Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

άκλιτο

Ένα απόγευμα κρύο που χιόνιζε ο πατέρας σκότωσε τη μητέρα μου,με το μαχαίρι που είχαμε για τα σφαχτά. Tο είχε κρύψει στις σελίδες του Άννα Καρένινα. Την έκοψε κομμάτια και την πέταξε στο μεγάλο ποτάμι. Ήταν επαναστάτης και το χνώτο του μύριζε βότκα. Εκείνη μια αέρινη πρίμα μπαλαρίνα. Το τρένο σύριζε στις βαριές ράγες. Η σπονδυλική μου στήλη ήταν ένα νήμα ρίγους. Το σώμα μου πονούσε φρικτά. Όπως θυμόμουν είχα να κοιμηθώ δύο βράδια. Ο πατέρας με πήρε να κατεβούμε στο Νότο. Δεν είχαμε τίποτα μαζί μας. Όλη αυτή η εναλλαγή των βαγονιών, στα παλιά ξεχαρβαλωμένα τρένα, στα μάτια μου θα φάνταζε όμορφη περιπέτεια, αν δεν είχε προηγηθεί ο θάνατος. Με άφησε σ’ένα σταθμό και συνέχισε. Ήμουν δώδεκα ετών. Άλλη ηλικία δεν πέρασε από πάνω μου.