Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

οι δύο





(Χ:Χορός, Α:Άντρας, Γ:Γυναίκα)

Χ: Ήτανε δύο

X: Πάντα έτσι ήταν-είναι

Χ-A:Ο ένας από πολύ μακριά.

Χ-Γ: Η άλλη από μέσα.


Χ:Είχαν σπάσει
-και προχώραγαν.

Είχαν σπάσει
-και δεν το ’ξεραν.

Πάντα έτσι ήταν.


Χ-Α:Ο ένας έτρεχε,τον κυνηγούσαν.

Χ-Γ:Η άλλη βάδιζε,διψούσε.

Είχε κρύο,έτρεμε.

Είχε λάσπη,δεν έβλεπε.

Ένα δάσος τους χώριζε.

Μια θάλασσα την έκρυβε.

Πάντα έτσι ήταν

Το χώμα δεμένο.

Το φεγγάρι λυτό.


Είχε άλογο,μα πέθανε.

Είχε γάτα,μα κοιμόταν.


Φοβόταν ότι θα τον ανακαλύψουν.

Φοβόταν πως δεν θα τη έβρiσκαν ποτέ.



Ήταν ο πολεμιστής.

Ήταν το ωραίο τρόπαιο.


Ήθελε να εξημερώσει τ’ άστρα.

Ήθελε να νανουρίζει τους κήπους.


Είχε κουραστεί.

Ήταν χαμένη.


Είδε στην αρχή τη λάμψη.

Είδε στην αρχή το σπαθί.


Ένιωσε να γεννιέται.

Ένιωσε να πεθαίνει.


Είδε τον μάταιο κόπο.

Κατάλαβε τον προορισμό.


Τα χέρια του έπεσαν.

Τα μαλλιά της ζωντάνεψαν.


Έμεινε άλαλος.

Έμεινε αμίλητη.


Άκουγε μόνο την ανάσα της.

Άκουγε μόνο τη σιωπή του.


Υπήρχαν μόνο τα δέντρα που έκοψε στο πέρασμά του.

Υπήρχαν μόνο οι βαθιές τους ρίζες.


Είχαν σπάσει
- και δεν το ξεραν.

Είχαν σπάσει
-και προχώραγαν.



Ήρθε κι ο ήλιος, πρωτοξάδερφος, και χρύσωσε, στα πρώτα μάτια τους, τις βέρες.


Το ποίημα "οι δύο" ανήκει στην φίλη μου, ποιήτρια Πέννυ Μηλιά