Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

άδης ανέτειλε


Ήρθες χθες. Βράδυ αργό. Να με παρηγορήσεις. Συναντηθήκαμε στο μικρό πάρκο. Καθήσαμε στο παγκάκι.-χαραγμένα αρχικά-. Δεν ήθελα τη συνάντηση αυτή. Στο είπα όταν μου τηλεφώνησες και με ρώτησες τι μου συμβαίνει. Επέμεινες. Ήθελες να με δεις. Τα μάτια σου κοιτούσαν την πόλη απέναντι. Μουδιασμένη και θολή. Σαν να είχε πέσει πάνω της μια αδιάφανη περίπου μεμβράνη. Είχες γυρισμένη την πλάτη σου σε μένα. Κρατούσες στα χέρια σου ένα τσιγάρο που δεν το άναβες. Πέρασαν δέκα λεπτά και δεν μιλήσαμε. Αυτή την παρηγοριά εννοούσες…της σιωπής. Καλύτερα. Δεν έβγαιναν λέξεις. Σκάλωναν στον ουρανίσκο και στα δόντια. Καπνίζω.
Ώρα, περασμένες μία. Όταν μίλησες είχε πάει και μισή. Ψίθυροι ακατάληπτοι. Άναψες το τσιγάρο ιεροτελεστικά και μου είπες απλώς ότι σ’ενοχλεί που πονώ για κάποιον άλλο. Μάλλον εγώ περίμενες να σε παρηγορήσω. Δεν βρήκα κάτι να πω. Μόνο νύχτα. Καταριέμαι. Η νύχτα περπατά στην αιωνιότητα. Ξεκολλημένη από πάνω μας. Παράπλευρα προηγείται πάντα η σιωπή. Με οδύνη. Χυδαία…
Σαν να έγειρες λίγο όταν σηκώθηκα να φύγω. Δεν μίλησες. Αλλά με καλούσες μ’έναν τρόπο μυστικό. Γύρισα. Σε πήρα αγκαλιά. Πικρή. Της σιωπής κι αυτή. Ασίγαστη σιωπή. Κλειστή σαν σκοτεινό πηγάδι. Άδης.Ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς σου. Γρήγοροι και σαλεμένοι. Έτσι μου φάνηκε. Αλλόκοτο βράδυ. Δώς μου τα χέρια σου, είπες. Τα πήρες και τα κράτησες λίγο,χαϊδεύοντας τους καρπούς μου με παλίνδρομη αφή.- Τα δάχυλά σου τρέμουν.- Υπόκωφα αναστενάζουν τα δάχτυλά σου.Ανώφελο να κλαίμε. Παρέρχεται.
Λησμονημένη. Ενδιάμεση της σιωπής. Ανάσαινες χαμηλά. Κρεμάστηκε το φεγγάρι απ’τις αναπνοές μας. Θηλιές. Κρατούσες τα χέρια μου αμίλητος.
Δεν με κοίταζες. Με τις ανάσες μετράγαμε το χρόνο. Δύο. Τρεις. Όρθιοι. Να κρατιόμαστε μόνο από τους καρπούς και τις ανάσες. Τέσσερις. Η πόλη θολή. Υπάρχει αγάπη.Αβέβαιη. Σκοτάδι κρύο και γυμνό. Πέντε. Αγγίζεις τα μαλλιά μου. Το τέλος δεν το ξέρω. Έξι. Παρακολουθώ το θάνατο αυτής της νύχτας. Γέρνω στον ώμο σου…Ξημερώνει.