Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

νυχτερίδα


Ξημερώνει ήλιος ήλος
Άστρο φυτεύω στη γλάστρα

Αδύναμη εποχή
Για τέτοιες σπορές

Αν και

Έβγαλε φύτρο και καρπό
Ν’ανθίζουν ρήματα ακριβά

Ανάποδα κλίνω
Τα εισερχόμενα

Στον ουρανό σπάνε τα βήματα
θάλασσα έγινε
βουστροφηδόν

Μια τρύπα στο βουνό
Ακολουθεί γκρεμό

Καπνό φυσά το αίμα
Καρκινικά διαβάζω

Και ξημερώνει ήλιος ήλος
Αχ δεντράκι μου σταυρέ μου
Σπάσε το ταβάνι

Πάλι νυχτερίδα-άγγελος
Με φτερά άσπρα

Θα κρέμομαι
Μαρμαρυγή στο φύλο

Ανισόρροπη μήτρα
Να μου υφαίνει ζωή

Να μ’αναθρέφει
με αίμα μαύρο
Μπλάβο
το
Μέλι των εμμονών
Το γάλα της Κίρκης

Νυχτερίδα στον τοίχο
Χίλια ασυνείδητα
Βδελυρά νύχια
Θα μπήγω ήλους
στης σιωπής το σώμα

μαύρα καρφιά
από μέσα τα βλέπω

αδιόρθωτα μιλάω
νυχτερίδα που καβαλά
στρεβλωμένο άλογο

σπάσε αλογάκι μου
αφηνιασμένο
το ταβάνι
να φύγω

ν’αφήσω φλόγα λευκή
στον πίσω μου δρόμο
να φωτιάσει το αίμα
το γάλα,

σε βαμβάκι
άφησέ με
να γίνω πεταλούδα του χιονιού

νυχτερίδα ανάποδη

ανάπαυλα στο ανήμερο
θηρίο
ήλος φεγγάρι ξημέρωσε

κι η τρύπα στο βουνό
που άφησε
ημερώνει του φύλου
την απόσταση

κι ας χάσκει ο γκρεμός
από κάτω
με το γάλα και το μέλι
να κοχλάζουν
σε σπονδή

ως το κεφάλι
ανάποδο να πάρει
ορμή για το χάσμα.




Τίποτα στο κόσμο δεν τον νοιάζει/παρά μόνο το μυαλό του ανοικτό να μένει/μέσα στην αδράνεια τρομάζει/ξαναβλέπει στη φορμόλη την ψυχή σβησμένη/κόβει το κορμί του και το θάβει/σε νερό και σε φωτιά να χωριστεί/Στους δεκάξι παγωμένους εφιάλτες/κάτι απρόσωπα λαμπάκια της νυκτός δανείζει/σ' άνυδρους ανέραστους αντάρτες/στοιχειωμένος σε μια εθνική οδό που πήζει/βρίσκει την αχτίδα π' απομένει/και μαζί της τη φυγή θα μοιραστεί/Οι ψυχές και οι αγάπες/σιαμαίες αυταπάτες/όμοιες σαν άσπρα πλήκτρα/σαν φωτάκια μες τη νύκτα/βρίσκουν σώματα παρθένα/στη συνήθεια πουλημένα/με φιλιά τα εξαγνίζουν/τους χαρίζονται/Τούτος ο αρχέγονος ρυθμός των Αφρικάνων/κάτι από μπάλο Συριανό θυμίζει/ανθρωποθυσία στους θεούς των ηφαιστείων/σαν αναπαραγωγής βωμό γυαλίζει/κράτησε αγάπη μου για λίγο την πνοή σου/κλείσε όλη τούτη τη στιγμή σ' ένα φιλί/Κοίταξε τριγύρω τα Μετέωρα πως πέφτουν/μπάλες από χιόνι μείνε ζωντανή ακόμη/κρίνε με σαν άνθρωπο που ψάχνει την ψυχή του/κι άμα τον γουστάρεις θα σου πω συγνώμη/είναι κάτι μήνες που φιλοξενώ τον τρόμο/κι έχω ανάγκη να με βλέπεις σαν μωρό παιδί/Αχ μωράκι σαστισμένο/μέσα στο μυαλό σου ξένο/τι να πρωτοτραγουδήσεις/και ποια πόρτα να κτυπήσεις/να σου πω για να σε πείσουν/στα μετάξια να σε ντύσουν/να φανούν λευκά δοντάκια/μες το γέλιο σου/Χίλιες και μια νύχτες ανοιχτά της οικουμένης/αλυσοδεμένος πολικός αστέρας/άφηνα τους άλλους να μιλούν για μένα/και φοβόμουν μη με δει το φως της μέρας/τα χαμένα χρόνια θα τα πάρω πίσω/φτάνει που και που να λες ακόμα σ' αγαπώ/Κόκκινος ορίζοντας τα χρόνια π' απομένουν/κάνε το σινιάλο να σε βρει ψυχή μου/πρόσωπα λιμάνια κράτησε τα "φεύγουν"κράτα με αγκαλιά και πάρε με μαζί σου/βιντεοταινίες η ζωή που είδα/του άστεγου του νου μου η πατρίδα είσαι εσύ/Αχ αγάπη μου αγάπη/διαμαντάκι μες στη στάχτη/και νησάκι που 'χει φάρο/ένα μεθυσμένο γλάρο/γύρω σου που φτερουγίζει/τ' όνομά σου συλλαβίζει/σημαδεύει τη ματιά σου και αφήνεται

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

κινέζικη πανοπλία


ώρα των αοράτων με τις θαυμαστές πιρουέτες
τώρα θα δεις ή θα βλέπεις τυφλός για πάντα

Τα χέρια σου μέσα απ’την πανοπλία ριγούν
Κόμποι ιδρώτα κυλούν στις όχθες του δρόμου μου
Στις φαγωμένες πλάκες του πεζοδρομίου
Διεισδυτικές,αλλά σχεδόν άυλες
ψάχνουν σάρκα να ενωθούν με το παρόν
και το μέλλον
υγρές να γονιμοποιήσουν
όσες νύχτες θέλουν απογόνους

την τρέλα άωρη
θες…

Πανοπλία με ροζ χεράκια ατροφικά
Κι εγώ να παίζω με τους αρμούς σου
Να θωπεύω τις κλειδώσεις
Τα γόνατα
με λουλούδια φυτρωμένα στην πλάτη να καίω

Τα δυο της πόδια λοξά
Χάσκουν
Λες…

Μαριονέτα με πανοπλία έχεις δει?Κοίτα με…
Μια με μάσκα μια χωρίς.
Έχεις δει?

όλες οι μάσκες να κάνουν πως ακούν το αθόρυβο χιόνι
πως χορεύουν στο ρυθμό του
Το αθόρυβο χιόνι- το λευκό
Έρχομαι να σπάσω την πανοπλία σου,
να σε πάρω απ’το χέρι
Που ριγεί και τρέμει στο άγγιγμα-κράτα με
Μαζί να χορέψουμε στο σιωπηλό πυκνό χιόνι
Θες?

Στάζουν νιφάδες απ’το λευκό ουρανό
Βουβές νύφες που περίμεναν καιρό
το απαλό στροβίλισμα

Δες το χιόνι αφρισμένο.Πιο αθώο έχεις δει?
Πιο ερωτευμένο.
Πες…

Η νύχτα κρεμιέται ολόαστρη και παρθένος
Χειμωνιάτικη ακόμη

Καλοκαιρινή να μου την επιστρέψεις
Ναι, πες…

Για λίγο ακόμη
κατράμι ο ουρανός
Πίσσα ο δρόμος

Για λίγο ακόμη
Αστέρι μαύρο
Έχεις δει?
Δες…


οι γεροντοκόρες

Οι γεροντοκόρες μονίμως γκρινιάζουν. Είναι φιλύποπτες με όλα. Μόνο με τη δική τους ζωή δεν ασχολούνται. Δεν αναρωτιούνται. Δεν την ψυλλιάζονται. Για όλους τους άλλους έχουν μικροσκόπιο, μέσα από το οποίο περνούν τα πάντα, ακόμη και τα αόρατα που επινόησαν για να έχουν να πουν καθημερινά μια κακή κουβέντα. Οι γεροντοκόρες διϋλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν ολόκληρη την κάμηλο. Είναι δε, μερικές-οι πιο επικίνδυνες,κατά την κρίση τους,οι πιο γραφικές,κατά τη δική μου, που δεν είμαι και το μέτρο αλλά δύναμαι ν’αναγνωρίσω την αφέλεια του να πιστεύεις ότι είσαι «κάποιος»…- που κατάγονται από την επαρχία αλλά ζουν τώρα στην πρωτεύουσα. Όμως, είναι αφομοιωμένο σε τέτοιο βαθμό το «σύνδρομο του κουρτινακίου» που το φέρουν μέσα τους και το κομίζουν συνεπώς και στην πόλη. Το κουρτινάκι αντικατέστησε άριστα το πληκτρολόγιο στο οποίο ξεσπούν μετά μανίας τους άναρθρους χτύπους των δαχτύλων τους-αλλά κυρίως την κακία τους-, επιδεικνύοντας μοναδική απληστία στην κακεντρέχεια. Οι γεροντοκόρες δεν βρίσκουν τίποτα καλό και αληθινό σε κανέναν άλλον πλην του εαυτού τους και του μίζερου μικρόκοσμού τους. Διατυμπανίζουν το αλάθητο κριτικό τους πνεύμα,φυσικά,ρίχνοντας βολές απανωτές από το απυρόβλητο «ράφι», στο οποίο ξαποσταίνουν τη ζαρωμένη τους ηδυπάθεια. Ηδυπάθεια προερχόμενη από το προσφιλές και γελοίο τους χόμπι να κρίνουν κατακεραυνώνοντας άπαντες. Έτσι. Μόνο έτσι. Ξεσπαθώνουν καταναλώνοντας επικριτικά σχόλια προς πάσα κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις ανταλλάσσουν και μεταξύ τους διαξιφισμούς, για ευνόητους λόγους...Κατά βάθος η θλίψη τους είναι τόσο φρικτή που δεν αντέχουν τους εαυτούς τους κι ευελπιστούν κάποιος ν’ασχοληθεί μαζί τους και να τους πάρει, έστω για λίγο, στα σοβαρά. Όταν οι γεροντοκόρες σταματούν για λίγο τη δράση τους, αυτό σημαίνει το εξής: σαν παρθένες γεροντοκόρες φωνάζουν «γαμιέμαι!» για ν’ακούσουν οι γείτονες-από το κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου που έχει αναρτηθεί στον Προμηθέα.
Θεούληδες, όποιοι κι αν είστε, αν υπάρχετε, δείξετε κατανόηση, και επιτέλους το έλεός σας στις γεροντοκόρες,πριν αποτρελαθούν.
Μέρες που είναι, κρίμα…

*νομίζω ότι δεν χρειάζεται ν'αναφέρω ότι το κείμενο είναι αφιερωμένο στις γραίες-γεροντοκόρες-κουτσομπόλες-ξέρουν αυτές...

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

κρυώνουν κάποτε τ'αγάλματα


Ήταν κάποτε άγαλμα. Στη θέση του στήθηκε ξόανο άχαρο.
Κοίτα τον κόσμο. Πώς φεύγει. Πώς χάνεται.
Κοίτα πώς μέσα του υπάρχει ανυπόφορα η ευαισθησία. Δεν την αντέχει. Τη φοβάται. Ο ευαίσθητος ίσως σημαίνει τον αδύναμο. Τη σπάει σε κομμάτια και τρέχει πίσω απ’το εφήμερο. Ενθουσιάζεται με τα κόλπα των ημερών που απομακρύνουν τα εγκεφαλικά κύτταρα από την ψυχή.
Κοίτα πώς ξεχνά κι αφήνεται να παρασυρθεί από το χείμαρρο των ρηχών συγκινήσεων.

Ήταν κάποτε ένα άγαλμα. Τώρα τη θέση του πήρε το σκιάχτρο.
Αυτό προσκυνούν χωρίς να ξέρουν γιατί.
Κοίτα πώς ξεχνάει ο κόσμος.
Με αυθάδεια προσκυνά το σκιάχτρο που κάποτε ήταν το τοτέμ.
Με μάτια ολόκληρα ποτέ δεν κοιτά.
Εσύ μπορείς?
Μήπως θα πρέπει να υπάρχει πάντα περίσταση για να κοιτάξεις?
Τόσο αυτοτελές το αίσθημα .Ευτελές κι ασήμαντο. Μασημένο και αναμασημένο
Σαν τις χαλασμένες ταινίες της κασέτας στα παλιά κασετόφωνα.
Λατρεύουμε τις αντανακλάσεις του αληθινού. Ενθουσιαζόμαστε με τους πολύχρωμους κι έντονους ιριδισμούς του. Το αληθινό,το τρομάζουμε. Το φοβόμαστε μ’ένα φόβο αλλόκοτα βαθύ.
Τι μένει? Ο αυτοματισμός. Σε όλα.
Οι κρατήρες της λήθης έτοιμοι να απορροφήσουν.
Κοίτα τον κόσμο. Τον ρομποτικό. Τον αυτόματο. Η ψυχολογία μας είναι αρχαϊκή,αυτή του πρωτόγονου ανθρώπου. Μορφάζουμε ασύστολα και κατά κόρον. Κατάλοιπα από σώματα θηλαστικών. Ψυχρόαιμα ζώα. Με αηδία μπροστά στο θάνατο. Την επόμενη στιγμή ξεχνάμε το θάνατο.

Ήταν κάποτε ένα σκιάχτρο. Τη θέση του πήρε το μνήμα της ευαισθησίας και της συγκίνησης.
H ταφή προοδευτική. Για πολλούς ακαριαία.
Κοίτα τον κόσμο πώς τέρπεται από περιστασιακό θρήνο, ανοίγοντας μεγαλύτερη αγκαλιά στο ξόανο.
Μετά προφασίζεται ανημποριά, κατάθλιψη, ασθένεια ψυχική.
Ποτέ δεν ξεκίνησε με παλιές διαθέσεις κι ενοχές κάτι ουσιαστικά καινούριο και αληθινά ουσιαστικό.

Κοίτα τον κόσμο.
Ανύποπτος, σε μαξιλάρια και στρώματα απαλά, λιώνει ανάλγητο «πόνο».
Χωρίς χρώμα και δύναμη κοιμάται.
Ναι, κοίτα τώρα εσύ τον κόσμο που κοιμάται και.
Έτοιμος να κηρύξει πόλεμο για το χειρότερο.
Ποτέ έτοιμος για το καλύτερο.

Κοίτα τον κόσμο που διαδηλώνει ξαπλώνοντας αμέριμνος.
Που τρομάζει στη φωνή του.

Κοίτα τον κόσμο που σταμάτησε να πιστεύει.
Κι αυτή η μη-πίστη μοιάζει αμετακίνητη.

Και το ξόανο εκεί. Ν’αναβαθμίζει το φόβο, την ανασφάλεια, την έκπτωση. Ν’ανανεώνει τα προσκυνήματα. Ν’ανατροφοδοτεί τα θαμμένα.

Κοίτα τον κόσμο πώς έμαθε να ζει, με τις παρενέργειες του άρτου και των θεαμάτων.
Με τις αξίες χαμηλές σαν βαριά σύννεφα πάνω από τον ύπνο του.
Με τα χάδια, τα χάπια και τα φάρμακα στο κομοδίνο του.
Με το σκοτάδι αγκαλιά να πορεύεται. Κοίτα τον, πώς τυφλός ζει τη ζωή του και είναι χαρούμενος για την αναπηρία του. Και συντονίζεται με τις εύθραυστες εκεχειρίες της μη ζωής.

Δες… μην ενδώσεις στο ξόανο. Μην αφεθείς μόνο στην ενοχή και στον εξιλασμό της συμφιλίωσης με την ενοχή.Γιατί, «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα». Γιατί η συνήχηση πολλών φωνών είναι η αρχή της επανάστασης. Η συνήχηση της μνήμης και του βαθέος πόνου. Εκεί θα υπάρξει ακμαίο και θα θάλλει το φύτρο ενός μελλοντικού έργου. Κι αυτό ας αφήσουμε να στηρίζεται και σε σφάλματα από τα οποία προκύπτει η γνώση. Για να συνορεύσουμε κάποτε με τις συνειδητές ανώτερες ιδέες και πράξεις. Όσες θ’αξίζουν τη θυσία και την αυταπάρνηση.

[Πριν ξεχάσουμε πώς είναι να ζεις δίχως να προσπερνάς ακριβές στιγμές.]


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

o εχθρός


Μια υποχθόνια αγάπη και μίσος παρέα
του μολυβένιου στρατού και της χάρτινης πόλης
του μυαλού , του εαυτού , του μεγάλου μου εχθρού
που σαν βαδίζω μπροστά θα μου κόβει τη θέα ....
Ο εαυτός μου είναι ο μεγάλος εχθρός μου .
Θάνατος στον εχθρό !...
Μολυβένιε στρατέ σιγανά να σκοτώνεις
τον εχθρό εαυτό μου ,μεσ’ τη χάρτινη πόλη .
Μολυβένιε στρατέ σιγανά να σκοτώνεις
Σιγανά το μυαλό να λυτρώνεις .
το ποίημα ανήκει στην pandiony
Δία ευχαριστώ πολύ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

τ-έλος

κάπως έτσι τελειώνουν όλα
και προχωρούν μόνοι τους οι άνθρωποι
τελείωσες κι εσύ για μένα απόψε


Ήρα


Χωρίς πρόσωπο επικοινωνούμε καλύτερα… Αναπόφευκτη απλοποίηση. Η μετάβαση στη μυητική πτήση,ως τώρα τουλάχιστον, ήταν τελετουργική. Σε συμφωνία τα ρο και απονενοημένα τα φωνήματα α και ι.Η στίξη δεν αρκεί για να συνοδεύει το κήδευμα του πόνου. Πού να σου ζωγραφίσω τον Κρόνο να δεις πώς με τρως λίγο λίγο, δαγκώνοντάς μου τις ακεραιότητες? Μοιάζω με εκείνη τη μικρούλα Ήρα που είχες φτιάξει κάποτε από πηλό. Ανήμπορη μικρούλα Ήρα. Ας μιλήσουν για μας ευθέως οι υπονοούμενοι πόθοι. Ούτε που τους πιστεύω πια. Αλλά ας μιλήσουν να δούμε τι θα πουν μεταξύ τους.Και πόσο, πόσο να σε φυλακίζω στο παραμεθόριο τοπίο των λέξεων… Αδημονούσα και αποτρόπαια, σαν όψη τρελού λίγο πριν τον εγκλεισμό του με εισαγγελική εντολή…η διαρκής θέαση της εντροπίας που μέσα της ποιος ξέρει ποιος μας έριξε, γεννά θεούληδες αμφίσημους. Πάνω στα κορμιά τους χορεύουν τα πτώματα των λέξεων. Καταλαβαίνεις πώς αντικαθιστούν οι λέξεις την αρχική θέση των ειδώλων? Των αντικατοπτρισμών το στερέωμα? Εμπρησμοί εφήμεροι είναι, άστο, αυτό είναι σου λέω. Η αναγέννηση είναι φράγμα ανανεωμένο. Όταν το στερεότυπο καταλύεται τη θέση του καταλαμβάνει ένα ισχυρότερο στερεότυπο. Εφιάλτης θα καταυγάσει, κι εσύ εκούσια ταξιδεμένος στο αδύνατο. Εμποδισμένος από τη μεταστοιχείωση του αδύνατου σε αδύνατο με όρους τραύματος εγγενούς. Πού να πάμε? Δεν πάμε. Παραποιούμε και αντιστρέφουμε όρους πολέμου που ανανεώνονται κάθε λίγο. Αφού το σώμα παραμένει συνδεδεμένο με τον εφιάλτη. Μπορείς να το αποσυνδέσεις? Φοβάσαι λέω. Επιμένεις να το αφήνεις μετέωρο σαν αντίβαρο στο παραπλανητικό μέγεθος της προφητείας. Εκείνης που τάχα έψαυε την πληγή του αδύνατου. Δεν θα μαζέψω τίποτα από κάτω.Ούτε έναν φθόγγο. Αντίθετα σου αναθέτω το κονίαμα της μεταφοράς. Όταν καταλάβεις πώς αναλίσκονται τα τοπία μέσα μας, όταν το δεις με αυθύπαρκτη και οξεία όραση, όταν το ανιχνεύσεις, τότε ξαναμιλάμε. Μέχρι στιγμής δεν έχω δει τίποτ’άλλο από γδαρσίματα, από υποκειμενικότητες και εμπλοκές εκζήτησης λέξεων. Εμφορούνται οι γραφές από μακάβρια φωνήεντα. Θρυμματίζονται τα αισθήματα και μας μένουν πάλι οι λέξεις. Άγριες, αθόρυβες, μαλακές, αχάριστες, απέλπιδες, πένθιμες, χωρίς έλεος, όλα μαζί, το ίδιο είναι. Όχι, δεν θέλω να έχω ούτε φωνή ούτε λέξεις. Ας ανατρέπεται η αρμονία μου, ας ακυρώνεται η ευλάβεια αυτού του κλειστού σχήματος. Γιατί σε σχήμα το έβαλες κι αυτό. Και δεν ακούω τίποτα. Το έκανες μόνος σου. Το αποφάσισες. Δεν το πήρες πίσω. Δεν μετάνιωσες. Τώρα κι εγώ αποφάσισα το αδύνατο. Κουράστηκα με τα εσωτερικά ταξίδια και όλες οι περιηγήσεις μου κατάντησαν λυγμοί ζοφεροί. Άστο, ας μη συναντηθούμε ποτέ. Άλλωστε δε θέλω πια. Να καιροφυλακτώ διεγερτικά μήπως και κάποτε συγκατανεύσει ο καιρός, η μοίρα, ο χρόνος, τα κουραφέξαλα, τα πράσινα άλογα, οι θυμοί, οι εγωισμοί. Να ξεδιψώ με λέξεις και να πυρακτώνομαι από ονειροφαντασίες- ερεβώδεις συνερεύσεις. Εσύ μου την έφτιαξες την παραβατική ψυχοσύνθεση. Τώρα θα την υποστείς. Και δε θέλω τίποτα. Στο λέω ξεκάθαρα.Εύφορη και γονιμοποιημένη θάλασσα.Μόνο εκεί δεν είμαι?Απαντώ:εκεί. Τα όρια τα έβαλες εσύ και είναι άκαμπτα. Σ’αυτόν τον αλχημικό κόσμο των ονείρων που ακόμα παραμένουν μικρόκοσμος δύσμορφα συμβολικός, οι συναντήσεις είναι στα τρίσβαθα και στα κατάβαθα. Ο βαρκάρης αρνείται να μας συναντήσει, μπορεί να ξέρει καλύτερα. Το μαύρο πέλαγος μπορεί να ξέρει καλύτερα. Και να πώς φανερώνονται στις συναθροίσεις τα φαντάσματα. Τα δαιμονολόγια πώς επαληθεύονται. Με αναγκάζεις να εποπτεύω τ’αόρατα. Σου εξομολογούμαι την πρωινή φανέρωση. Το πρωί μόλις ξύπνησα κύλισαν απ’τα μάτια μου ανθάκια κερασιάς. Δοκιμάστηκα. Πάει λέω, τρελάθηκα. Φέρ’τε μου και την άσπρη μπλούζα και βάλ’τε μέσα. Τι περιμένετε? Μετά κατάλαβα πως ήταν από τη σωρευμένη στέρηση. Γιατί έγινα πομπός και δέκτης. Γιατί έγινα γράμμα και γραφή. Γιατί έγινα αποστολέας και παραλήπτης.Εγώ. μόνη μου. Όλα μαζί. Στο ξεκαθαρίζω. Ζευγάρι δυτών δε θέλω να γίνουμε που υποτάσσονται ολοκληρωτικά στην παρόρμηση της μέθης.
Να κρατάμε τη ζωή επώδυνη, να φυλάμε μυστικά και ν’αφιερώνουμε διαρκώς στο βυθό την ύπαρξη. Κρατάω τα υποθαλάσσια δικά μου σύμβολα, προσπερνώντας το διάφορο ρόλο που διάλεξες για μένα. Κράτα κι εσύ τα δωρικά λεπίδια σου,δίπολα έλξης κι απώθησης. Κουράστηκα σου λέω να μετασωματώνομαι στα ονόματα που μου δίνεις. Αφού πρώτος προδίδεις όλες τις εμβληματικές μου εκδοχές. Έτσι να έχουμε να λέμε για ανακλαστικές διαδοχές και ύποπτες διαλεκτικές. Το δυνητικό σώμα που μου δώρισες έσπασε. Σε ρωτάω, είναι αιτία απομάκρυνσης αυτό ή δεν είναι? Δεν είναι φάρμακο. Κηδεία είναι η προσθήκη. Η αφαίρεση αίματος και το απέριττο γύμνωμα του καρπού. Ερεθισμός. Ασύνδετο σχήμα όλες οι οιωνεί ετεροκίνητες συνευρέσεις. Επαληθεύεται η αγάπη αιωνεί. Παράτολμη και δυσχερής η ερμηνεία μας ως μαζί. Μαρτυρία κάθετη. Αποστάζουσα έλκος δεινό προπομπού και καταλύτη. Λιτανεία από έναστρα σύμβολα τη διατρυπούν. Ποια? Την αθώα χλωμάδα των χιλιομέτρων. Μήπως φταίνε κι αυτά? Μήπως φταίνει και οι πυκνοί, οριακοί αστερισμοί των μακρινών μας βλεμμάτων? Σε άλλο σχηματισμό είσαι εσύ, σε άλλο εγώ. Μην αμφιβάλεις, αγριόπαπια μαύρη σε σχηματισμό παρανοϊκό-έτσι δεν με αποκάλεσες?- με προορισμό μόνο το Νότο… Να ανασύρω το αειφανές νόημα από το αδύνατο. Αναρχικό, και η πληγή του δαίμονά μου αξίζει ένα τσιρότο. Λίγο ιώδιο. Σηματαιμία. Σύζευξη της σκέψης μου με τη δική του ανάσα. Σε συρματόσχοινο ατσαλένιο πορεύεται η πιο οργιαστική μας καταπάτηση. Σου κλέβω τη ζάχαρη και τυμβωρυχώ στο σπέρμα για να ξεδιψάσω μέσω της καμπύλης που προσγειώνεται και ενσωματώνεται στον κισσό της αυλής. Κουβαλούσα τον πληγωμένο μου θεό απόρρητο. Μικρόσωμο.Σωριάστηκε κάπου μέσα μου. Όχι. Ισλάμ είναι. Με κοχύλι αφηρημένο που κρέμεται στο λαιμό μου. Τι κοιτάς αφού δυσκολεύεσαι τόσο να ενδοσκοπήσεις?Βλάκα, ανένταχτο το κύμα είναι. Να σου το πω για το καταπιεσμένο θυμικό σου. Ανεξέλεγκτα κάποτε θα εκραγεί και θα ψάχνεις τότε την αιτία αλλά θα κρατάς την αφορμή και θα την υψώνεις και θα την κραδαίνεις, παράλογα. Από εγωισμό. Και το δοξάρι να τρέμει στη μιμική του σώματος. Υδρατμός να γίνω, πάλι δεν θα καταλάβεις τίποτα. Σκόνη να γίνω. Ποια παράμετρο φυλάς να ορίσει τη στάχτη μου?Αφού δεν καταλαβαίνεις. Τελίτσα είμαι στη συνενοχή του αδιαίρετου κανόνα. Κι εσύ προαυλίζεσαι σε ψεύδη ερωτικά για να μιλήσεις λογοτεχνικά. Μια τελίτσα είμαι που φορτίζεται από μετασχηματιστή ακαριαίων ηλεκτρικών ψεμάτων και μεταφέρει το καθολικό άλγος του σύμπαντος. Βλάκας είμαι. Μια χαζή αγριόπαπια.
Πάρε τις ηθικές αποστάσεις σου και ξεκίνα να θυμάσαι τι είσαι τι είμαι. Ξεκλείδωνε.



τετάρτη βράδυ καίγονται όλες οι σκέψεις που έχεις στείλει

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

αράχνη


Τον έπλεξες περίτεχνα, γύρω γύρω, τον ιστό σου. Δεν τον έσκισα. Δεν αντιστάθηκα.Τον κρατάω. Ακριβό θύμημα κλοιού περιπαθούς. Κεντήματα με στολίζουν. Αραχνοΰφαντες κλωστές δίχρωμες και δίκοπες. Μ’έδεσες. Και να περιμένεις. Και να θες. Και να με τυλίγεις. Από κάτω προς τα πάνω. Έφτασες στο λαιμό…συναντιέσαι με την πεταλούδα μου...να σ’ανταμώσω στο στόμα και μετά στο μυαλό…Εκεί θα βρεις τα δικά μου νήματα. Τ’αδιέξοδα. Εκεί θα τελειώσουν ή θ’αρχίσουν όλα. Διάλεξε τη στιγμή.

Να κινδυνεύω να σωθώ από μια πλάνη
Την πιο κρυφή και ηττημένη ηδονή
Κάθε πρωί ξυπνώ αγκαλιά με μια αράχνη
Που την ταΐζω απ’την παλιά μου την πληγή…*

*οι στίχοι είναι από το "η ιστορία του μικρού Νοέμβρη"
συλλογή "τα όνειρα καπνίζουν",κυκλοφορεί από εκδόσεις Γαβριηλίδη

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

λα


Γραντζουνίστηκα σήμερα. Τρέξε να με σώσεις. Τρέξε ν’αφουγκραστείς το αίμα μου. Παραδώσου στην αμυχή μου. Διερχόμενος τον τοίχο. Ξέρεις, εκεί που μ’έχουν χτίσει. Δεν υπάρχει τίποτα απροσπέ-λα-στο, αν θες αλήθεια να με βοηθήσεις. Πονώ. Σ’αυτό το ηδύτατο κοφτερό λα που μ’έβαλες η ώρα είναι παύ-λα.Στη μέση της χτένας –χτένα λέω την πένα,στάθμη η μέση της με-λά-νης-όπως αργά κατεβαίνει, λυπάμαι.
Τσιγάρο φαίνεται στον καθρέφτη και άλλο ουδέν. Διφορούμενο τίποτα. Λευκή θα είμαι άρα ήμερη. Δεν είμαι όμως. Θ’αποπ-λα-νήσω το αχανές και τους δυσοίωνους φθόγγους θ’ανατρέψω. Απονενοημένο το λα. Αντίστροφο αλ άρθρο. Κραυγή.
Λα και τα κυβικά νερού που μάζεψαν οι στέρνες των ματιών. Ναι.
Λα.
Δώσε ειδική οδηγία να πνοηγηθούν οι μεσάζουσες θυσίες. Λα-μπα. Ξεναγώντας τις απειλές. Bonjour βελούδινο fabrique, τρυφερό fenetre. Ouvre LA porte.
Ποια είναι η περιοχή. Στάρι θερίζει η χτένα. Πόσο να μεταμορφωθείς για να πετύχεις.
Πόσο να παραμορφωθείς για να αρέσεις. Τζάμι φορά πουκάμισο. Τζάμι γυαλί σαν πείσμα ανθρώπινο. Ώρα. S’il vous plait. Ανυποψίαστο αγρίμι μου. Παλ[λα]δα. Non,merci. Ό-
λα τα άλλοθι έχουν φύσεις υστερικής ρητορείας. Tres jolie.
Φωτάκια. Συναγερμός αναβοσβήνουν. Λένε τα φώτα. Λά-θος. Γέ-λα. Πιρουέτα-λά-μ-ψη. Σωθικά καλπάζουν κυ-λά νερό. Ψιθυριστά. Μηδέν. Μηδέν. Σώμα. Επιφυ-λα-κή. Α-λα-ζονεία. Β-λα-κεία. Πόσο το θέλω το λα που μου’δωσες στο σώμα και στο στόμα. Λα λα λα λα. Κ-λά-μα. Σιωπη-λά οι κανόνες. Μί-
λα. Μη-λα. Τρε κομπλικέ. Φινί. Βουα-λά. Να, κατέβηκες από σκεπή. Έσπειρες λα στο πρόσωπο. Στο σώμα.Στο δωμάτιο έσπειρες. Ώρα. Τυφλοποιός. Ώρα των πωλητών. Ανέβασες τα φύ-λ-λα των παραθύρων. Η ώρα δεν. Χάρη. Ζήτω η ώρα δεν. Cheri, ca va bien aujourd’hui?
Αυτοσχεδιαστικό αύθαδες. Κάγκε-λα. Ηθικολογία. Ενοχική. Ιερός ιχθύς.
Να φωνάζω ή να χαράζω. Π-λά-ι η βαλίτσα. Στο πλάι ο σταθμός. Μπροστά το λιμάνι.
Η ώρα. Κάποιος να οδηγεί στο βιαστικό πούλμαν. Μπροστά μοτέλ. Ώρα.
Στη χούφτα τσα-
λα-κωμένο το σίδερο. Υποψία. Pour –la-mission sacree. Ιαχή. Η ώρα. Θύρα. Τώρα. H αδράνεια τέρπει. Πρακτική π-λα-στική σακού-λα. Mon enfant. Πρίγκιπα. Πρίγκιπα, ψαλμέ μεθυσμένε. Ενδημική η δίψα. Ποιος το περίμενε? Ασπίδα. Ασημιά. Πισώπ-λα-τα η νύχτα σιέστα βασανιστική. Ραν ραν ραν. Λα λα λα. Αστραποβό-λα. Ερέκτους μα-λα-κά. Λα-βίδα. Pour mange… νοκ νοκ νόκινγκ.
Υποχώρηση επίθεση. Π[λα-]κα. Γέ-λα. Λά-φυρα. Εξορύττω. Γονυπεσία. Θαυματουργό λα άσε με άσε με. Ανεμοδείκτης λα. Εφιάλτης λα. Θύελ-λα. Κ-λα-π κ-λα-π. Μια βέσπα να μου φέρεις να φύγουμε. Με μικρές ρόδες λα. Και τιμόνι λα. Και χωρίς φρένα. Θα φοράω πολύχρωμο τουαρέγκ τυρμπάν κι εσύ το μαύρο μαντίλι σου. Μαντι-λά-κι μου. Έ-λα, δώσε μου απ’το βασιλικό σου να μυρίσω. Να μασήσω τα φυλ-λα-ράκια του να φύγουμε μαζί. Και θα τραγουδάμε…λαλαλαλαλα.
Πριν και μετά. Μετά και μετέπειτα. Και αύριο για πάντα. Να κόβουμε ζαχαροκά-λα-μα, γλυκά να γευόμαστε τη βραδύτητα του λα.
Ξέρεις τι λένε οι Κινέζοι? Σπρώξε το λα. Λα-βή la vie. Ύδωρ ψάρι και παιδί. Νερό ιερό. Φύ-λα. Φί-λα. Τίγρη φέρε π-λά-τη να ακουμπώ. Ώμο. Δίπ-λα. Διπ-λά. Νοκ άουτ. Καντ-ηλιάζομαι…Απ-λά. Ξεκλείδωτο το λα. Για σένα. Δεν εξοφλώ το ξέρω. Αλ-λά …le bien et le mal.
Κεράκι κόβω στα δύο. Φέρε μια βέσπα σου λέω να φύγουμε. Ένα κοτσάνι από ηλιοτρόπιο το μαγικό ραβδί. Αυτό. Το μέλι απ’το γιασεμί. Αλήθεια λέω. Γύρισέ το ανάποδα και δες. Και πιες το. Μετά δώσε και σε μένα.
Ω, ανάγλυφό μου ναού ινδονησιακού. Ελευθερία καλοκαιριού. Δροσιά μου λα.
Ζαχαρωτό μου. Καρουζέλ μου λα. Σημάδι μου καλό δυνατό βαθύ. Πριν κα-λά κα-λά φτάσουμε στο ραγισμένο λόφο θα στρίψουμε ανατολικά με τη βέσπα. Εκεί θα δούμε τον ουρανό λα. Αιματόβρεχτο νυχτερινό πουλί λα.
Θα ξεφύγουμε,σου λέω. Λαλαλαλα. Ανσάμπλ. Απατη-λά. Θεραπευτή και χαρακιά μου λα. Κόγχη ψη-λά. Κοίτα.
Ο ουρανός η βέσπα, εσύ κι εγώ πάνω και το λα. Έ-λα χαμογέ-λα-σε μου. Και γέ-λα-σε με.

το κείμενο αφορμήθηκε από μια φράση του enfant rate και του αφιερώνεται
ψυχή τε και σώματι


Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Δίπλα Του


Ζει κάποια ζωή

Ξένες στα γένια του
Τις φυλλωσιές θηλάζει

Πάει καιρός που η αλεπού τον βγάζει βόλτα
πλάι στο ποτάμι περπατά
δίπλα του, μ'ελαφράδα

Δεν πάει καιρός που'χασε το λουρί
κι εύχεται να μην βλέπει τα πουλιά
βόσκουν νεράκι σιωπηλά
δίπλα του, μ’ελαφράδα

Ο λύκος μου, χορτάτος.Δεν κοιτά
τρέχει να με προφτάσει
μες στα κλαριά που περπατώ
και πλέκομαι,η σελήνη,
δίπλα τους,μ’ελαφράδα
Πέννυ Μηλιά


echo and the bunnymen-the killing moon

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

ληστές


Είσαι το χέρι του ληστή
Που υπνωτίζεται
Στα ελαφρά τινάγματα του ύπνου μου

Είμαι ό,τι κοιμάται
Βαθιά
Μέσα στην παγωμένη πόλη

Είμαι
Η σπασμένη γέφυρα
Σου θυμίζω πώς κάποτε ένωνα
τη μια μεριά της διχοτομημένης καρδιάς σου
με την άλλη
Η μνήμη που στέκει εκεί
όπου έστεκε πριν
Το χάσμα στο φεγγάρι
Το καθημερινό ξύπνημα στο ίδιο κελί
Πέτρινη φωτιά που σκοντάφτει στα λόγια σου
Η ψυχρή γαμημένη ανάγκη για θερμά ψέμματα
Που επίμονα αρνείσαι να πληρώσεις
στους άνεργους ακροβάτες του μυαλού

************************************************
Είσαι το χέρι του ληστή.
- Τι αστέρινο! Τι δυνατό!-
Φίλα απαλά στο στόμα
να βγουν οι λέξεις χιαστί!

Είμαι εκείνο που μπορεί
-βαριά εικόνα,ισχνή κλωστή-
απαλά στο σώμα
-που ό,τι φοβάται το τηρεί-
να συντηρεί

Είσαι μια γέφυρα σπαρτή
-ανέμους,θύελλες,πουλιά-
Μια τύψη που θα σφραγιστεί
Απαλά στα μάτια,στα μαλλιά

Απαλά στα χέρια τα τυφλά
Είμαστε πέτρινη φωτιά
Χάσματα στη Σελήνη
Απαλά στο δέρμα,σα νοερά
Τυφλές αρνήσεις στην οδύνη

Ακροβάτες εύθραυστοι
-τραχύ σχοινί της μνήμης-
Λεπτοφυείς λεπτόσωμοι

Απαλά ν’αγγίζουμε απαλά

Σ’ένα χαρτί ό,τι γραφτεί
Εγώ ληστής κι εσύ ληστή
Άσε το αίνιγμα απλά να σχιστεί

Φαίδρα και Πέννυ


ένας ευαίσθητος ληστής
Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα/μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα/ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα/θα'τρεχε από τα μάτια τα μεγάλα/μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα/Μια και με γράψανε φονιά/πήρα τον κόσμο παγανιά/και τη ζωή σεργιάνι /κακό να κάνω στους κακούς/που εσύ μονάχα τους ακούς/μα ο νους σου δεν τους φτάνει/Στην ερημιά που 'χα βρεθεί/με το 'να χέρι στο σπαθί/και τ' άλλο στο βαγγέλιο/ήρθαν μανάδες κι ορφανά/κι είπαν το δάκρυ που πονά/να τους το κάνω γέλιο/Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή/να κλείσουν οι λογαριασμοί/ποιος τάχα θα μπορέσει/να δει πως είχα μια καρδιά/σαν της αγάπης τα παιδιά/και να με συγχωρέσει;
Μάνος Χατζιδάκις -Νίκος Γκάτσος

με τις αλχημείες ή τα μάγια του λαού,τα σύμβολα αμβλύνουν την εχθρική τους υποδήλωση,και το δηλητήριο μετατρέπεται σε άρτο

Η ΛΗΣΜΟΣΥΝΗ
Ο Φόβος ξεραίνει το στόμα,κάνει τα χέρια να ιδρώνουν και ακρωτηριάζει.Ο φόβος της γνώσης μας καταδικάζει στην αμάθεια,ο φόβος της πράξης μας υποβιβάζει στην ανικανότητα.Η στρατιωτική δικτατορία,φόβος ακοής,φόβος ομιλίας,μας μετέτρεψε σε κωφάλαλους.Σήμερα,η δημοκρατία,που φοβάται να θυμηθεί,μας κρεβατώνει με αμνησία.Δεν χρειάζεται όμως να είσαι ο Ζίγκμουντ Φρόιντ για να ξέρεις ότι δεν υπάρχει χαλί που να μην μπορεί να κουκουλώσει τα σκουπίδια της μνήμης.
Εδουάρδο Γκαλεάνο

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

στον Γκρέγκορυ



Στον Ουρανό Αλέξη






κι όσοι ακόμα αντέχουνε
μες στο σκοτάδι φέγγουν
σαν σήματα φωσφορικά


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Όλο Πρέσπα

Απ’την Πρέσπα κοιτάζει
Όλο στάζει όλο στάζει
Όλο κλαίει το γριβάδι
Που το ξέρει σε λίγο
Μες στης λίμνης το υφάδι
-Κάποιος θα με φάει-
Κάποιος θα το φάει

Διόνυσος μέσα στο νερό του
Στον ανάδρομο χορό του
Όλο στάζει όλο στάζει
Κόμπους λύνει στο χρησμό του
Κι όλο ανάσκελο ασθμαίνει
Με τους κόμπους που όλο δένει

Κι όλο στάζει, όλο βράδυ
Απ’της Πρέσπας τον Άδη
Όλο δίχτυα όλο δίχτυα




μα απ'όλα περισσότερο
αυτό που με πειράζει
είναι την απουσία σου
πως πάω να συνηθίσω

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

τακ-κατ


Καθώς έβγαινε η νύχτα, έσπασε ο πάγος της Αν και μπήκε στα μάτια του Ων. Τα μάτια θύμιζαν παλίμψηστο. Παροδίτης ήμουν σε χάρτη ανάγλυφο και προσκυνητής σε ροδοπωλείο. Οι μεγάλες οφειλές μου θα εξοφλούνταν σε λίγο, μεσούσης της διαστολής τους από αθώρητο κέλευσμα. Γειτνίαση του πάγου με τη φωτιά εφηύρε θρασύτατο μέγεθος να μετρά τη φθορά καθημερινά και το αλησμόνητο πέρας να παλιώσει ωσάν νέο χρέος στην αγχόνη.Οι ώμοι μου φιλήθηκαν από τον Ων. Είναι αργά για αβρότητες εκ του μακρόθεν. Η πικρή εκκρεμότητα θα ανήκει για πάντα στους χειρώνακτες της προπατορικής αμαρτίας. Ξέρω να εγκαταλείπω, είπε η Αν. Υπό ανέμου σαλευόμενη. Κοινώς, φύλλο στο βοριά, υπογράμμισε η Αν. Ξέρω να χάνω, παράνομη και λαθραία καθώς με εκχωρούσες πρόθυμα σε παρενθετική παρέλαση ετερωνύμων. Θα ζαλιζόμουν αλωμένη από το απρόοπτο λίκνισμα εάν τα ελκυστικά πάθη δεν φρουρούσαν με τον κραταιότερο τρόπο την περίμετρο του κεφαλιού μου. Θα μπορούσα ακόμα να μυθιστορώ τσακίσματα του κάρβουνου που συναντήθηκε με τον πάγο και παγανιστικά σχεδόν τεκμαίρεται η φθορά της αγνότητας. Αν και Ων. Σε μια κακότεχνη στέρνα φιλαυτίας έριξες κέρμα και η απαγορευμένη ευχή σαν ιθαγενής χόρεψε με ταμπούρλα πάνω από το κεφαλάκι σου. Βαμμένος από την κορφή μέχρι τα νύχια με χρώματα πολέμου. Τέλος πάντων, κόκκινο κυρίως. Εκκρεμές που ζήταγε λαμπάδες και όχι κέρματα. Καθάρισα τη φαιά καμινάδα και ο ραββίνος θεολογικά με εκφώνησε εν είδει αποφατικού θρήνου με περιβολή κορδέλας αναπότρεπτης και ανυποχώρητης ως προς την εκδοχή του χειμώνα. Αυτός θέλει το αίμα του πίσω και πιθανόν να το λάβει, ενώ θα φροντίζω τα μηνύματα του αίματος. Να τα οικειοποιηθώ τραυματισμένα εχέγγυα του ωχρού γενναίου ψέματος. Ανθεκτικά να φαλαγγίζουν τις ρωγμές που ανοίγουν στα φίμωτρα.Κύτταρο ονείρου ανάλγητο ο Ων.Επισώρευση κατάλληλου δέκτη .Πορνεία σε αρχαϊκό κεφάλι, η Αν. Να μείνει θαμμένο, φορέας του απροσχημάτιστου. Με την υποστολή της κλεψύδρας. Και την ανα[σ]τολή του αδιανόητου που μεταβάλλεται σε σκιά με φτερά. Σαν επισφαλής ρόγχος. Απόρρητος λυσιτελής. «Μαλακός σαν μέδουσα», αλά Αντρέ Μαλρώ ν’αυτοδιαλύεται. Στο βλέμμα λαμπυρίζει ο φάρος της Αν και στης νίκης του την ψευδεπίγραφη ανέσπερη φουρτούνα τα επιμέρους αποκτούν χαρακτήρα εκπυρσοκρότησης του Ων. Να αναμένεται ο απών και ο παρών στα ευτελέστερα συμπόσια και να συμφύρεται κατά φρικώδη συγκυρία ο κορεσμός. Τρωκτική επιτάχυνση της φοράς μου στην έλευση θεωρού της μοιραίας φούσκας.

Όπως μούγκριζε η μέρα η Αν είπε τις τελευταίες λέξεις στον Ων.
«Δώσε μου πίσω τα μήλα και τα τριαντάφυλλα.»
Εκείνος δεν υπάκουσε και η Αν του έβαλε ξανά το φίμωτρο.
Τικ τακ τικ τακ τικ τακ
Τακ τικ τακ τικ τακ τικ

τα λόγια που περίμενα

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

ένας λύκος στο Νείλο

Είχε μάτια τεράστια…τα μάτια αυτά όχι μόνο κοιτούσαν αλλά και ανέπνεαν…και κάποτε γλιστρούσαν έξω από τις κόγχες τους…έλιωναν…έκλαιγαν αλλά τα δάκρυά τους εξατμίζονταν αμέσως…δεν άφηναν το παραμικρό ίχνος…η διάρκεια της ζωής του όπως και η ηλικία του ήταν άγνωστες…το αγαπημένο του έδεσμα ήταν το μήλο…ζούσε μια ζωή παράλληλη…με κάποιες άλλες ιδιόμορφου τύπου «ζωές»…του άρεσε να κρέμεται από κουρτίνες…να κοιτάζεται σε καθρέφτες…ραγισμένος…και το καλύτερό του ήταν να βουλιάζει στο Νείλο δαγκώνοντας πότε πότε νούφαρα…συνομιλούσα μαζί του όπως μπορούσα…μερικές φορές κυριολεκτικά κρεμόταν από πάνω μου…ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που η στάθμη του Νείλου ανέβαινε…φοβόταν τότε…είχε τα μάτια του και την αγνωσία του…αλλά ένιωθα συχνά πως και η παραμικρή του κίνηση, ακόμα και αυτή η ολίσθηση των ματιών ήταν απλώς ασκήσεις υποκριτικής…μια μέρα με πήγε στη φωλιά του…ασυνήθιστο για έναν λύκο να έχει μια φωλιά-σπηλιά σε ποταμό… είπε μια ιστορία για κείνον…συνέβη σε κάποια από τις ζωές του…βρισκόταν μόνος σε ψηλό βουνό…κι έτρωγε το αγαπημένο του κατακόκκινο μήλο…για την ακρίβεια του είχε μείνει μόνο το κοτσάνι…εμφανίστηκαν δίποδα παράξενα…τον πλησίαζαν απειλητικά και άρχισαν να μουγκρίζουν…θα ήταν δυο τρία…η όψη τους ήταν μειλίχια κάτι εντελώς παράδοξο αφού οι διαθέσεις τους ήταν πέρα για πέρα τρομακτικές…και αδηφάγες…του μούγκρισαν σε μια γλώσσα ακατάληπτη…άρχισαν να τον αγγίζουν αλλά καθόλου δεν έμοιαζαν μα χάδια αυτές οι αφές…τον δάγκωναν…άρχισαν να του τρώνε τη σάρκα…ο Νείλος οργίστηκε που το ένιωσε…την τελευταία στιγμή διέσωσε την ψυχή του απ’ αυτό το κατακρεούργημα…και την εμφύτευσε στο τωρινό του σώμα…από τότε συμβαίνει κάτι παράξενο…αυτό με τα μάτια του εννοώ…αρχικά δεν μπορούσα να εξοικειωθώ με τέτοιο φρικτό θέαμα…το πάλεψα όμως επειδή τον αγαπούσα και λίγο λίγο μετρίασα αυτό το φόβο…που άγγιζε περισσότερο την έκσταση και τη θεοληψία και δεν ήταν αμιγής φόβος…πάντως και υπό την επίδραση αυτής της «μέθης»…δεν αισθανόμουν πάντοτε ευχάριστα…αρκετές φορές μάλιστα…τα πιο ευγενή συναισθήματά μου για κείνον μεταπλάθονταν σε κλειστοφοβικά…σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα…ειδικά όταν κατάλαβα ότι ο λύκος έλκει πάνω του, νομοτελειακά, συμφορές και κατάρες…κι ας είχε την εύνοια του Νείλου…Στον αντίποδα αυτών των καταστάσεων και των συναισθημάτων βρισκόταν μια άλλη του υπόσταση…ώρες ώρες έκανε σαν μικρό παιδί με μια αφέλεια που με εκνεύριζε…επέμενε τόσο να του αγοράζω μήλα…αδιόρθωτος ήταν σ’αυτό…στο τέλος πάντα του έφερνα μήλα ,περισσότερο γιατί όταν τα έτρωγε δεν υπήρχε περίπτωση να του «βγούνε τα μάτια» και ήταν και οι μοναδικές στιγμές που τον έβλεπα να χαμογελά…και τον παρατηρούσα…με ανιχνευτικές λεπτομέρειες…η μύτη του υγραίνονταν…τα μάτια του ήταν πιο όμορφα από ποτέ…λαμποκοπούσαν…το τρίχωμά του γινόταν άσπρο…σαν το φλούο αυτό του φρέσκου χιονιού…κατάλευκο…Άλλες φορές διαπίστωνα μια έπαρση στις κινήσεις του…όχι σκηνοθετημένη…αλλά σαν να εγείρονταν κάποιος υφέρπων και σκονισμένος μηχανισμός μέσα του που του υπέβαλε την κυριαρχία στο «παιχνίδι» μας…ούτε μπορούσα να του καταλογίσω συμπλέγματα …ήταν πολύ βασανισμένος από τις ζωές του…με παρακάλεσε να μείνω μαζί του λίγο καιρό…δηλαδή όσο περισσότερο μπορούσα…και αυτή τη φορά το πέρασμα μου να μην ήταν τόσο σύντομο…σκέφτηκα ότι μου το ζήτησε γιατί κανείς άλλος δεν του έφερνε μήλα με την ίδια ευκολία που του έφερνα εγώ…γι’ αυτό ήθελε τόσο διακαώς να με κρατήσει κοντά του…Έμεινα λοιπόν…τάχτηκα μαζί του για μερικές πανσέληνους…οι δυο μας μόνοι…σαν υπολείμματα κάποιου άλλου καιρού…σαν ξεχασμένα πλωτά…σ’αυτόν τον ανισόρροπο ποταμό που πηγάζει από το νότο και χύνεται στο βορρά…δεν ήθελα με τίποτα να είναι αυτός ο οριστικός μου σταθμός… «αγάπησε κάποια»,του λέω σε μια ανύποπτη στιγμή… «αγαπώ εσένα», μου απαντά… «εγώ δεν είμαι λύκαινα, δεν έχω καν σώμα…»… «και? Δεν με πειράζει καθόλου…εσένα αγαπώ…»… «τι εννοείς όταν λες μ’ αγαπάς?»… «σ’ αγαπώ…όπως τα μήλα…όπως τα γιαπωνέζικα τατουάζ…όπως τα φτερά των πουλιών…,τα χαράματα…τα σκοτάδια…τα νούφαρα…»…τα μάτια του άρχισαν να γλιστράνε ξανά και να χύνονται…σαν το σιρόπι από γλυκό του κουταλιού έξω από το βαζάκι του…αλλά δεν τα φοβήθηκα αυτή τη φορά…δεν ξέρω γιατί…δεν μπορώ να πω… «έλα , γράψε μου κάτι στο δέρμα… «τι?»… «μια πληγή…μια ιστορία…έναν τόπο…ένα παραμύθι…ένα χάος…έναν γκρεμό…ένα βουνό να το ανέβω που το έχω επιθυμήσει…ένα ξημέρωμα…ένα σχοινί με κόμπους…κάτι κάτι…που να κρύβει αμέτρητους κινδύνους…»… του έγραψα μια σκηνή…ήταν, λέει στους Δελφούς με Νότιο Σέλας…ημέρα ανώνυμη αλλά έμοιαζε με λυκαυγές Τετάρτης…-χρειάστηκε να υποδυθώ ένα ρόλο κατάχρησης υποψίας…-,του έγραψα νερό από πηγές αμόλυντες…ένα τσιγάρο να του δίνεται όταν τελειώνει η ιεροτελεστία της βρώσης του μήλου…ένα μυστικό και μουσκεμένο κορμί να του παραδίνεται…όταν τον καλεί το μεθυστικό του άρωμα…με τρόπο απροσδόκητο και ύποπτο…για να σταματάει για λίγο ο χρόνος του εκεί…,κι ακόμα, μια νύχτα με πάχνη και υγρασία…με κάποιο τρένο που θα περνά και θα σφυρίζει…και θα είναι φορτωμένο μήλα, χιλιάδες εκπλήξεις, χιλιάδες σκιές…και μετά έφυγα…με τα «φτερωτά μου σανδάλια»…χωρίς ούτε μια στιγμή να κοιτάξω πίσω…θα τον συναντούσα έτσι κι αλλιώς σε κάποια άλλη ζωή…σε κάποιον άλλο ρόλο του…σε κάποιον άλλο δικό μου…
*αναδημοσιευμένο και μερικώς "πειραγμένο"...


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

να ένα μήλο!

Δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν έχω τι να γράψω. Θέλω να φάω τα χαρτιά. Να καταπιώ μονορούφι τα μελάνια. Να μπουν κάτω από το δέρμα. Να φτιάξουν μώλωπες. Να με κοιτούν από μέσα. Πώς χαλάω. Τεράστια μελανά μάτια στο σώμα. Αλλά να μη γράφουν τίποτα. Μαυρίζει κι άλλο ο καπνός. Ανώφελα να πνιγώ. «Ένα γράμμα απέχει το λάθος απ’το πάθος». Μετά ξεσπά. Ξυπνώ το βράδυ. Τρέχω. Πώς μπαίνει η σιωπή στις πληγές. Στο μπαλκόνι ανεμίζει λευκή μια σημαία. Ανακωχής ή παράδοσης. Δεν έχω τι να γράψω και καταπίνω τα χαρτιά και τα μελάνια. Και είναι πεθαμένα πια. Να γίνω αυτό που θες, δε γίνομαι. Σκορπίζεται μέσα μου το μωβ. Σπαταλιέται. Γίνεται ό,τι φοβήθηκα. Από πού έρχομαι. «Ήταν γραφτό ν’αγαπήσω ό,τι μισώ». Πλανήτη έχε με αγκαλιά για να ζηλέψουν τ’αστέρια. Σβησμένα να χάνονται. Καλύτερα να κοιμηθώ έτσι όπως χάνω το μυαλό μου. Και παραμιλώ. Μπετόν έγινε μέσα μου το μελάνι. Θ’αρχίσω το κολύμπι στο χειμώνα. Ξυστά περνώ από το όνειρο και φεύγω. Τρέχω. Τι να γράψω? Τα χελιδόνια χορεύουν τώρα στο Νότο. Κι εσύ ωραία με υπερασπίζεσαι… «Δοκίμασέ με στη φωτιά και στα βαθιά νερά». Το είπα,γράφω βλακείες. Απ’αυτές έχω. Πολλές.
*τις μεγαλύτερες τις τόνισα...

δεν θα φύγω από δω-αν δεν τα χάσω πρώτα όλα



Πάρε ένα μαχαίρι μάτια μου
και κόψε αυτά που μας κρατάνε
διάλεξε την ώρα κι άφησε
όλα όσα μας γυρνάνε

Πίσω εδώ που τρέμει ο έρωτας
μέσα από σκιές που καίνε
τίποτ' άλλο με το μέρος μας
τ' άστρα μη ρωτάς τι λένε

Και που μένω εγώ
δεν θα φύγω από εδώ
αν δεν τα χάσω πρώτα όλα

όλα
στα δυο σου χέρια φυλακή
κάθε τέλος κι αρχή

Βρες εσύ το θάρρος μάτια μου
κι άσ' την φλόγα αυτή να σβήσει
ό,τι είναι να γίνει γρήγορα
πριν η ανάγκη μας νικήσει.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

μην τρομάξεις αν χαθώ



Θ΄ αλλάξω ζωή
όνομα και πατρίδα
απ΄ την αρχή
θ΄ αρχίσω την παρτίδα
Στη διαδρομή
το παρελθόν σκορπάω
μια μουσική
καινούρια σου χρωστάω

Μην τρομάξεις αν χαθώ
μη με ψάξεις, θα σε βρω εγώ
μη με ψάξεις, θα σε βρώ
μην ψάξεις
μην τρομάξεις
θα σε βρω εγώ

Κάνε μια ευχή
να μη χαθώ όπου πάω
μια προσευχή
να μάθω τι ζητάω
Στη διαδρομή
θα σβήσω ό,τι ξέρω
μια μουσική
καινούρια θα σου φέρω

στον θ.π.

ρει


Ίδωμεν πώς δρέψωνται
Τυραννικά οι ελπίδες
Από σαρκοβόρα κλαδιά
Γιγαντίου θρομβόδεντρου
Ίνα μην σαθρίσωσιν
Σε πλησμονικό χώμα αποβλήτων
Ευλαβικών υστερογράφων