Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

μέλτη

Αν δεν είχα αναιρέσει πολύ πρόσφατα τη φερεγγυότητα των όρκων μου, θα μπορούσα να σου ορκιστώ,αυτή τη στιγμή,εάν ήθελες, πως όσο πιο βιτριολικός είσαι μαζί μου, τόσο καλύτερο μου κάνεις.Δεν θέλω να σκεφτώ πως έτσι γίνεται με τους δειλούς ενοχικούς. Σ’έχω για γενναίο και τάχα αδιάφορο. Επιπλέον, δεν ξέρω, αν θέλω να μπω σε ξένα χωράφια. Ας αποφανθούν πιο ειδικοί. Θα πω το πιο γνωστό σε όλους, ότι η καλύτερη άμυνα είναι η σφοδρότερη επίθεση. Κι όσο μου επιτίθεσαι αναίτια, θα έχω στο μυαλό μου πως αμύνεσαι εξίσου δυναμικά κι αναίτια. Από έρωτα. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως αρχίσεις και αντέχεις ν’ανταλλάσσεις ταυτότητα, προσωπικότητα, βιωματικές εγγραφές,με έκπτωτα είδωλα του παρελθόντος. Τι να τους κάνεις τους μεγάλους και παρήγορους λόγους και έρωτες ψυχής, αν από κει δεν εκπορεύεται το πιο αληθινό σου κομμάτι? Ας επανέλθω σ’αυτό που έλεγα στην αρχή. Γίνε κυνικός ως την παράνοια, και θα σ’αφήσω να με λες αγάπη μου. Ο Ορφέας Περίδης τα λέει καλύτερα από μένα…

Στύψε με σαν το λεμόνι,λιώσε με σαν την ελιά
Φούρνισέ με σαν ατσάλι,πέταξέ με στα βαθιά…

Ν’αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
Να μαλώνω εγώ με μένα μες στον ξένο αχυρώνα…

Σκάψε με σαν αμπελώνα, κλάδεψέ με σαν ελιά
Πάτα με σαν το σταφύλι, πάρε μου τη συρμαγιά…

Βράσε με σαν τη χελώνα,γδάρε με σαν το λαγό
Βάλε τα υπάρχοντά μου σε κοινό λογαριασμό
Φτιάξε με με ματσακόνι,τίναξέ μου τη σκουριά
Και ξανοίξου απ’το καρνάγιο, πέταξέ με στα βαθιά

Όλα τα ποιήματά σου τα είχα πάρει μαζί μου και τα διάβαζα. Ως χρησιδάνειο ξεκίνησε αλλά… Μερικά τα άφησα σε κάποιους αργόσχολους που κάθονταν στα σκαλιά της Piazza di Spagna, από το πολύ πρωί. Άλλα, μου γλίστρησαν- δήθεν τυχαία- σε καφάσια και πάγκους της Mercato di Campo dei Fiori. Ιδανικά τυλίγεται τσίλι μ’αυτά…Ευχήσου το!Μερικά τα περιέχυσα με παγωτό σοκολάτα –το πιο νόστιμο του κόσμου!-από το Τρε Σκαλίνι ,στην Πιάτσα Ναβόνα. Κι ένα ,στο παλαιοπωλείο της Πιάτσα Φοντανέλα Μποργκέζε. Νοίκιασα ποδήλατο στο Centro visite parco Appia Antica και όσα κρατούσα στα χέρια τα έβαλα στο καλαθάκι και τα περιέφερα, επιτάφιοι αστόλιστοι για τις στιγμές που σε σκέφτομαι, αναίτια κι εγώ. Πεισματικά αναίτια. Ritengo splendido la luce come innocente.
Λίγο έλειψε να τα έβαζα και κάτω από το μαξιλάρι μου. Τα έβαλα δηλαδή αλλά το μετάνιωσα και την τελευταία στιγμή, λίγο πριν φύγω για το Φιουμιτσίνο, τα σκόρπισα στον αέρα. Δεν φταίω εγώ που τώρα λιώνουν στον Τίβερη. Όταν η καρδιά της απόσταξης παραμένει αχρησιμοποίητη είναι άχρηστη.

*Έχω κρατήσει μερικά για το Ιδαίον Άντρον για το Σάββατο που θα είμαι εκεί…Δεν έχεις παράπονο…

Στην Άλισσον Γκρος, τη μάγισσα του Μεσαίωνα…