Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

τα νερά της Στυγός...

Τη φωτογραφία την έχω "κλέψει"-ελπίζω να με συγχωρήσει γι'αυτό,ήταν μεγάλος ο πειρασμός και δεν προσπάθησα καν ν'αντισταθώ-από το μπλογκ του Ανδρέα Γερογιάννη και είναι τραβηγμένη το 1947!Ευχαριστώ πολύ πολύ!




Σε είδα στον ύπνο μου χθες. Προσπάθησα να συγκρατήσω ολόκληρο το όνειρο.Περίεργο που αυτό δεν ήταν μαυρόασπρο όπως όλα σχεδόν τα όνειρά μου. Δεν τα κατάφερα. Τι να συγκρατήσεις από έναν τόσο λίγο και αραιό ύπνο? Τα όνειρα πάντα μου ξεφεύγουν, γλιστράνε και τα χάνω. Τότε πάντα θυμάμαι την προνοητικότητα του Φρόιντ, να τα καταγράφει αμέσως. Για μένα είναι αργά.
Ήταν ένα πολύ ευχάριστο όνειρο. Σχεδόν ευτυχισμένο τόσο που έλεγα μέσα μου με μια συνείδηση νηφάλια και διαυγή να μην τελειώσει.
Αφήσαμε τα ποδήλατα στην αυλή.
Χτυπήσαμε την πόρτα του σπιτιού σου,με τη μικρή Αλμπερτίν.Αυτό το σπίτι δεν έμοιαζε καθόλου μ’αυτό που ξέρω τουλάχιστον. Ήταν ισόγειο κι από τα μεγάλα του παράθυρα φώτιζε έξω ένας ολάνθιστος, δροσερός και καταπράσινος κήπος. Κήπος παραμυθιού λες…Παίζανε δυο μεγάλες χελώνες και μου φάνηκε πως φιλιόντουσαν κιόλας σε μια κρυφή στιγμή.
Συναντούσες την Αλμπερτίν πρώτη φορά. Συνέχεια της χαμογελούσες και της έλεγες αστεία κι εκείνη γελούσε. Μετά της έδειχνες πώς να χορεύει. Τα βήματα του βαλς, μερικά tango. Αστείοι ήσασταν κι όλο γελάγατε. Βαρέθηκε αυτούς τους χορούς, σου είπε πως είναι για «μεγάλους». «δείξε μου άλλο, δείξε μου άλλο», ... Και της μάθαινες τώρα rock ‘n roll. Ήταν τόσο διασκεδαστικό για κείνη, το έβλεπα στα μάτια της και σε όλο της το σώμα που χόρευε.
Καθόμουν σε μια καρέκλα και σας χάζευα. Τολμούσα για ελάχιστα την ευτυχία χωρίς να τη φοβάμαι. Κι αυτή η χαρά διαρκούσε σαν από μια μυστήρια και σίγουρα υπέρτερη εύνοια. Μετά τη ρώταγες γεωγραφία. Εγώ στεκόμουν πάντα πιο κει. Έπλυνα μερικά κεράσια, τα έβαλα στο πιάτο και διάβαζα έναν καινούριο ποιητή.

«Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα μ’ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη κι είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντα στο ίδιο παγκάκι.
Στον Βοτανικό κήπο.
Την παίρνει αγκαλιά και απαγγέλλει στίχους από τον Άμλετ.
Γύρω του μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
Τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι απ’το διπλανό τσίρκο,
Άρρωστοι με Έητζ από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
Να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους τη δίνει να την
Κρατήσουν για λίγο στην αγκαλιά τους.
Μόλις αρχίσει να φέγγει, σηκώνεται,
Βάζει την Αγαύη στο καρότσι
Και φεύγει βιαστικά για ν’ανοίξει το ιατρείο του.
Όπως πάντα.»*

Πέρασε αρκετή ώρα που δε μου δίνατε σημασία. Αλλά δεν μ’ενοχλούσε καθόλου. Αντίθετα το απολάμβανα. Θαύμαζα κρυφά την υπομονή σου με την Αλμπερτίν που είναι ένα δύσκολο παιδί που όλο γκρινιάζει και παραπονιέται. Μαζί σου έδειχνε να το διασκεδάζει αφάνταστα. Δεν είχε γκρινιάξει. Δεν είχε παραπονεθεί για τίποτα. Δεν είπε πεινάω. Όμως κουράστηκε από τον εξαντλητικό χορό και ζήτησε να ξαπλώσει κάπου. Πήγε στη μεγάλη κόκκινη πολυθρόνα κι εκεί την πήρε ο ύπνος σε λίγο. Βάδισες μέχρι που έφτασες από πάνω της και σαν φύλακας άγγελός της της έδωσες ένα φιλί στο μέτωπο.

Μείναμε όπως παλιά, σαν οι δυο μας, σαν μόνοι στο δωμάτιο, σαν τότε που ακούγαμε το "imagine". Ήρθες πιο κοντά μου λες και ήθελες να με κρατήσεις αγκαλιά. Αλλά δεν τόλμησες. Το ένιωσα όμως. Με ρώτησες αδιάφορα τι διαβάζω και τσίμπησες δυο τρία κεράσια από το πιάτο. Η Αλμπερτίν κοιμόταν ήσυχα…
Εμείς ξαπλώσαμε αντικριστά στους δύο καναπέδες. Με ρώτησες, αν γράφω ποιήματα. Σου απαντώ «ναι». Με ρώτησες, αν σκέφτομαι να δώσω τον τίτλο στην καινούρια μου συλλογή «το μελαγχολικό ιγκουάνα» ή κάτι τέτοιο. Σου λέω «όχι» και γελάω, «πώς σου ήρθε αυτό?». Γελάσαμε μαζί.
Κοιταζόμαστε στα μάτια. Τα μάτια είναι χαμογελαστά. Πρώτη φορά μετά από αιώνες μίσους και σφαγής μεταξύ μας. Μου πετάς κάτι στον αέρα. Ήταν λευκό πανί. Νόμιζα πως ήταν μαξιλαροθήκη. Μόλις όμως το έπιασα στα χέρια μου έγινε ένα μαύρο γάντι.
Κι εσύ μου ζήτησες να ορκιστώ στον ουρανό, στη γη και στα νερά της Στυγός πως θα έρχομαι πάντα σε σένα.
Πάντα σε σένα θα έρχομαι.

*Το ποίημα ανήκει στη φίλη μου και παλιά μου συμφοιτήτρια
Γλυκερία Μπασδέκη και είναι αφιερωμένο στον Γιώργο Χειμωνά.