Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

"κάτι"





Συνάντησα ένα γατάκι. Μου χτύπησε δειλά την πόρτα ένα βράδυ του Απρίλη. Του άνοιξα, το πήρα αγκαλιά κι ένιωσα τις ανεπαίσθητες αναπνοές του στους καρπούς μου. Εκείνο προσπαθούσε να βρει τη θέση του στη ζωή μου και στον κόσμο μου. Μπαίνει στο μυαλό και στην ψυχή μου, κάθε μέρα πιο πολύ, κι όλο είναι μπροστά μου και μου χορεύει, μου τραγουδά, κι όλο ακίνητο είναι. Κάνει πως τίποτα δεν ξέρει, δείχνει αμέτοχο, μα δεν είναι. Με κοιτάζει στα κρυφά, την ώρα που λούζομαι, την ώρα που διδάσκω, την ώρα που μαθαίνω, την ώρα που κάνω λάθη. Του θυμώνω. Κάνω το ίδιο. Το κοιτάζω στα κρυφά. Μπορεί να μείνουμε έτσι και να κοιταζόμαστε στα κρυφά, ώρες, μήνες, χρόνια. Εγώ κι αυτό, με τις χωριστές μας σκέψεις. Κάποτε δε θα έχουμε λέξεις μεταξύ μας να μεταφράζουν τα συναισθήματα. Εκείνο θα νιαουρίζει, εγώ θα το κοιτάζω με μάτια που ποτέ δεν κλείνουν. Θα το αφήνω να μου παίζει πιάνο από μακριά και να βουρκώνω. Μα σ’αυτές τις σελίδες των εχθρών δεν θα ξαναγράψω τίποτα για το γατάκι μου. Ούτε για χαράματα, ούτε για πνιγμούς, ούτε για αναγνώσματα μετανοιών, ούτε για τους περίπλοκους έρωτες των εσοχών. Στη μνήμη μας κοιμούνται πάντα και κάποτε ξυπνάνε αυτές οι λάμψεις χωρίς επιπλοκές. Κάποτε συνωμοτήσαμε και μας τύλιξε ο μανδύας ενός αμαρτωλού συσκοτισμού. Το γατάκι μου χαμογελά με ένα ψαλίδι στο στόμα. Κι εγώ του χαμογελώ με ένα δικό μου φως κρυμμένο και πέφτω πάνω του σαν ειλικρίνεια. Με αγκαλιάζει. Το αγκαλιάζω κι εγώ. Στη μία το πρωί. Στις πέντε το πρωί. Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Ακούω στον ύπνο μου ένα βραδινό τρένο των επικίνδυνων συναντήσεων και των πανεύκολων φόνων. Απολιθωμένο κρατάμε κι οι δυο μας το άπειρο και μετράμε ανούσιες ώρες και ανασφαλείς λέξεις. Άψυχα πράγματα δηλαδή να περνούν τα δύσκολα. Δες. Τώρα που οι θάλασσες κυματίζουν αγριεμένες. Έτσι είναι φτιαγμένες να μιλούν με τα κύματά τους, ν’αρθρώνουν ψιθύρους μ’αυτόν το χορό για να διηγηθούν τι τους συμβαίνει και για πού ταξιδεύουν. Η εξορία είναι ομορφότερη στη φυγή παρά περιχαρακωμένη στις γνωστές συμβάσεις. Ημίμετρο κι η νύχτα ν’αρχίζει το γέλιο της χωρίς εσένα και οι δρόμοι να είναι άδειοι από συναισθήματα. Παράδοξο κι εσύ να φεύγεις γατάκι από κοντά μου κρεμασμένο σ’ένα τρένο και να μετράς τα φώτα της βραδινής πόλης. Δυστυχισμένο όσο κι εγώ και να με χρεώνεις τη συλλογή τραγουδιών-τραγωδιών. Πληγή είναι τα χείλια και το γέλιο σου χερουβικό. Και μετά εσύ μόνο σου «αυτόβουλα κατέβηκες τα σκαλοπάτια αυτής της Θείας Κωμωδίας». Αλλά πώς γίνεται να στάζει τόση εκδίκηση το χνουδωτό σου σώμα? Πώς γίνεται να κουβαλάς μικρά σφαιράκια και να μου ρίχνεις συνέχεια? Κι όταν τα προσχήματα θα έχουν αναιρεθεί και η εκδίκηση δεν θα έχει πια καμιά σημασία, τι θα μείνει? Ψευδαίσθηση? Πλάνη? Δαγκωνιές? Εγωισμοί με καταστροφικές προεκτάσεις? Όλο το βράδυ γίνεται λέξεις. Και το πρωί. Και το μεσημέρι. Και όλες οι ώρες και τα λεπτά. Λέξεις που γεμίζουν έναν κόσμο αδιάφορο και ξένο. Να προσπαθούν να διασώσουν την αναδίπλωση μέσα μου, κάτι που ζητά να ζήσει μαζί σου απαιτητικά και διψασμένα. Όμως αλλοιώθηκε τόσο πολύ που μοιάζει με ξεφλουδισμένη ματαιότητα. Με φιμωμένη επιθυμία. Με δέντρο που τεντώνει τα κλαδιά του αλλά δεν ξέρει πού θέλει να φτάσει. Με ποτάμι που σταμάτησε να βγάζει ήχους. Πώς το λένε το αίμα σου? Μοιάζει κεκαρμένο τώρα, σαν χιόνι αραιό.
Και πώς να γεφυρώσω το χάος ανάμεσά μας που κρατώ μόνο το έρεβος? Με σταυροφορία? –ηγερία δεν είμαι- ψυχοφαγία, ναυμαχία αισθημάτων? Αδίστακτο γατάκι μετράς τα λεπτά? Ένα τόνο το καθένα ζυγίζει. Περιττό να χάσεις έστω και μια ανεπαίσθητη ανάσα σου για να μου μιλήσεις.
Δεν με πειράζει. Αλήθεια. Δεν θα γράψω για σένα. Άλλωστε ό,τι γράφω, είναι ήδη γραμμένο μέσα μου. Μπορώ κάτι τελευταίο να σου ορκιστώ…
«σ’όλη τη ζωή μου θα’σαι το γατί μου
Δεν θα ξαναδώσω σ’άλλη γάτα την ψυχή μου»