνονται. Το σπασμένο πρόσωπο παίρνει τη θέση του στο στερέωμα αυτό χωρίς επισημότητα. Η ευγένεια των αστεριών του εξαιρεί-έστω για λίγο- την οδύνη και τη δριμύτητα της μνήμης και γίνεται βαθύτατα ανθρώπινο. Οι μικρές συμπτώσεις, δηλαδή η θέση των αστεριών και η διαδρομή που διανύει το πρόσωπό μου, σκηνοθετούν μια ζωή άλλη, και την καταγράφουν με αόρατη κάμερα σε μαυρόασπρο φιλμ. Μόνο που κι αυτή η ζωή αναζητά την ευτυχία. Στο στερέωμα που ονειρεύεται να διαγραφεί το τέλος της δικής της εποχής. Η άλλη εγώ-ακόμα δεμένη-πέθανα. Με φρένα σαλεμένα…Με τις οδύνες της μνήμης πάντα παρούσες στις σκιές και στις ρυτίδες. Χωρίς αίμα στα χέρια. Με αποτρόπαια διαβολικές ωδίνες-τοκετός-νεογέννητες χαμένες ελπίδες. Ανισορροπία αισθήσεων. Συμπυκνωμένα νοήματα ζωής και θανάτου. Χαμένα σε χιλιάδες πιθανότητες. Σε χίλιες πραγματικότητες. Σκέψεις ξανά. Με νικοτίνη. Λέξεις ξανά. Οπωσδήποτε έχουν καφείνη οι λέξεις. Γι’αυτό ξάφγρυπνη μένω ώσπου το παρασκηνιακό υποβολείο να μου εκμυστηρευτεί την οδηγία διέλευσης του δάσους. Του καθρέφτη των αντιστροφών. Αντιγραφές. Χημική η διαδικασία. Δύο. Η μία πέθανα. Αλλά η αγωνία θα με διαλύσει. Θροίσματα και φτεροκοπήματα από πλάσματα παράξενα, αόρατα μου καλλιεργούν την καχυποψία και το φόβο. Μήπως ξυπνήσω και ζω ξανά με την άλλη.

[Η άλλη θα ζει σε μια ταινία μελανιού γραφομηχανής. Θα παίξουμε ξανά κρυφτό από την αρχή. Θα μου κρύβεται κάτω από το δέρμα και θα μου φανερώνεται-επιφάνεια θεότητας- για τα σκάνδαλα.]

Θα ξυπνήσω. Θα βουρτσίσω τα δόντια μου, να είναι άσπρα, γυαλιστερά και καλά ακονισμένα για τις καινούριες λέξεις που θα δαγκώσουν, θα μασήσουν. Θα πάρω δυο τρία ζαντάκ πριν, για να τις καταπιώ με μερική ασφάλεια. Ο ουρανίσκος μου ανέλπιστα ανθεκτικός στο δηλητήριο. Το στομάχι μου επενδυμένο με ατσάλι για βαριά τραύματα και φονικούς ειρμούς. Επιμένω λίγο ακόμα ώσπου να εξοντωθώ από υποβολιμαίες ενοχές που θα σαπίσουν κάποτε από το πλεόνασμα νερού στις ρίζες τους. Θα χτενιστώ. Θα βάλω κλάσικ εφέμ. Ένας τρίπτυχος κόσμος θα με κυκλώσει.
Ενώ εγώ θα αναπνέω την ολοήμερη υπνοβασία και θα καταπίνω την τελευταία σταγόνα αθανασίας –περιορισμένης δράσεως-που πότε πότε μου δανείζει η αράχνη,η σκιά μου.