Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

"...και γέμισε ο ουρανός μελάνι"





Ο καθένας μια θάλασσα ορίζει με ναυάγια, νησιά και γοργόνες
Και μια βάρκα η καρδιά και γυρίζει κι όλο ψάχνει να βρει λαμπηδόνες

Ξύπνησα κουρασμένη από τη ζέστη, με πρωινή ναυτία από το ξενύχτι και μια τολμηρή ανάδυση από βραχύσωμους αλλά βίαιους εφιάλτες.
Δεν έχω κουράγιο να γράψω άλλο κείμενο. Αυτό είναι το τελευταίο δειλό ασήμαντο.Και αβάφτιστο. Και χωρίς ιστορία καμιά. Και νηπενθές.Συνορεύει με την ελάχιστη μελαγχολία των τελευταίων στιγμών στο blog. Θα την ξεπεράσω. Πιθανόν γιατί γράφοντας εδώ, χάνω ένα μέρος του φυσικού μου εαυτού, ιδιαζόντως αντίξοο, φυσικό ωστόσο, που θα μπορούσε ν’αναπληρώνει τη συγκινημένη αίσθηση του αποχωρισμού και να περιορίσει τα παρελκόμενα του βραχέως «θρήνου» στο μηδέν. Ή θ’αποβιώσει ταριχευμένη με κάποιο τρόπο αδύνατο.Τη λύσσα που με πιάνει να φύγω δεν θα την ξεπεράσω. Δεν θέλω να γράψω άλλο κείμενο. Είναι το τελευταίο. Κάπως σαν μικρός θεραπευτικός αποχαιρετισμός. Δεν θέλω να ξαναμπώ στο blog.Κλειστοφοβία. Τουλάχιστον για όσο χρόνο θα διαρκέσει η μαγεία της αλμύρας.Για όσο κρατήσει, δεν θα παραπονεθώ. Ούτε θα γκρινιάξω. Τέλος τα παράπονα για Ιούλιο και Αύγουστο. Οι μήνες αυτοί αγιογραφούνται μέσα μου με την περιπλοκότητα ανεπιτήδευτων δονήσεων. Ούτε τα παράπονα των άλλων θα μαζέψω και θα κρατήσω. Έτσι είμαι εγώ. Κάθε καλοκαίρι μπορώ και ζω χωρίς παράπονα. Και χωρίς πείσματα. Και χωρίς πόλεμο. Και χωρίς δηλητήρια. Και χωρίς δαγκάνες. Και χωρίς υποσχέσεις.Και χωρίς παρηγοριές. Και χωρίς λέξεις. Τις σκότωσα. (Αλλά τις άφησα χωρίς σάβανο μήπως κι αναστηθούν κάποια στιγμή άλλη.)Τότε μ’αγαπούν πιο πολύ. Τότε βασιλεύουν τα ελιξίρια της βαθύτερης ύπαρξης χωρίς τους ατμούς της σκουριάς των ναυαγίων. Γιατί αφήνω τα πολύπλοκα και εμφυλιοπολεμικά στην άκρη και ζω με ό,τι πιο απλό έχω και ό,τι πιο πολύτιμο. Την αγάπη. Χωρίς ηρωισμούς. Και παιχνίδια τρικυμιών μέσα σε δαχτυλίθρες.





Η αγάπη και η ζωή ανεβαίνουν στα μάτια. Και τα μάτια γίνονται δραματικά μεσουρανήματα. Παλίρροιες- αξίες. Γιατί το καλοκαίρι συντηρεί τις αξίες μου, όπως η καυτή γεύση των μπαχαριών που είναι αντικαταθλιπτική και συντηρεί τη χαρά μου.
Δεν κοιτάζω την ώρα, το χρόνο. Χρόνος είναι όπου είμαι και ό,τι ζω. Τίποτα άλλο. Ούτε πίσω κοιτάζω. Μου φτάνει που θα ανεβώ στο φουσκωτό μου και θα πλοηγήσω το χάος μου. Να νιώθω τον παλμό των κυμάτων και του βυθού. Τον παλμό του ανέμου και του ήλιου. Θα πιστέψω για άλλη μια φορά στις αδυναμίες μου περισσότερο από ό,τι στη δύναμή μου. Το ξέρω από τώρα αυτό. Και ίσως να μου κάνει καλό. Μια ευλογημένη αλληλουχία συναισθημάτων με κρατά μέσα και πιο κοντά από ποτέ στον πυρήνα της θάλασσας. Εκεί, χωρίς όρους και όρια. Χωρίς να κυνηγάω τις συγκυρίες και τις συμπτώσεις. Χωρίς τους τρελούς μου θυμούς. Εξημερωμένη από το αγκάλιασμα και το νανούρισμα της. Στα βότσαλα ν’ακουμπάω στιγμές και χαρά. Στη διαύγεια μιας ανατολής, στη θολή από τη ζέστη δύση που θα σπάζει τα χρώματά της στο κύμα και θα διϋλίζεται, σποράκια κόκκινα ροδιού, ρίχνοντας κι άλλα χρώματα, πυκνά κι απαλά, που θα τρέχουν στο αίμα και θα φωτιάζουν και θα νοτίζουν μερικές από τις πιο όμορφες νύχτες μέσα μου. Χωρίς κακίες κι εγωισμούς ν’απλώνουν. Χωρίς συνθήκες. Η καλοκαιρινή νύχτα τελεσφορεί χωρίς συνθήκες. Και το σκοτάδι ακόμα ανθίζει μέσα στο βράδυ του καλοκαιριού. Ανθίζει αστέρια στους βυθούς.

Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με ό,τι, περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ'άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα






"αν είμαστε έτσι καλά μ'αυτή την αγάπη
που πότε σωπαίνει και πότε μιλά
μπορούμε να μπούμε σε πλοία και τρένα
να δούμε πολλά ή κανένα
να δούμε πολλά ή κανένα
αν είμαστε έτσι γεροί και νιώθουμε ωραία
που είπαμε όχι σε τόσα μπορεί
υπάρχει ένας χρόνος στ'αλήθεια μεγάλος
να ζει για τον έναν ο άλλος
να ζει για τον έναν ο άλλος
αν είμαστε έτσι ζεστά και κάνουμε αστεία
στη μέση του δρόμου στον κόσμο μπροστά
δεν ξέρω τι άλλο μπορούσα να ελπίζω
θα χάσω είχα πει μα κερδίζω
θα χάσω είχα πει μα κερδίζω"





Να παίζω κυνηγητό με τα δελφίνια. Ν’αλητεύω και να ρίχνω την άγκυρα όπου μου καπνίσει.
Να είμαι ανώριμη, το δικαιούμαι. Να κρατιέμαι από τη σιγουριά που μου δίνουν τα δύσκολα, τα απλά και τα αόρατα. Κι αυτό το δικαιούμαι. Να βλέπω το φεγγάρι να υψώνεται ζεστό και κατακόκκινο. Όμορφο. Και το άπλωμα της μέρας στον ουρανό όμορφο. Φως θα με σκεπάζει, φως ν’αναπνέω. Φως. Μπορεί να μοιάζει με παραμύθι και ο ενθουσιασμός να παρασύρει ακόμα και μένα-ελκυστικός- να μπω στην τροχιά του παραμυθιού και να το ζήσω. Και σ’αυτό να φυγαδέψω και το όνειρο. Αυτό θα κάνω. Μην υπολογίζοντας τις συνέπειες. Μα,δεν με νοιάζει καμιά διάσταση. Με το σώμα θα σκέφτομαι, μ’αυτό θα λέω ό,τι έχω να πω, ανοίγοντας περάσματα σε νερά βαθιά και πεντακάθαρα. Να μπερδεύομαι με την ελευθερία. Να φεύγω χωρίς πιθανότητες κι ενδεχόμενα. Άβαφη. Ξυπόλητη. Μεθυσμένη από το φως που διαθλάται και δίνει στις σκέψεις μου και στις πράξεις μου τα ρευστά περιγράμματα που θέλω, από αλμύρα και νερό.
Χωρίς να με νοιάζει η διαχείριση της ζωής. Η μιζέρια. Οι επαληθεύσεις,λες και είναι μαθηματική πράξη η ζωή. Ειδικά όταν τα κριτήρια είναι ελαττωματικοί ψυχικοί συμβολισμοί και σταυρικά ασκητικά πεπρωμένα.
Να μουδιάζω κάτω απ’τον καυτό ήλιο, να μουλιάζω στο δροσερό νερό. Διαρκής μετάθεση μιας λιγομίλητης ηχούς του νερού που αποσυμβολίζει τις παλινδρομήσεις από την καθήλωση στα ορατά στη μαρμαρυγή των αοράτων με το φεγγαρίσιο χρώμα. Ψεκάζοντας το ίδιο ακούραστο, αλχημικό όνειρο από μια διπλωμένη φλούδα πράσινου λεμονιού. Να πετάω στις ξαστεριές αποπροσανατολισμένα, χωρίς σκοπό και κατεύθυνση. Κανένα συναίσθημα θωρακισμένο. Καμιά αίσθηση εγκλωβισμένη. Να χάνω τα ζύγια μου. Μεγάλη ελευθερία. Μεγάλος δρόμος. Μεγάλη η θάλασσα.
Και ταυτόχρονα χωρίς δρόμο, χωρίς χάρτη, χωρίς πυξίδα. Μόνο τα ζεστά μεσημέρια να υπάρχουν. Βουτιές στο γαλανό. Βουτιές στο άπειρο. Χωρίς αντιστάσεις. Χαρά ομορφιά ηρεμία. Όλοι οι δρόμοι είναι το καλοκαίρι. Όλοι οι χάρτες. Όλη η χαρά. Είναι αξία και δύναμη χωρίς ανάλυση. Έκανα μια σκέψη. Δεν ξέρω πώς άπλωσε τόσο… Πως η ζωή μου μετριέται με τα καλοκαίρια. Είναι μια ακροβασία της πίστης μου αυτό. Δεν είμαι διατεθειμένη να πουλήσω τίποτα. Ούτε να μετανιώσω. Όλα έχουν αιτίες, άλλες τις κατανοώ, άλλες όχι. Δεν πειράζει. Αλήθεια δεν με πειράζει.

Με την πόρτα γυρτή το φως του μπάνιου να γλιστράει στη σιωπή
να σε νιώθω εδώ σ' αυτό το πλάγιασμα, σε τούτη την ηχώ.
Ναι, μ' ένα φως τεχνητό, να βρει τον κόσμο το δικό μου σ' αγαπώ
φως που τραγουδάει ενώ είναι νύχτα, κι ενώ εσύ δεν είσαι πλάι.

Κάποιες σκέψεις διαλύθηκαν, -έγιναν σκόνη ή στάχτη.Άλλες έγιναν πράξεις σοβαρές και «αυτοκρατορικές», τις έχω και τις κρατώ, μην τις χάσω. Δεν θα τις χάσω. Γι’αυτό δεν τις θυμάμαι. Γι’αυτό δεν έγιναν ανάμνηση. Πέρασαν μέσα μου, στο αίμα μου, έμειναν, ζω μ’αυτές και από αυτές, είναι συστατικό μου. Με πλούτισαν. Δεν τις φοβάμαι. Τις έχω. Και τις πιστεύω. Με πλουτίζουν. Και μεταδίδονται σ’εκείνους που έχουν τη δύναμη να μοιραστούν την αγάπη και να περιμένουν την αληθινή στιγμή.
Δεν έχω άλλες λέξεις. Εξαπάτησης και πλάνης. Παρερμηνείας και συμπλοκής. Ετυμηγορίας και παραβίασης. Εισβολής και διαγραφής.
Δεν θέλω να γράφω άλλο. Δεν έχω άλλα λόγια. Δεν έχω άλλες σκέψεις. Και αυτό είναι μια καθαρτήρια τελετουργία.

Το σύνδρομο του Κρόνου μόνο φοβάμαι…

Καλοκαίρι στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

ΑΠΟΘΕΩΣΗ

Ακολούθησε αυτόν το δρόμο,
Πίσω απ’τα γκρεμισμένα σπίτια
Θα δεις τη θάλασσα
Αυτόν θα τον δεις στα νερά να κολυμπάει
Τα ρούχα του στα βράχια
Μην του μιλήσεις
Δεν απαντάει σ’ερωτήσεις
Σε πρωινούς χαιρετισμούς

Προσπέρασε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2008

θάλασσα





"Πες μου ότι ζω.Το νερό απόψε δε με ησυχάζει,δεν με παρηγορεί.Με αρνιέται.Μου αντιγυρίζει ένα είδωλο συρρικνωμένο,ένα είδωλο αγνώριστο...[...]Απόκαμα πια να υπάρχω μόνο μέσα στα γράμματα,να συντηρούμαι ζωντανός και αγαπημένος μόνο μέσα από τις λέξεις.Δεν είμαι πράγμα.Δεν είμαι ιδέα.Είμαι άνθρωπος.Πόσο θα ήθελα να ήταν όλα κάπως αλλιώτικα.Εγώ να είχα γεννηθεί κάπως αλλιώτικος.Να είμαι ο ίδιος αλλά ελάχιστα διαφορετικός.Πόσο θα ήθελα να ήμουν ακόμα παιδί,το τοπίο της ζωής μου να εκτείνεται μπροστά μου απάτητο,για να μπορώ να διαλέξω άλλα σημεία εκκίνησης.[...]
Πόσο θα ήθελα απόψε όλα να άλλαζαν για λίγο.Το νερό να γινόταν λίγο ψεύτης.Από σύντροφος της τωρινής αγωνίας να γινόταν πάλι ο ανήλικος σύντροφος των παιχνιδιών κι εγώ να γινόμουν εκείνο το παιδί που ήμουν κάποτε.[...]
Μεγάλωσα πλάι στο νερό.
Το νερό με ανάθρεψε.
Το αγάπησα.
Στεκόμουν με τις ώρες και το κοίταζα.Αυτό το νερό.Ξεπηδούσε από τα σπλάχνα της γης αδιάφανο,πνιγηρό,επικίνδυνο,σαν πηχτή φλέβα από ατόφιο ασήμι και αργοκυλούσε φεύγοντας,από μπροστά μου,βουβό και νηφάλιο παίρνοντας μαζί του την εικόνα μου και φέρνοντάς μου σε λίγο μια καινούρια.
Με μάγευε.[...]
Παλιές επιθυμίες αναδύονται,η μυστική γοητεία του νερού που με μάγευε,η ανήκουστη φωνή του που με καλούσε.[...]
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα γι'αυτά που δεν έγιναν,για τους κρυμμένους πόθους που έμειναν ανεκπλήρωτοι,για το νερό που ήταν πάντα ένα όνειρο,ένα ακίνδυνο,βολικό,νυχτερινό καταφύγιο,ένα άθυρμα μόνο του νου που απέπνεε ασφάλεια.
-παρακολουθώ τον εαυτό μου μέσα στο νερό,ένα παιδί παίζει με τις ανταύγειες των άστρων,ακολουθεί τους ασημένιους δρόμους,ταράζει τις ευθείες τους κι έπειτα βουλιάζει και χάνεται,ξαναφαίνεται σε λίγο ενωμένο πάλι με το νερό,ένα με το νερό,και μέσα στην υδάτινη αταξία αντικατοπτρίζεται το αλλοτινό μου πρόσωπο,το παιδί παίζει,παίζει με τον κίνδυνο,παίζει μαζί μου,με την αγωνία μου,παίζει με την ανοχή μου,μεταφέροντας τα παιχνίδια του στο βυθό,με τη σιγουριά ότι θα υπάρχει πάντα επιστροφή,και όλο και πιο πολλή ώρα μου κρύβεται,όλο και πιο πολύ μένει στον αόρατο κόσμο,εκεί όπου ξεσπά η φλέβα και ρέουν οι υπόγειοι,υδάτινοι ορίζοντες-
[...]
Σε λίγο η θάλασσα θα γεμίσει παιχνίδια,επιθυμίες εκπληρωμένες και μια παράφορη παιδική επιθυμία.Μια στάλα πιο παιδική θα γίνει σε λίγο η θάλασσα.Και όλο πιο παιδική θα γίνεται η θάλασσα,όλο πιο παιδική,μεθυσμένη από τις ήρεμες ανάσες του παιδικού ύπνου,τη μακάρια εγκατάλειψη,το βάρος του κορμιού που της αφήνεται.Κι έτσι παιδική, θα απλώνεται από την Αδριατική ως τη Μεσόγειο...[...]

Μόνο εγώ μπορώ να σε πλησιάσω,να μείνω κοντά σου,να σε αγγίξω.Και μόνο εγώ μπορώ να αισθανθώ αυτόν τον άγριο θυμό,γιατί μόνο εγώ νιώθω έτσι για σένα.Και μόνο εγώ μπορώ να πάρω τα γράμματά σου,να τα διαβάσω από την αρχή ως το τέλος και στο τέλος να πάρω αυτή την αγάπη που μου στέλνεις κάθε φορά."Με αγάπη...Με αγάπη...Με αγάπη..."
Με αγάπη...και νιώθω ένα φουρτούνιασμα να σφυροκοπάει μέσα στο κεφάλι μου.
Με αγάπη...και νιώθω το φουρτούνιασμα να με κυριεύει,κόκκινο και αφρισμένο.
Με αγάπη...και νιώθω την ψυχή μου αγριεμένη,τα δάχτυλά μου φονικά.
Με αγάπη λοιπόν,με αγάπη,και αρχίζω να σκίζω ένα ένα τα γράμματά σου.Μία μία τις γραμμένες σου αγάπες.
Κουράστηκα να κρατιέμαι ζωντανός μέσα από τα γράμματα,αγαπημένος μέσα από τις λέξεις.Δεν είμαι ίσκιος.Είμαι ένας άνθρωπος.Αγάπησέ με ανθρώπινα."

Ελένη Σμπώκου




Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

misirlou



απόψε σκοτώνω λέξεις

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

negative






Εφαρμοσμένα στεγανά με επιτυχία καμιά διαρροή
Οι παραβάτες συμβαλλόμενοι απονέμουν την ασυλία
το αγοραφοβικό της ιδιοστασίας μου
Κάποια ψυχή αθάνατη θα έχει μετασαρκώσει
Μια προσποίηση της στιγμής
Ένας νευρικός χειρισμός των σεληνίων ναυαγισμένων αφών
Όσο λιγότερα ψιθυρίζει το χέρι μου στο χαρτί
Τόσο πιο εύγλωττοι γίνονται οι συλλαβισμοί
Στους αδένες μου υπεράσπιση ανεκτική
Το ίχνος λείπει από το πλήρωμα του αίματος
Αδύνατα πράγματα ζητάς Αδύνατες αγάπες…

συρραφής τραυμάτων
Ο χρόνος δρων Υποκειμενικά,
ολοστρόγγυλα μηδενικά εκμαυλιστικά
Λιμνάζει η ώρα κύλησε στο οχτώ δειλά και αργά
Αύθαδες σούρουπο κύλησε στο εννιά στο δώδεκα…
Έχει μαλλιά μέδουσας η νύχτα
Τώρα απέκτησε και μάτια στόμα και χέρια πολλά
Πλοκάμια που ανεμίζουν σαράντα νύχτες αφέγγαρες
Κι εγώ με τα μπακίρια του «βασιλιά»
Και τις νεκροκεφαλές του που με περιφρουρούσαν
Σαν φλογισμός πετάχτηκε από μια νηοπομπή Κιβωτών
Η τυφλή καμήλα αδημονούσα να με παρασύρει
Σε νύχτα ερήμου νουβιακής εγκατάλειψης
Κι εσύ «διαχρονικέ ιππότη», νοκ-νοκ ξανά
Άνθρωπε μυστικέ σε διαρκή ενεστώτα
Και συντελεσμένο μέλλοντα στεριώνεις
Δραματικός και σίγουρος καταστρώνεις τα σχέδιά σου
Για να ξαναρθείς απρόσκλητος με δεσποτικά θερμόμετρα
Να με μετρήσεις να δεις αν είμαι εγώ
Αν έχω συντηρηθεί ζεστή για σένα
Στη λήγουσα της θερμοκρασίας των ανεμομέτρων
Ή για να με προστατέψεις μήπως από Πυρετούς
Πάνω που νιώθω έτοιμη να βάλω ένα τέλος ή βέλος
-να βρω το δρόμο του-
Στο ποταμάκι αίματος που διακλαδίζονται
Και στα νερά που με εξευμενίζουν ενίοτε
Ζω σε κατάσταση έκτακτης αναδημιουργίας
Σε κανέναν δεν το είπα
Κι αυτό γιατί ποτέ δεν άντεχα
Τα υστερόγραφα και τις επιστροφές του ελέους



Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

η παράκρουση των σπαρτάστρων



ΣΠΑΡΤΑΣΤΡΑ

Σπάρταστρα με μυρωδική κανέλα
Πασπαλισμένη στο αφρόγαλα της βρώσης μου
Ξυπνούν πτώση επί απότομου
Λίαν ενδιαφέροντος γκρεμού

Σπάρταστρα του ονόματός μου
Η γενική πτώση ανώμαλη
Έχω και γω μια κατοχυρώσει-εδώ
Κλείνονται ανώμαλα οι τέχνες
Απ'των χαμαιτυπείων τους θαμώνες
Στις διαφημίσεις
Και γω με μέσα ψάρια και λάμψεις
Διαττόντων
Θα σκάσω?

Σπάρταστρα μια τοποθέτηση
Στα μαλλιά παρθένας κόρης
Τα πεφταστέρια λαμπυρίζουν σιγουριές
Κλίνεται σαν τίποτ'άλλο
Η βεντέτα μου να εμφανίζομαι
Ψόγος ταπεινότητας παντού

Κι αν τα ουσιαστικά μια-δυο
Τις έχουν μετρημένες
Εγώ τις έχω γενικώς
Άπασες ανώμαλες τις πτώσεις
Μιαρός μου να ευφραίνομαι
Πολύποδας να με χαρώ



ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ

Το άσμα αυτό περί μοιραίου δισταγμού
Είχα δίπλα στ'αγαπημένα μου θάψει
Του δίσκου που αγόρασα στα χρόνια εκείνα
Που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Στου ηλεκτρικού το στασίδι
Απαγορεύεται πλέον το κάπνισμα
Μα επιτρέπεται δυστυχώς της αναμνήσεως
Η κωματώδης ανάφλεξη απ'τα μεγάφωνα
Σ'όλο το μεγαλείο της συγκυριακής
Ήχησης μιας μελωδίας
Αναγνωρίσιμης του τίτλου
Αναμένοντας το φράγμα ισχυρότερο
Της ενέργειας ενεργοποίησης
-πότε άλλωστε δεν κώφευσα
στα αναγνωρίσιμα του τίτλου-
Βημάτισα προς το τραίνο
Κι ύστερα τις σκάλες ταχύτατα δρασκέλισα
Αγριόγατος της πανσελήνου έλκουσας
Όλων των χρόνων που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Κι ύστερα περαστικός το καρτοτηλέφωνο κατέστρεψα
Βάνδαλος της προσμονής
Γιατί θα έπρεπε να έχει κουδουνίσει
Τιμής χρόνου που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Ένεκα γνώριμων αυλών αυτεπιστροφής
Σκόνης διαστρικής μετεωρίτη μουσαφίρη
Πληγής ανοιχτής

Δημήτριος Μουζάκης
"Υδροβάτης"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ ΑΘΗΝΑ 2007

Ξεκινώντας να γράψω αυτό το κείμενο για την ποίηση του Δημήτρη Μουζάκη,το μετάνιωσα πολλές φορές γιατί σκέφτηκα ότι μιλάει τόσο όμορφα,τόσο δυνατά,τόσο βαθιά από μόνη της που οι δικές μου λέξεις ίσως φαινόταν λίγες και μικρές,ακόμα και πλεονασμός μπροστά στην αλήθεια.Επειδή όμως δεν θεωρώ και τίποτα δεδομένο,αποφάσισα να γράψω τελικά τη δική μου αίσθηση,όπως πηγαία και αυθεντικά εκπορεύεται από τις οάσεις των συμβόλων του Δημήτρη,σύμβολα-σπόροι που φυτρώνουν ακόμα και σε βυθούς,ακόμα και σε ερήμους,ακόμα και σε υψόμετρα,τρέφονται από μια ανήμερη ευαισθησία και καρποφορούν.
Ένα εντυπωσιακό σημείο της ποίησης του,κάτι που μου προξενεί θαυμασμό και δέος είναι οι χαρακτήρες που διαπιστώνω ακόμα και στα άψυχά του.Σ'ένα μολύβι,στο μελάνι,στο χαρτί,σ'ένα λουλούδι,σ'έναν χαρταετό,στην πέτρα...Χαρακτήρες που υφίστανται τις μεταπτώσεις των ανθρώπινων,την τύχη,τη φθορά,την απώλεια,το έλεος,την αγάπη,τη ρευστότητα,τη μετάσταση,που συντρίβονται σαν ανθρώπινες υπάρξεις.Προσωπικά,ασκούμαι να διαβάζω την ποίηση του Δημήτρη με πολλούς τρόπους.Και κάθε τρόπος ή μέσο που μετέρχομαι,είναι και μια ατραπός.Σε όποιο σημείο της κι αν εστιάσεις, ό,τι και όπως το αναλύσεις,δεν παύει να είναι μια ποίηση Μεγάλη.Κι εγώ τη θαυμάζω και θαυμάζω σημαίνει απορώ,βρίσκομαι σε αμηχανία,μπροστά σε ένα αδιέξοδο που όχι μόνο δεν με κάνει να στραφώ προς τα πίσω αλλά με παρακινεί να διερευνήσω το πιο κει,το παρακάτω,που σίγουρα υπάρχει κι αν ακόμα δεν είναι έκδηλο,σαφές,ορατό.Και αμηχανία δεν σημαίνει αποχαύνωση και παραίτηση και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει παραδοχή-επιπολής-.Κάθε ποίημά του μπορεί να είναι εισαγωγή στο θρήνο,ασκητική ονείρου,ποιητικό αίτιο,θρησκευτικό δρώμενο,πλοκή αρχαίας τραγωδίας,παλίμψηστος πάπυρος,υποβλητικός έρωτας,χαριστική βολή,άγρυπνη ενότητα αντιφάσεων,ανέκλητη ενοχή,φορέας ήθους ή διάλυσης,απορφανισμένος κλήρος μοίρας και πολλά περισσότερα ή και όλα αυτά μαζί.
Όταν οι κράχτες του λογοτεχνικού βίου ενθουσιάζονται με επιφανειακούς ψευτοεντυπωσιασμούς και με τις κεκτημένες και στερεότυπες τεχνικές "που οδηγούν στην ευκολία,η ευκολία στην αλαζονεία, και η αλαζονεία στην εκμετάλλευση της ευκολίας..."
εδώ ποιείται πράγματι Έργον γιγάντιο που του αξίζει προσοχή,προσήλωση,θαυμασμός και σεβασμός.
Αν μπορούσα θα αναρτούσα ακέραιο τον Υδροβάτη.Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επιλέξω μόνο ένα ή δύο-όπως έκανα- ποιήματα.

Δημήτρη μου καλή τύχη,λαμπρή τροχιά...


Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

αμυνοεπές



Ο απάτωρ φαλλός –εοικώς τω κυμβάλω λήθης-
εστιάζει επί της καθέτου μοίρας 90
αποτίει στην προέλαση απροστάτευτου αστεροειδούς
Κορεσμένα ύδατα ανελκύοντας την τέχνη
Ήτις επιτηδεύεται αδημονώντας
χρέος ανεξόφλητο
-Από μηχανής δέος-
Διαθέοντας φέλλινα χιλιόμετρα
Όφιδες στις σχισμές του χάους
Δίνες μιας ακόρεστης ορμής φωνημάτων
Επήνει τα προδόντα
Ελευθεροποιός την μνήμη του διακωλύοντος
Πελάγους αρχαγγέλου ερημίαν κατοικτείρασα
Εξέδυ
Μέμνηται την φραγμένην ανατολήν
Ώσπου θαλαττούται ύπτιος

καταφάσκοντας στα γινόμενα των αποστάσεων

και περιπτύσσεται
Τας πτυχάς της χηλής
Παρεμβαλών σαρκοφυίας εν μέσω πληγέντων
Στεναγμών
Άπνους έτι ει και απειθείς τη βαρβαρότητι
Νυχτερινών εποχών

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

εχθροί μόνο





και τα δύο αφιερωμένα στην ΑμΑλίΑ-θα το σκεφτώ αν θα σε συγχωρήσω για τον Χατζηγιάννη,άκουσέ τον τώρα και θα σου πω όταν γυρίσεις...-
και λίγο στο enfant rate...

αγάπα με, αν τολμάς



Έκλεισα την πόρτα του γραφείου. Άναψα το μικρό φως. Ένα κερί για τον καπνό. Άλλο ένα για τα κουνούπια. Η διάχυτη μυρωδιά της σιτρονέλας κάλυψε τη μυρωδιά των γιασεμιών κι έτσι αποφάσισα να σβήσω το κερί και ν’ανάψω τα χίλια γιασεμιά που τώρα, ξαφνικά «φύτρωναν μέσα στο στόμα μου» κι ευωδίαζαν…
Ανοίγω όλα τα παράθυρα. Κύματα της νύχτας και «αστρανάμματα» μπαίνουν με φόρα στο δωμάτιο κι αυτό, τολμώ να πω, ότι μου δίνει μια ανέλπιστη χαρά.
Έχω τη χθεσινοβραδινή εικόνα σου στα μάτια μου. Μπροστά μου. Ένα πορτρέτο θλίψης καννιβαλίζει…Μπορεί, αφού μου το ζήτησες, να έδινα αυτόν τον τίτλο. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω, αν μπορώ να κάνω κάτι, για να σε πείσω ότι μπορείς ν’αλλάξεις όσα θέλεις. Δεν είναι αργά. Αλλά κι αν ακόμα τίποτα δεν θες ν’αλλάξεις, εγώ μαζί σου, εγώ πάντα δίπλα σου.
Όμορφη βραδιά. Παράξενη. Κι έχω τόσα στο μυαλό μου και μέσα στο στόμα μου σταθερά τα γιασεμιά. Εσύ να παγιδεύεσαι στη χαράδρα με τις ανασφάλειες. Εγώ να προσπαθώ να ξεφύγω από τον χαρτοσωρό που στέκεται μπροστά μου αλώβητος και ασαφής και μοιάζει ο μεγαλύτερος απατεώνας. Παίρνω μερικές γενναίες ανάσες, πριν τολμήσω ν’αρνηθώ τον εαυτό μου σαν αναλώσιμο κομπάρσο στη δική μου ζωή.
Θέλω να μιλήσω λίγο σαν γιόγκι που ξυπνά αργά από την ανάταση του διαλογισμού. Είναι φορές που νιώθω τόσο ακαριαίο μίσος για τον απεχθή λυρισμό μου. Αλλά δεν είμαι ικανή και να τον σφαγιάσω, φοβάμαι θα μ’εκδικηθεί. Τέλος πάντων, σου έλεγα ότι αυτή η εξοικείωση με τα εφήμερα δεν σου αξίζει. Ένας εχθρός που σου αξίζει δίκαια είναι ο κακός εαυτός σου. Μ’αυτόν θέλεις, μπορείς να τα βάλεις?
Ήταν μέρες που ξυπνούσα κι εγώ και τις περισσότερες από αυτές, άγρια χαράματα κι έβλεπα στον καθρέφτη μια τερατογένεση. Ξέρω τι σημαίνει εσωτερική λογική κι εσωτερικός διχασμός. Ξέρω τι είναι να ξύνεις χρόνια την επιφάνεια, να μη βρίσκεις από κάτω αυτό που περίμενες, ή αυτό που θα ήθελες να πιστεύεις ότι υπάρχει, να μασάς σκουριά ανακατεμένη με εφιάλτες και γκρεμούς και να σου μένουν στα δόντια και στον ουρανίσκο υπολείμματα. Να ξυπνάς κάθε πρωί μ’αυτή την άρρωστη γεύση και να συνεχίζεις να μασάς , να καταπίνεις ασταμάτητα και με τίποτα να μη φεύγουν, ακόμα κι όταν τα φτύνεις και τα ξερνάς. Ξέρω πώς απωθούνται έτσι οι αλήθειες και διαστέλλονται οι ενστικτώδεις χειρισμοί. Πάει καιρός που το κήδεψα αυτό το τέρας και ξεκίνησα να προσπαθώ, χωρίς πανικό και με όση ψυχική δύναμη μου είχε απομείνει, τις προσπάθειες για να ανακτήσω και να υπερασπίσω, αυτό το ελάχιστο της αθανασίας που το λέω ήρεμο ύπνο. Πέρασα από τεράστιες αναβολές ανάληψης διαδοχικών ευθυνών, που επιβράδυναν, διέψευδαν, ακύρωναν την ελπίδα οποιουδήποτε, ακόμα και μικρού θαύματος.
Έχω νιώσει και σαν έρμαιο, και σαν σάρωθρο-διαπράττοντας «ιεροσυλίες»- και σαν άθυρμα στα χέρια της απόλυτης δικαιοδοσίας κάποιου βιτσιόζου θεού.
Ατρόφησα, ανατροφοδότησα την ατροφία με καινούριες αναπηρίες, ξέχασα συγκινήσεις, αφέθηκα σε αρπαχτές, στον πόνο των αψύχων, σε είδη «πορνείας», σε αγοραίες χρήσεις, κάποτε υποσυνείδητα, κάποτε συνειδητά. Λίγο πριν ομιχλώσουν τα όρια από τον ίδιο τον θρασύ και παραχαράκτη εαυτό μου, μ’έπιασε ένα πείσμα και αναποδογύρισα το παιχνίδι της φαυλότητας, και μέσα απ’αυτή την παράνοια, το παραλήρημα, την ανισορροπία μου πες, διαύγασε σαν φάρος αειθαλής η αυθεντικότητα του παλιού μου οράματος και με συνέφερε. Το αχρηστεμένο μου μυαλό κατάφερε να παράξει, έστω και μέσω ατελών πειραματισμών ένα ανιχνεύσιμο έρεισμα. Βγαίνοντας σταδιακά απ’αυτό το «μαγαζάκι του τρόμου» κι ενώ τα «γονίδιά» μου με απέτρεπαν απ’αυτό, κι ενώ παλινδρομούσα αενάως, διασχίζοντας τις παραμεθορίους των απιθανοτήτων, εκεί που αναπαυόμουν σε ναρκοπέδια, κι αδημονούσα να στεγάσω χάος και άβυσσο, σαν πυροτεχνήματα άρχισαν να εκρήγνυνται ευχές κι επιθυμίες και κάποιος αόρατος «από μηχανής» θεός κινούνταν κάτω από το δέρμα μου και ξυπνούσε και μου έγβαζε τις σκουριασμένες χειροπέδες.
Άρχισα κι εγώ να εκμεταλλεύομαι τις πληγές μου, επιδεικνύοντας ισχυρή πίστη στη θεραπεία που θα μου εξασφάλιζαν. Γινόμουν συνειδητός χρήστης τους. Έπαψαν να με στοιχειώνουν σαν βαμπίρ διψασμένα για περισσότερο αίμα.
Ενώ βρισκόμουν περίπου στο μέσο αυτής της διαδικασίας, σε συναντώ. Σε αναγνωρίζω μέσα από το αμείλικτο πένθος για κάτι οριστικά χαμένο, σαν παραίτηση από σύμβολα και σαν επίκεντρο του δικού σου μύθου. Ένα πολύχρωμο, διφορούμενο και αχάιδευτο αγόρι που από τη μια ήθελε ν’αποσιωπηθεί και από την άλλη ν’απολαύσει ένα αδόκιμο κλέος…Σε αναγνώρισα ως ετεροθαλή συνοδοιπόρο μου. Από κει κι έπειτα, οι λέξεις έγιναν εμβληματικές, οι σκέψεις μου τεμμαχίζονταν, η «συγγένειά» μας υπήρξε αφόρητη, αβάσταχτη, σχεδόν καταστροφική. Έλεγα, δεν μπορεί να είναι τόσο εγώ μέσα του. Η συγκομιδή μου ήταν πάλι ερείπια-για την ώρα- σαν να ταξίδευαν κι αυτά μαζί μου στο χρόνο…
Μέχρι τότε πίστευα πως και τα αλλήθωρα βλέμματα έχουν την αξία τους. Υποτίμησα το δικό σου ευθύ βλέμμα, υποτίμησα την ευαισθησία σου, αγνόησα τις αγριεμένες αφέλειές σου. Έβλεπα μόνο εμένα σε σένα. Και το πολεμούσα. Σε πολεμούσα. Μετά κατάλαβα. Αυτή η φονική μου απροσεξία σ’έκανε να μην μπορείς να ελευθερώσεις τα μυστικά σου. Να τα μοιραστείς μαζί μου. Η καθημερινή μου σχεδόν παρουσία δίπλα σου ήταν ανενεργή και πιθανόν να σου έκανε και κακό κάποιες φορές. Πίστευα πως ήμουν εσύ και με κάποιο τρόπο λαχταρούσα να εκδικηθώ μέσα από σένα όσα είχα φοβηθεί στο παρελθόν και μου δηλητηρίαζαν στιγμές, τις ακρωτηρίαζαν, τις κατέστρεφαν.
Όμως ήταν και τόσο στριμωγμένα μέσα μου όλα, οι σκέψεις, οι κακές μνήμες, οι σκιές, τα τραύματα, οι προβολές τους στην οθόνη της αφασίας μου. Αγνοούσα από πού ν’αρχίσω, πώς να τα ξεμπερδέψω, να τα ξεκαθαρίσω. Δεσμώτες γινόμαστε όταν συγκατανεύουμε στις χείριστες, στις πιο ευτελείς αδυναμίες μας. Μου πήρε αρκετά χρόνια αυτό το ξεκαθάρισμα. Με πείσμωσε. Δεν μπορούσα να εξαπατώ στιγμές, ανθρώπους, καλοκαίρια που μου χάρισαν αληθινή ζωή. Γρύλιζα σαν πληγωμένο σκυλί. Δειλό φρικιό ,δυσπροσάρμοστη «ιέρεια». Ξεκλείδωνα φρίκες και φρίκες και φρίκες χωρίς σταματημό. Μουδιασμένη, άθεη, άπιστη, με υπερτροφικές κληροδοτημένες κατάρες και καταγεγραμμένη στα κύτταρά μου, κολλημένη στο δέρμα μου και μια παλιά μου ενοχή, η μεγαλύτερή μου ήττα. Κάποτε μ’έπνιγαν τέτοιες σκέψεις. Τώρα φροντίζω και προλαβαίνω να τις πνίγω εγώ…Τις στραγγαλίζω πριν ξυπνήσουν και με καταβροχθίσουν.
Ώσπου σκοτώθηκα και τελείωσα μ’αυτά. Ξεμπέρδεψα σου λέω. Κάπου κάπου αναδύονται και με αποδυναμώνουν για δευτερόλεπτα, αλλά δεν μπορούν ούτε να με απειλούν ούτε να με εκβιάζουν. Ξελάσπωσα. Γλίτωσα.
Αυτή η χρόνια μαθητεία μου κοντά σε δαιμόνια και δράκους μ’έμαθε να επιλέγω πώς θα ζω, ποιους θέλω δίπλα μου. Μαζί μου. Υπάρχω. Νιώθω. Καταλαβαίνω. Ζω.
Μέσα από σπασμούς το έμαθα και σύνδρομα διάφορα αλλά κοίτα, μπορώ ν’αγαπώ καλύτερα, περισσότερο.
Σε σένα με συγκινεί ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τις πληγές σου, ειδικά τώρα, που καταλαβαίνω πως είσαι διάστικτος απ’αυτές. Έχω αντιληφθεί ότι αυτό το διαρκές κυνηγητό της ουτοπίας και το κρυφτούλι με το ανικανοποίητο, εξαπλώνει φόβους και μας βάζει για τα καλά στην αυτοκρατορία των εμμονών και τα τραύματα της ερημιάς μας γίνονται ακόμα μεγαλύτερα, το ίδιο και οι πλάνες μας.
Όπως και κάποιες φορές μας διαλύει να συνδιαλεγόμαστε με φόβους, ευθύνες, εσωτερικά τοπία, τον εαυτό μας εκείνο που γνωρίζουμε μόνο εμείς. Τότε ακριβώς είναι ανάγκη να ανατρέχουμε σ’αυτούς τους υπόκωφους και χαμηλούς ψιθύρους της «παρουσίας» όσων μας αγαπούν αληθινά. Να μην εξορίζουμε την παρηγοριά τους.
Μη διστάσεις ούτε στιγμή να επιτεθείς ακόμα και να σκοτώσεις το θηρίο που βρυχάται και δε σ’αφήνει να ξεπεράσεις τις προσωπικές τραγωδίες σου και διχάζει τις αιώνιες αξίες σου.
Κι εγώ θα είμαι τώρα μια ανεπαρκής δόση, ένα λειψό διακόνημα αν δεν καταφέρω να σε απαλλάξω από τα τραγικά συνώνυμα της φρίκης της ανυπαρξίας.
Σ’αυτή την εσπερινή ησυχία ψηλώνω απότομα. Περιστέλλεται το άγριο και αδηφάγο παρελθόν κι η ακολουθία των τρικυμιωδών αναμνήσεων που σέρνει, τη νοθεύει κάπως με το μέλι του γιασεμιού στο στόμα μου, δηλαδή με σταγόνες μιας άγνωστης ακόμη, ευδαιμονίας.

απόσπασμα από το μυθιστόρημα υπό έκδοση:"η Φαίδρα Φις δεν είναι ψάρι".

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

κήποι με νερά





"πες μου αυτά που αγαπάς να τα θυμάμαι
όταν θα ζει με αναμνήσεις η καρδιά
να'ρχεσαι πάντα μες στον ύπνο που κοιμάμαι
σαν πεταλούδα με φτερά μενεξεδιά
πες μου αυτά που αγαπάς να τα φυλάξω
σ'ένα πηγάδι της ψυχής μου σκοτεινό
όταν θα σκύβω τη ζωή μου να κοιτάξω
να'σαι φεγγάρι στου βυθού τον ουρανό

μη μου μιλάς γι'αυτά που πρόκειται να γίνουν
όσα φοβάμαι και να διώξω πολεμώ
κι όσα μου πεις πως αγαπάς αυτά θα μείνουν
να τα θυμάμαι μ'ένα κόμπο στο λαιμό"

"στα μάγια και στα όνειρα έκτισα τη ζωή μου
κι ένα λουλούδι φύτεψα μεσ'στην αναπνοή μου
το έκοψες το μύρισες έφυγες και δε γύρισες
στον ήλιο και στον άνεμο έδεσα την ψυχή μου
με μια κλωστή και μέτρησα στο φως την αντοχή μου
την έκοψες την έσπασες έφυγες και με ξέχασες
στα μάγια και στα όνειρα έψαχνα χρόνια φως μου
τη λέξη που δε γράφουνε τα λεξικά του κόσμου
εσύ μου την ψιθύρισες έφυγες και δεν γύρισες"

"με μπρισίμι θα κεντήσω τα φτερά του ανέμου
να με πάρει να σε ντύσω μ'άστρα ουρανέ μου
άστρα λαμπερά σκούρα βλέφαρα μάτια καθαρά
κήποι με νερά
με σβησμένο καρβουνάκι θα σε ζωγραφίσω
σαν καπνό που βαποράκι όλο αφήνει πίσω
σβήνω τον καπνό σ΄έχω ουρανό
φεύγεις και πονώ δάκρυ μου ορφανό"

"κράτα για το τέλος το πιο μεγάλο μίσος
τότε μόνο ίσως μπορεί να σ'αρνηθώ
να μπορώ να λέω κοίτα με δεν κλαίω
πως έμαθα να χάνω αλλά δεν θα χαθώ"




non, je ne regrette rien
(απάντηση)

"στα μάγια και στα όνειρα..."









"στο κάστρο το παλιό
σε κάποιο τοίχο
σου'χα γράψει σ'αγαπώ
το πιο γλυκό μου μήνυμα
το πλήρωσα κι αυτό τόσο ακριβά
που να μην ξέρω αν σε μισώ
είναι βαρύ το τίμημα
είμαι εδώ και είσαι εκεί
εγώ στη Δύση κι εσύ στην Ανατολή
είμαστε στίχοι
που δεν χώρεσαν μαζί στη μουσική"

Παντελή χρόνια πολλά...

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

οι δύο





(Χ:Χορός, Α:Άντρας, Γ:Γυναίκα)

Χ: Ήτανε δύο

X: Πάντα έτσι ήταν-είναι

Χ-A:Ο ένας από πολύ μακριά.

Χ-Γ: Η άλλη από μέσα.


Χ:Είχαν σπάσει
-και προχώραγαν.

Είχαν σπάσει
-και δεν το ’ξεραν.

Πάντα έτσι ήταν.


Χ-Α:Ο ένας έτρεχε,τον κυνηγούσαν.

Χ-Γ:Η άλλη βάδιζε,διψούσε.

Είχε κρύο,έτρεμε.

Είχε λάσπη,δεν έβλεπε.

Ένα δάσος τους χώριζε.

Μια θάλασσα την έκρυβε.

Πάντα έτσι ήταν

Το χώμα δεμένο.

Το φεγγάρι λυτό.


Είχε άλογο,μα πέθανε.

Είχε γάτα,μα κοιμόταν.


Φοβόταν ότι θα τον ανακαλύψουν.

Φοβόταν πως δεν θα τη έβρiσκαν ποτέ.



Ήταν ο πολεμιστής.

Ήταν το ωραίο τρόπαιο.


Ήθελε να εξημερώσει τ’ άστρα.

Ήθελε να νανουρίζει τους κήπους.


Είχε κουραστεί.

Ήταν χαμένη.


Είδε στην αρχή τη λάμψη.

Είδε στην αρχή το σπαθί.


Ένιωσε να γεννιέται.

Ένιωσε να πεθαίνει.


Είδε τον μάταιο κόπο.

Κατάλαβε τον προορισμό.


Τα χέρια του έπεσαν.

Τα μαλλιά της ζωντάνεψαν.


Έμεινε άλαλος.

Έμεινε αμίλητη.


Άκουγε μόνο την ανάσα της.

Άκουγε μόνο τη σιωπή του.


Υπήρχαν μόνο τα δέντρα που έκοψε στο πέρασμά του.

Υπήρχαν μόνο οι βαθιές τους ρίζες.


Είχαν σπάσει
- και δεν το ξεραν.

Είχαν σπάσει
-και προχώραγαν.



Ήρθε κι ο ήλιος, πρωτοξάδερφος, και χρύσωσε, στα πρώτα μάτια τους, τις βέρες.


Το ποίημα "οι δύο" ανήκει στην φίλη μου, ποιήτρια Πέννυ Μηλιά

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

ύδρα





Είμαι μια ύδρα προσκολλημένη σε βράχο
στο βυθό της θάλασσας.
Χρώμα δεν έχω. Ούτε μέλη.
Κινούμαι. Χορεύω ενάντια στη μοίρα μου.
Δεν μετακινούμαι όμως από δω. Ποτέ δε φεύγω.
Αναπαράγω τα μαστίγια και τις βλεφαρίδες μου με μονογονιακή εκβλάστηση.
Κι όταν αναπτυχθεί το εκβλάστημά μου επαρκώς,
Όταν τραφεί με τρόμο-υστερική τροφή-
και αποκολληθεί από τον μητρικό οργανισμό
κι όταν εκτεθεί στο βυθό, θέλοντας να ζήσει ανεξάρτητο,
Του μεταβιβάζω την ψυχή της θάλασσας,
Να αποφευχθεί η μόλυνση από το μίασμά μου
-χοές, εσπέρια γεύματα-
Η θλίψη που το αποχωρίζομαι με κάνει να χορεύω
Άλλωστε θέλω να ζήσει ελεύθερο
Πριν κατηγορηθώ ξανά
Για έγκλημα καθοσιώσεως
Όταν στο παρελθόν αρνήθηκα την αναίρεσιν
Των ενοχών μου
από τις "κηδείες"

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

εγώ θα μείνω


δεν ξέρω πώς να νιώσω

ούτε αν πρέπει κάτι να πω

χωρίς αινίγματα

μίλα μου

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

τα νερά της Στυγός...

Τη φωτογραφία την έχω "κλέψει"-ελπίζω να με συγχωρήσει γι'αυτό,ήταν μεγάλος ο πειρασμός και δεν προσπάθησα καν ν'αντισταθώ-από το μπλογκ του Ανδρέα Γερογιάννη και είναι τραβηγμένη το 1947!Ευχαριστώ πολύ πολύ!




Σε είδα στον ύπνο μου χθες. Προσπάθησα να συγκρατήσω ολόκληρο το όνειρο.Περίεργο που αυτό δεν ήταν μαυρόασπρο όπως όλα σχεδόν τα όνειρά μου. Δεν τα κατάφερα. Τι να συγκρατήσεις από έναν τόσο λίγο και αραιό ύπνο? Τα όνειρα πάντα μου ξεφεύγουν, γλιστράνε και τα χάνω. Τότε πάντα θυμάμαι την προνοητικότητα του Φρόιντ, να τα καταγράφει αμέσως. Για μένα είναι αργά.
Ήταν ένα πολύ ευχάριστο όνειρο. Σχεδόν ευτυχισμένο τόσο που έλεγα μέσα μου με μια συνείδηση νηφάλια και διαυγή να μην τελειώσει.
Αφήσαμε τα ποδήλατα στην αυλή.
Χτυπήσαμε την πόρτα του σπιτιού σου,με τη μικρή Αλμπερτίν.Αυτό το σπίτι δεν έμοιαζε καθόλου μ’αυτό που ξέρω τουλάχιστον. Ήταν ισόγειο κι από τα μεγάλα του παράθυρα φώτιζε έξω ένας ολάνθιστος, δροσερός και καταπράσινος κήπος. Κήπος παραμυθιού λες…Παίζανε δυο μεγάλες χελώνες και μου φάνηκε πως φιλιόντουσαν κιόλας σε μια κρυφή στιγμή.
Συναντούσες την Αλμπερτίν πρώτη φορά. Συνέχεια της χαμογελούσες και της έλεγες αστεία κι εκείνη γελούσε. Μετά της έδειχνες πώς να χορεύει. Τα βήματα του βαλς, μερικά tango. Αστείοι ήσασταν κι όλο γελάγατε. Βαρέθηκε αυτούς τους χορούς, σου είπε πως είναι για «μεγάλους». «δείξε μου άλλο, δείξε μου άλλο», ... Και της μάθαινες τώρα rock ‘n roll. Ήταν τόσο διασκεδαστικό για κείνη, το έβλεπα στα μάτια της και σε όλο της το σώμα που χόρευε.
Καθόμουν σε μια καρέκλα και σας χάζευα. Τολμούσα για ελάχιστα την ευτυχία χωρίς να τη φοβάμαι. Κι αυτή η χαρά διαρκούσε σαν από μια μυστήρια και σίγουρα υπέρτερη εύνοια. Μετά τη ρώταγες γεωγραφία. Εγώ στεκόμουν πάντα πιο κει. Έπλυνα μερικά κεράσια, τα έβαλα στο πιάτο και διάβαζα έναν καινούριο ποιητή.

«Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα μ’ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη κι είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντα στο ίδιο παγκάκι.
Στον Βοτανικό κήπο.
Την παίρνει αγκαλιά και απαγγέλλει στίχους από τον Άμλετ.
Γύρω του μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
Τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι απ’το διπλανό τσίρκο,
Άρρωστοι με Έητζ από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
Να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους τη δίνει να την
Κρατήσουν για λίγο στην αγκαλιά τους.
Μόλις αρχίσει να φέγγει, σηκώνεται,
Βάζει την Αγαύη στο καρότσι
Και φεύγει βιαστικά για ν’ανοίξει το ιατρείο του.
Όπως πάντα.»*

Πέρασε αρκετή ώρα που δε μου δίνατε σημασία. Αλλά δεν μ’ενοχλούσε καθόλου. Αντίθετα το απολάμβανα. Θαύμαζα κρυφά την υπομονή σου με την Αλμπερτίν που είναι ένα δύσκολο παιδί που όλο γκρινιάζει και παραπονιέται. Μαζί σου έδειχνε να το διασκεδάζει αφάνταστα. Δεν είχε γκρινιάξει. Δεν είχε παραπονεθεί για τίποτα. Δεν είπε πεινάω. Όμως κουράστηκε από τον εξαντλητικό χορό και ζήτησε να ξαπλώσει κάπου. Πήγε στη μεγάλη κόκκινη πολυθρόνα κι εκεί την πήρε ο ύπνος σε λίγο. Βάδισες μέχρι που έφτασες από πάνω της και σαν φύλακας άγγελός της της έδωσες ένα φιλί στο μέτωπο.

Μείναμε όπως παλιά, σαν οι δυο μας, σαν μόνοι στο δωμάτιο, σαν τότε που ακούγαμε το "imagine". Ήρθες πιο κοντά μου λες και ήθελες να με κρατήσεις αγκαλιά. Αλλά δεν τόλμησες. Το ένιωσα όμως. Με ρώτησες αδιάφορα τι διαβάζω και τσίμπησες δυο τρία κεράσια από το πιάτο. Η Αλμπερτίν κοιμόταν ήσυχα…
Εμείς ξαπλώσαμε αντικριστά στους δύο καναπέδες. Με ρώτησες, αν γράφω ποιήματα. Σου απαντώ «ναι». Με ρώτησες, αν σκέφτομαι να δώσω τον τίτλο στην καινούρια μου συλλογή «το μελαγχολικό ιγκουάνα» ή κάτι τέτοιο. Σου λέω «όχι» και γελάω, «πώς σου ήρθε αυτό?». Γελάσαμε μαζί.
Κοιταζόμαστε στα μάτια. Τα μάτια είναι χαμογελαστά. Πρώτη φορά μετά από αιώνες μίσους και σφαγής μεταξύ μας. Μου πετάς κάτι στον αέρα. Ήταν λευκό πανί. Νόμιζα πως ήταν μαξιλαροθήκη. Μόλις όμως το έπιασα στα χέρια μου έγινε ένα μαύρο γάντι.
Κι εσύ μου ζήτησες να ορκιστώ στον ουρανό, στη γη και στα νερά της Στυγός πως θα έρχομαι πάντα σε σένα.
Πάντα σε σένα θα έρχομαι.

*Το ποίημα ανήκει στη φίλη μου και παλιά μου συμφοιτήτρια
Γλυκερία Μπασδέκη και είναι αφιερωμένο στον Γιώργο Χειμωνά.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

άσφαλτος

"Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη.
Από όπου πέρασα έμεινα ξένη.
Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη
μα εσύ θυμάμαι φορούσες φτερά.
Ναι αλλά πότε;
Στα όνειρά μου μάλλον, στα όνειρά μου, ναι.
Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά.
Οπτικές ίνες, διαδικτυακές σιωπές,
μας ένωναν και μας χώριζαν.
Συνήθισα την απουσία.
Συνήθισα το ψυχρό γαλάζιο σου φως.
Έπειτα άρχισα να σου μοιάζω
κατέστρεφα τον εαυτό μου για σένα.
Μετά
τον κατέστρεφα μόνο για μένα.
Ώσπου μια μέρα άνοιξες την πόρτα καί μπήκες.
Χωρίς φτερά,
χωρίς αποσκευές,
χωρίς αγάπη
μ ένα τεράστιο παγωμένο φεγγάρι
στο δεξί σου ώμο.
Το 'ξερα.
έτσι ξαφνικά θα 'ρχόσουν
από δρόμους αχάρακτους ακόμα.

Ήρθες
κι έμεινες ξένος.
Ξένος.
Ακατανόητα λόγια,

παρεξηγημένες σιωπές, κοφτές ανάσες
ήρθαν και πάγωσαν,
γίναν χαλίκια, κύλισαν κάτω.
Ο έρωτας μου, μαύρη λιωμένη πίσσα,
κύλησε πάνω τους,
τα σκέπασε.
Ανάμεσά μας άσφαλτος
πού ολοένα μακραίνει,
από τότε.
Άσφαλτος που γυαλίζει και σκίζει τη ζωή μου στα δύο.
Σου την έχω στημένη.
Αν διαλέξεις το δρόμο αυτό,
ούτε εδώ,
ούτε εκεί θα με βρεις.
Θα σαι πάντα ανάμεσα,
κι εγώ,
πάντοτε ξένη. "

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

στον Δημήτρη μου,χρόνια πολλά!



για τη δική σου δίκοπη αγάπη...



σταμάτα να το νιώθεις...

τα μάτια του είναι μαύρες κουρτίνες
στον ύπνο του δεν βλέπει αγγέλους
τους φοβάται,
λέει ότι του δαγκώνουν το σώμα και την ψυχή
και τον τρώνε
πιάνει τις φωτιές με τα χέρια
γιατί είναι το μεγάλο πλατάνι στον κήπο μου
κοιμάται με τα σημάδια ανάποδα
για να τα προστατεύει
στην καρδιά του έχει χνούδι
που του το μαδάνε τα δαιμόνια
είναι ο "εσταυρωμένος"
μου ορκίζεται πως δεν είναι ο Χριστός
αλλά δεν τον πιστεύω
είναι το αιώνιο ελάφι μου που με τα μάτια του
χαϊδεύει τα χέρια μου και τα δικά μου μάτια
είναι η κόψη και η εσοχή της ύπαρξης
είναι ο αδερφός μου...



κι αυτό για την τύχη της αρχής...
το "καραβάνι" έψαχνα για εκείνον τον αποχαιρετισμό...για όσες διαδρομές έχουμε διανύσει μαζί,για όσα τραγούδια μου χάριζες από το ραδιόφωνο για χρόνια,για όσα δύσκολα μοιραστήκαμε και μας ένωσαν,για τις εποχές της παρατεταμένης γκαντεμιάς-ξέρεις εσύ...-,για τους θυμούς μας,τους τσακωμούς μας,τους πυροβολισμούς μου στο Κάι,για τα δάκρυα που είδα στα μάτια σου κάποτε,τα παραληρήματα,τους δράκους,τα όνειρα,τους έρωτές μας,για όλα θα είμαι εδώ,για σένα,για μας,για ό,τι μας σπρώχνει στον γκρεμό,για ό,τι "μας πάει στο θεό και μετά μας λιώνει" ,για τα μεσημέρια της φθοράς και της αφθαρσίας,τη σφύρα και τον άκμονα,την τρέλα και τη διχοστασία,για τις αδιέξοδες πτήσεις μας,για τους μικρούς βραδινούς θανάτους που μας στοιχειώνουν ακόμα,για τις εμμονές μας,για τη ζωή μας,

για όλα αγαπημένε μου φίλε και συνοδοιπόρε...σ'ευχαριστώ που είσαι το πιο σπάνιο,το πιο δύστροπο κι αληθινό πλάσμα μου...
(το βρήκα αλλά το βίντεο ήταν απαγορευτικό!)

Δημήτρη,μη χαθείς,θα χαθώ.
η αγάπη είναι η δύναμη
και σ'αγαπώ πολύ

για τώρα και για πάντα
δική σου
Φαίδρα

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

"κάτι"





Συνάντησα ένα γατάκι. Μου χτύπησε δειλά την πόρτα ένα βράδυ του Απρίλη. Του άνοιξα, το πήρα αγκαλιά κι ένιωσα τις ανεπαίσθητες αναπνοές του στους καρπούς μου. Εκείνο προσπαθούσε να βρει τη θέση του στη ζωή μου και στον κόσμο μου. Μπαίνει στο μυαλό και στην ψυχή μου, κάθε μέρα πιο πολύ, κι όλο είναι μπροστά μου και μου χορεύει, μου τραγουδά, κι όλο ακίνητο είναι. Κάνει πως τίποτα δεν ξέρει, δείχνει αμέτοχο, μα δεν είναι. Με κοιτάζει στα κρυφά, την ώρα που λούζομαι, την ώρα που διδάσκω, την ώρα που μαθαίνω, την ώρα που κάνω λάθη. Του θυμώνω. Κάνω το ίδιο. Το κοιτάζω στα κρυφά. Μπορεί να μείνουμε έτσι και να κοιταζόμαστε στα κρυφά, ώρες, μήνες, χρόνια. Εγώ κι αυτό, με τις χωριστές μας σκέψεις. Κάποτε δε θα έχουμε λέξεις μεταξύ μας να μεταφράζουν τα συναισθήματα. Εκείνο θα νιαουρίζει, εγώ θα το κοιτάζω με μάτια που ποτέ δεν κλείνουν. Θα το αφήνω να μου παίζει πιάνο από μακριά και να βουρκώνω. Μα σ’αυτές τις σελίδες των εχθρών δεν θα ξαναγράψω τίποτα για το γατάκι μου. Ούτε για χαράματα, ούτε για πνιγμούς, ούτε για αναγνώσματα μετανοιών, ούτε για τους περίπλοκους έρωτες των εσοχών. Στη μνήμη μας κοιμούνται πάντα και κάποτε ξυπνάνε αυτές οι λάμψεις χωρίς επιπλοκές. Κάποτε συνωμοτήσαμε και μας τύλιξε ο μανδύας ενός αμαρτωλού συσκοτισμού. Το γατάκι μου χαμογελά με ένα ψαλίδι στο στόμα. Κι εγώ του χαμογελώ με ένα δικό μου φως κρυμμένο και πέφτω πάνω του σαν ειλικρίνεια. Με αγκαλιάζει. Το αγκαλιάζω κι εγώ. Στη μία το πρωί. Στις πέντε το πρωί. Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Ακούω στον ύπνο μου ένα βραδινό τρένο των επικίνδυνων συναντήσεων και των πανεύκολων φόνων. Απολιθωμένο κρατάμε κι οι δυο μας το άπειρο και μετράμε ανούσιες ώρες και ανασφαλείς λέξεις. Άψυχα πράγματα δηλαδή να περνούν τα δύσκολα. Δες. Τώρα που οι θάλασσες κυματίζουν αγριεμένες. Έτσι είναι φτιαγμένες να μιλούν με τα κύματά τους, ν’αρθρώνουν ψιθύρους μ’αυτόν το χορό για να διηγηθούν τι τους συμβαίνει και για πού ταξιδεύουν. Η εξορία είναι ομορφότερη στη φυγή παρά περιχαρακωμένη στις γνωστές συμβάσεις. Ημίμετρο κι η νύχτα ν’αρχίζει το γέλιο της χωρίς εσένα και οι δρόμοι να είναι άδειοι από συναισθήματα. Παράδοξο κι εσύ να φεύγεις γατάκι από κοντά μου κρεμασμένο σ’ένα τρένο και να μετράς τα φώτα της βραδινής πόλης. Δυστυχισμένο όσο κι εγώ και να με χρεώνεις τη συλλογή τραγουδιών-τραγωδιών. Πληγή είναι τα χείλια και το γέλιο σου χερουβικό. Και μετά εσύ μόνο σου «αυτόβουλα κατέβηκες τα σκαλοπάτια αυτής της Θείας Κωμωδίας». Αλλά πώς γίνεται να στάζει τόση εκδίκηση το χνουδωτό σου σώμα? Πώς γίνεται να κουβαλάς μικρά σφαιράκια και να μου ρίχνεις συνέχεια? Κι όταν τα προσχήματα θα έχουν αναιρεθεί και η εκδίκηση δεν θα έχει πια καμιά σημασία, τι θα μείνει? Ψευδαίσθηση? Πλάνη? Δαγκωνιές? Εγωισμοί με καταστροφικές προεκτάσεις? Όλο το βράδυ γίνεται λέξεις. Και το πρωί. Και το μεσημέρι. Και όλες οι ώρες και τα λεπτά. Λέξεις που γεμίζουν έναν κόσμο αδιάφορο και ξένο. Να προσπαθούν να διασώσουν την αναδίπλωση μέσα μου, κάτι που ζητά να ζήσει μαζί σου απαιτητικά και διψασμένα. Όμως αλλοιώθηκε τόσο πολύ που μοιάζει με ξεφλουδισμένη ματαιότητα. Με φιμωμένη επιθυμία. Με δέντρο που τεντώνει τα κλαδιά του αλλά δεν ξέρει πού θέλει να φτάσει. Με ποτάμι που σταμάτησε να βγάζει ήχους. Πώς το λένε το αίμα σου? Μοιάζει κεκαρμένο τώρα, σαν χιόνι αραιό.
Και πώς να γεφυρώσω το χάος ανάμεσά μας που κρατώ μόνο το έρεβος? Με σταυροφορία? –ηγερία δεν είμαι- ψυχοφαγία, ναυμαχία αισθημάτων? Αδίστακτο γατάκι μετράς τα λεπτά? Ένα τόνο το καθένα ζυγίζει. Περιττό να χάσεις έστω και μια ανεπαίσθητη ανάσα σου για να μου μιλήσεις.
Δεν με πειράζει. Αλήθεια. Δεν θα γράψω για σένα. Άλλωστε ό,τι γράφω, είναι ήδη γραμμένο μέσα μου. Μπορώ κάτι τελευταίο να σου ορκιστώ…
«σ’όλη τη ζωή μου θα’σαι το γατί μου
Δεν θα ξαναδώσω σ’άλλη γάτα την ψυχή μου»



Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

εμμονές



παιχνίδι είναι...



Σαν άστρο που σύλλησε στη βραδύτητα των χειρογράφων της αυγής
Ο πόθος σου να πέσει στα γόνατά της και να γυρεύει
Ευχές κι ευλογίες αθανασίας και νεότητας
Το βάρος των οποίων έχει εξαϋλωθεί
Και το θέρος περιμένει παρελκύοντας νύχτες που τις αφήνει μέρες στην πόρτα μου
Σ’αυτό το μέλλον να επιστρέφεις όταν θα σε συνεπαίρνουν άφθαρτα γράμματα
Ρίγη φωνηέντων που διασώζουν αυγές και νύχτες
Πριν προλάβουν να δώσουν απαντήσεις
Μην πιστέψεις πως τα λόγια επικυρώνουν τον προορισμό
Ούτε στ’αστέρια…όπου κι αν κλείνουν τα παραμύθια και τις εξομολογήσεις
Φλυαρούν παραπληρωματικές στοργές και τρυφερότητες
Στην πραγματικότητα η κάθαρση απονέμεται μόνο σ’εκείνους
Που θα τολμήσουν ένα σημείο λευκό και αθώο σε συνάντηση
Πιο πέρα απ’το απόλυτο της πιο μυστικής διάστασης που μπορούν
Να λάβουν οι αρνήσεις καθώς γλιστράνε σε ήρεμα νερά
Αγαπώντας και αρνούμενοι δυναμώνοντας την αντίφαση
Με σιωπές, συνενοχή και επικλήσεις στα αόρατα.

"οι γκρεμοί έχουν όμορφα χείλια"

θάλασσά μου σκοτεινή...

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Χρόνος




















Υπνωτισμένο μου τέρας
Με κέρατα ουρές και τρίχωμα στιλπνό
Βαθύ βαρύ και μαύρο

Ξύπνα και σκότωσέ τον…