Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

το σύνδρομο του Οδυσσέα


Το ταξίδι ενός συλλογισμού συχνά συμβαίνει να προοιωνίζεται τη σκληρότητα του μέλλοντος. Πώς ριγεί η πένα στο χαρτί και ποια φιλήδονη και αμαρτωλή θέα προοικονομεί… Η πιο υπόγεια σήραγγα να της αφεθείς ή να την καταστρέψεις είναι το χάραγμα των γραμμάτων. Τέτοια σπουδή είναι η άριστη παγίδα.Θέλγει… Να γυμνώνεις την ευεργεσία των γραμμάτων που σου αποκαλύπτουν ένα κόσμο, συχνά ανεκπλήρωτο. Και τα νάματά του,ν’αφήνεις ασφράγιστα, να μυρίσει όλος ο κόσμος την ύπαρξη… Μην ξενιστείς. Ξενιστής δεν μπορεί να είναι το χαρτί. Ταξιδεμένα και κάποτε αγκυροβολημένα εκεί τα μολύβια του τοκετού και της φθοράς, γεννούν στο κατάστρωμά του, αιφνιδιαστικές πίτζιν. Ελευθερώνοντας χρώματα που χωνεύονται από το μαύρο και το λευκό.Η πένα τρέμει στο λευκό και παράγει χαλάζι. Στο μαύρο παράγει καταφύγιο.
Η Κίρκη χανούμισσα σε χαρέμι πυροβολεί τυφλά τη νύχτα των ματιών. Κι όμως κι αυτή, Κίρκη θα την ονομάσω. Τη νύχτα των ματιών σου. Όλα όσα ξόδεψα και σκόρπισα για να εξιλεωθώ, αν κάποτε η ζωή μου τα επιστρέψει σαν παλιά της οφειλή, θα τα χαρίσω στα παραμύθια… Κι αυτή που στα μαλλιά σου κρέμεται, Καλυψώ. Τετέλεσται. Η ρήξη με τα κατηγορούμενα. Μένει μόνο ο υποκείμενος. Έλκεται από το παραμύθι. Πεθαμένος, γίνεται αθώος. Ο τάφος δεν αφήνει περιθώρια στις αμαρτίες στις κακίες και στα λάθη. Μνημονεύεται στα αγγεία, στους πίλους στις μολόχες και στους αμπελώνες…σε θαλασσινές και χερσαίες οδούς. Συνάφια οι φαύλοι δωροδοκούν, επιμηκύνουν τη φθορά που βιώνεται στις πράξεις. Μαγικό ραβδί στη φερεγγυότητα. Εγρήγορση για γερά νεύρα. Φιλοδωρούν τα γράμματα τις λέξεις με ένοπλο σώμα, επιτάφιο.-ω! πού έχω τα σπαθιά, πού έβαλα τα τόξα, τα βέλη, τα κοντάρια τα δαμασκέτα!- Έχουν σχεδόν χαθεί. Κάποτε αυτό το αχρηστευμένο οπλοστάσιο σπίθιζε ασημωμένο! Προσιτά στις πέντε αισθήσεις μου τα όπλα του «σχήματος του αδυνάτου». Σε όρκους.Τι απαθανατίστηκε στις παραμονές χρυσών δεράτων! Εμβλήματα που επικύρωναν τον προορισμό. Την ώρα που γεννιέται ένας τραγικός ήρωας μέσα στα κλειστά σχήματα των αφηγήσεων. Στην αρχαία κυψέλη μιας μέλισσας βασίλισσας. Αέναη κάθαρση σε δρώμενο ασταθές και επίμονα μεταβαλλόμενο.Υδραγωγείο. Μαντικό θρόισμα της δάφνης και του πικρού χυμού. Στο τρωικό νεκροταφείο αιμάσσοντα σώματα ηρώων. Ντυμένα με κουκούλια μεταξιού, βαμβάκι και λινόσπορο. Μορφή συνωμοσίας ανεξιλέωτη. Παραπληρωματική η τρυφερότητα ,μορφοποιείται. Ομορφαίνει τάχα ψευδώνυμος ο Οδυσσέας. Αντίδωρο το κόρνο των Σειρήνων στο καράβι του νόστου. Ο Οδυσσέας πρόσφυγας στις ναυμαχίες. Πόσο πρέπει να ζήλεψε την ασωτεία και την ιερότητα στις ιστορίες των άλλων. Με την όραση της μαγικής εικόνας ζήλεψε και λιποθυμούσε συχνά. Έκτοτε λιποθυμούσε από μελαγχολία. Κάποτε σωριάστηκε μπροστά σε επάλληλους μιναρέδες. Κράταγε τους φανοστάτες στα καίκια. Ήθελε μια ουτοπία. Και μια σιδερένια πέδη για να δοκιμάσει την αθανασία του. Ξεκαρφωμένος από το κατάρτι να δείξει στην ηττημένη άνασσα το ρεύμα του καιρού που σεβάστηκε, πού τον πήγε.Πόσες φορές παραδινόμαστε στους μικρούς θανάτους της πλανητικής μοίρας μας?Μονομαχίες που περιπλέκουν τις συνήθειες, τις ανάγκες και τις αμιγείς επιθυμίες μας. Γυροφέρνουμε συγκεκριμένα επιρρήματα. Εκουσίως. Ακουσίως. Καρπερή, εύχομαι την αφάνεια. Δένεσαι με ό,τι βλέπεις,ό,τι αγγίζεις, ό,τι γεννιέται γύρω σου…
Ο Οδυσσέας με κουρεμένα ίσια μαλλιά στο παίγνιο της επιστροφής, το αναμάρτητο. Να μας χαρίζεται, με τα λιωμένα μέταλλα των όπλων του, προφήτης. Με διάθεση Ευκτική.Να μας ζητεί μνημόσυνα κι αντιφασκίες. Στις πτυχές της ψυχής του επιτέλους νηνεμία. Ο Ποσειδώνας ηρέμησε. Κατώνειος περίμετρος θάνατος.
Αποστηθίζω το λογύδριο, μεταμφιεσμένος κομπάρσος κι εγώ, μήπως έτσι μετριάσω το κατάλευκο του Άδη και δω οράματα που μοιάζουν με το άσπρο των ματιών σου. Το άσπρο των ματιών σου, Ναυσικά θα το ονομάσω. Τότε θα μπορώ να το θυσιάσω με χοές στη ριψοκίνδυνη ηδονή των σφαλμάτων και των σφυγμών τους.
Οδυσσέα,νυχτερινέ διαδηλωτή. Αείποτε ερημίτη.Αφύπνισε τους όρους του παρελθόντος. Θα πρέπει κάποτε να ονειρεύτηκες την έρημο.Θα πρέπει κάποτε ν’αγόρευσες για τους ερημίτες. Ν’αγάπησες τον κόσμο των καραβανιών. Με τις λαμπάδες και τα κεριά στα χέρια σαν σε λιτανεία. Αλλά πάντα στα συμμετρικά κάγκελα των ματιών σου συμπλέκονταν η νύχτα και η μέρα, το σαράκι και οι λέξεις άτακτες κι οδυνηρές. Θα ήταν τότε που κάποιες ρωγμές σου αυτονομήθηκαν. Κι έγιναν ριπίδια για τυφλά πεπρωμένα. Το δικό σου έλεος τις λέξεις μου ενοχοποιεί.

Ο Οδυσσέας, ένας ανύποπτος χαράκτης της δικής σου μυστικής ρότας. Συχνά τον ανακαλείς ως μοντέλο για να μοντάρεις πάνω του, τα βάσανα, τις συμφορές, τις κατάρες και τις περιπλανήσεις των μικρών ιστοριών σου.

Ο Οδυσσέας, ένα τεφρό σκιάχτρο της αγιάτρευτης πλήξης μας.


Αίγινα,8 Νοεμβρίου 2020



Το κείμενο αφιερώνεται στον χ2

ο εφιάλτης του Οδυσσέα