Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

αυτόκλητος μεσσίας

…μετάλαβε το άλλο σώμα το παγιδευμένο σε ασκό
Έντομο μαυριδερό, σχισμένο στην κοιλιά
Νυμφίος πολύφερνος άτρακτος από κλωστές σημαδεμένες
Που μεταγγίζουν αντίλαλο χρόνου παρελθόντος
Προπορευόμενου σε εξόδους στις εξαίσιες εξώσεις καραβιών
Από λιμένες και μάτια γερμένα πάνω στον απόπλου που
Πριν σαλπάρουν
Αγκυροβολούν σε κάλυκες σφαιριδίων από ερείπια

Εξισώσεις σε ακρόπρωρα με σκαλιστές γοργόνες αφού πάντα
Η θάλασσα θα πνίγει θαύματα στον κεκαρμένο οίνο της
Και ο ουρανός με την απληστία του κόλακα
Θα καίει ομοιώματα χιονιού έρποντας στη νοσταλγία της σκουριάς
-σάπιος αφρός και μεθυσμένο αίμα-
Απόκληρος σωτήρ πυροβολεί σκιάχτρα θλιβερά
Στην τροχιά της αφορμής-πιστή η νόσος-
Η σαύρα που σεληνιάζεται και ό,τι πληγώνει
Ακρωτηριάζει παλάμες και δάχτυλα
Γράφω με καρπούς και αγκώνες, αγώνες και προάγωνες
Ζω με μια γλώσσα μεταλλική που αρθρώνει επιθέματα
Μέσα στην αταξία του αναποδογυρισμένου γαλαξία
Με τους χάρτες σκισμένους και στις ρωγμές
Ένας χείμαρρος από μαλλιά λουσμένα σε γάλα και μέλι
κουτάβια ανήμπορα να δρασκελίσουν τις αγκύλες
Μόνο τις δροσιές από τριαντάφυλλα γλείφουν
Γλυφές είναι οι σταγόνες

Σιωπηρές συμφωνίες λουλουδιών
υπομονετικά δοχεία χεριών που τα κόβουν
Σε μια πίστα από πάγο και όνειρα μαγεμένα

Με κλειστά χείλια λέγονται οι πιο μεγάλες αλήθειες
οι αναπνοές τους εξαργυρώνονται σε βλέμματα
Που ματώνουν από μια μωβ ανεμώνη
ό,τι φυλακίζει στην ανωνυμία την αμφιθυμία των προσκυνητών
Των ασκητών την αμέλεια να ζυγιάζουν θαύματα στον αέρα
Θαύματα-χαρταετούς που μας ξανακάνουν ανθρώπους
Και αθώους μνήμονες της σιωπής
Τη φόρα του μετεωρίτη που ζαλίζεται και ο
Ίλιγγος είναι η ολβία σκόνη του που θα σκορπιστεί
Στα κεφάλια μας αστρόσκονη με λογική και τρέλα
Να γίνονται θρύψαλλα στην περιπλάνηση της αγρύπνιας στο αίμα
Στην ομίχλη σκιές μπερδεμένες με τους πιο μεγάλους συμβιβασμούς
Όπως κάθε τι που θυσιάζει πτήσεις για είδωλα και τοτέμ
Αφαιρώντας το χώρο και τον χρόνο τον πραγματικό
Απολογείται για την περιουσία μιας ζωής
Αλλά χίλιες ζωές δε φτάνουν
Για ομολογίες και αφέσεις

Όπως η λεύκα θροίζει τα ακλόνητα μυστικά της ύπαρξής της
ραντίζεται έτσι το χώμα από τα ανείπωτα
αδιάπτωτα που ταράζουν το
λήθαργό του και ριζώνουν μέσα του
Έτσι οι μεγάλες καμπύλες απλανείς και αθώες
Σε μια ενοχή που αναβλύζει από την άβυσσο μιας νάρκης
Μέσα μου είναι ζωγραφισμένο ένα αηδόνι
Που ξυπνά κάθε Μεγάλη Παρασκευή
πέφτει στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ
Τραγουδώντας τον αφαιρετικό του διάλογο με το κλαδί
Μέχρι να λιώσει μέσα του ο πόνος
να γίνει ανοηματικός
Και αναστάσεις δε θέλω τις μισώ
Στον αθάνατο θάνατο αφήστε με
να’ναι σκοτωμένα όλα
Ό,τι κινείται μιλάει κι έχει χρώμα και ομορφιά
Σ’έναν κήπο με ροδιές και κερασιές
Και αυτοδιαψεύσεις
Να νιώθω άγγελος των τύψεων
Ν’αλαφρώνω από την ομορφιά και τη δίψα μου
Σ’έναν κήπο απόρθητο
Με ξόβεργα μόνο τον πόνο
Ένας νάνος άγγελος με νυστέρι
Να εκβιάζω το λυκαυγές
Σε μια φωλιά να τυλιχτώ από κλαδιά χλωρά
πέτρινα γιασεμιά
Κλείνοντας απ’έξω το θάνατό μου
Την αιωνιότητα της μνήμης και της φθοράς
Αχ, πόσο με ελαφρώνει το αμετάκλητο
Τέτοιων αποφάσεων και επιλογών
Όταν οι ακτίνες του φεγγαριού φτάνουν
Μόνες ως τις ρίζες των μαλλιών και τα κόκαλα
στο μεδούλι που προλαβαίνει κι ονειρεύεται
Αερόστατα σύννεφα
κόσμους που κρατώ στα χέρια σαν αποχωρισμούς
Πιο μαύρους από το μαύρο
Πιο λευκούς από το λευκό
Πιο αβέβαιους κι από τη μεγαλύτερη σιγουριά
ράμφη δίστομα ανεξέλεγκτα που όπου ραμφίζουν
Αναβλύζει η χλόη ενός άκυρου παραδείσου
Ανανεώνοντας τους όρους του θανάτου μου
Κι εκβιάζοντας όλες τις αγιότητες
Με τη δικαίωση της θλίψης των φαντασμάτων
Πώς να πιστέψω κάποιον που περιγράφει
Το Σταυρό όταν δεν έχει καρφωθεί πάνω του
Όταν δεν έχει ο ίδιος χαρακώσει το πρόσωπό του
Με μια καταδίκη άφυλη και ψηλαφητή

Μόνος μου
Στ’αφρισμένα αστέρια να περπατώ
Και όχι πάνω στα κύματα
Να κοινωνώ δηλητήρια
Μέσα από των φθόγγων την ανεπάρκεια
την απαλλαγή τους από απεχθείς συναισθηματισμούς
Μπορώ και μόνος μου αναχωρήσεις

Η ψυχοσωματική μεσολάβησή του
Με θολώνει και πιο πολύ με μπερδεύει

Ξέρω πώς θάβονται οι ανεπάρκειες
Σε μάτια που κοιτάζουν κόντρα τον ήλιο
Σε σώματα που καρφώνονται με ασπαλάθους
Στα ξύλινα φάσγανα σταυρών
Ξέρω πώς διυλίζεται η σφαίρα του πόνου
Μέσα από δόντια ουρανίσκο και λάρυγγα
Φωνητικές χορδές
Μέχρι που φτάνει στα σπλάχνα
Οριστικά και απειλητικά
Παγιδευμένος κρότος ασήκωτος και σιωπηλός
Ασυγκίνητος με προσπερνά
Δε θέλω κανέναν να με συνοδεύει
Σ’αυτή την περιπέτεια του εγκλεισμού μου
Σε μια μονίμως άπιαστη στιγμή
Νυμφίους και μεσσίες τους έχω καταργήσει
Λίγο πριν τη στιγμή του εσχάτου μαρτυρίου
Της αιώνιας γραφής.


γραμμένο για τον Δημήτρη Μουζάκη και αφιερωμένο σ'εκείνον