Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

μελάνη


Με το γλαυκό να σμίξεις μελάνη παράφορη
να μ’εξαιρέσεις διά παντός απ’το τυχαίο
στην πεδιάδα αυτής της σελίδας, την άφορη
με το καλό, το κακό να μετρώ, το σωτήρια μοιραίο

Όταν θα συνεχίζεις να στέλνεις τα μαύρα σου σύμβολα
στην άκρη του κάμπου μου, στη σχισμή μιας φανέλας
στα χέρια ανάμεσα θα κραδαίνω αόρατα κύμβαλα
κι αντί για ραβδάκι, τη λαβή μιας ομπρέλας

Λευκή η μαγεία να γνέφει στο θάνατο, με μάτια αφρισμένα
οι λέξεις που πίστεψα -το μνήσθητι αθάνατο- λαβώνουν την πένα
αμνήστεψα,αχρήστεψα, ταξίδεψα, άπορα τ’ άσπρα χαρτάκια
βουτώ το φτερό στο λαγήνι-καμπύλος ο κόπος του- μελάνη η πανάκεια

Παράκτιο όνειρο, στο επίμονα αλλόκοτο τούτο τοπίο
γραμμένη η θάλασσα, ηδύποτο φάρμακο, αρραγές ενυδρείο
χοές λάβε άνασσα, κοινότοπο- εξαίρετο ας βρω να σ’ορίσει
της σελίδας τ’απόνερο, ποιας μελάνης ταγός θ’αρνηθεί να εκτίσει?