Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

τακ-κατ


Καθώς έβγαινε η νύχτα, έσπασε ο πάγος της Αν και μπήκε στα μάτια του Ων. Τα μάτια θύμιζαν παλίμψηστο. Παροδίτης ήμουν σε χάρτη ανάγλυφο και προσκυνητής σε ροδοπωλείο. Οι μεγάλες οφειλές μου θα εξοφλούνταν σε λίγο, μεσούσης της διαστολής τους από αθώρητο κέλευσμα. Γειτνίαση του πάγου με τη φωτιά εφηύρε θρασύτατο μέγεθος να μετρά τη φθορά καθημερινά και το αλησμόνητο πέρας να παλιώσει ωσάν νέο χρέος στην αγχόνη.Οι ώμοι μου φιλήθηκαν από τον Ων. Είναι αργά για αβρότητες εκ του μακρόθεν. Η πικρή εκκρεμότητα θα ανήκει για πάντα στους χειρώνακτες της προπατορικής αμαρτίας. Ξέρω να εγκαταλείπω, είπε η Αν. Υπό ανέμου σαλευόμενη. Κοινώς, φύλλο στο βοριά, υπογράμμισε η Αν. Ξέρω να χάνω, παράνομη και λαθραία καθώς με εκχωρούσες πρόθυμα σε παρενθετική παρέλαση ετερωνύμων. Θα ζαλιζόμουν αλωμένη από το απρόοπτο λίκνισμα εάν τα ελκυστικά πάθη δεν φρουρούσαν με τον κραταιότερο τρόπο την περίμετρο του κεφαλιού μου. Θα μπορούσα ακόμα να μυθιστορώ τσακίσματα του κάρβουνου που συναντήθηκε με τον πάγο και παγανιστικά σχεδόν τεκμαίρεται η φθορά της αγνότητας. Αν και Ων. Σε μια κακότεχνη στέρνα φιλαυτίας έριξες κέρμα και η απαγορευμένη ευχή σαν ιθαγενής χόρεψε με ταμπούρλα πάνω από το κεφαλάκι σου. Βαμμένος από την κορφή μέχρι τα νύχια με χρώματα πολέμου. Τέλος πάντων, κόκκινο κυρίως. Εκκρεμές που ζήταγε λαμπάδες και όχι κέρματα. Καθάρισα τη φαιά καμινάδα και ο ραββίνος θεολογικά με εκφώνησε εν είδει αποφατικού θρήνου με περιβολή κορδέλας αναπότρεπτης και ανυποχώρητης ως προς την εκδοχή του χειμώνα. Αυτός θέλει το αίμα του πίσω και πιθανόν να το λάβει, ενώ θα φροντίζω τα μηνύματα του αίματος. Να τα οικειοποιηθώ τραυματισμένα εχέγγυα του ωχρού γενναίου ψέματος. Ανθεκτικά να φαλαγγίζουν τις ρωγμές που ανοίγουν στα φίμωτρα.Κύτταρο ονείρου ανάλγητο ο Ων.Επισώρευση κατάλληλου δέκτη .Πορνεία σε αρχαϊκό κεφάλι, η Αν. Να μείνει θαμμένο, φορέας του απροσχημάτιστου. Με την υποστολή της κλεψύδρας. Και την ανα[σ]τολή του αδιανόητου που μεταβάλλεται σε σκιά με φτερά. Σαν επισφαλής ρόγχος. Απόρρητος λυσιτελής. «Μαλακός σαν μέδουσα», αλά Αντρέ Μαλρώ ν’αυτοδιαλύεται. Στο βλέμμα λαμπυρίζει ο φάρος της Αν και στης νίκης του την ψευδεπίγραφη ανέσπερη φουρτούνα τα επιμέρους αποκτούν χαρακτήρα εκπυρσοκρότησης του Ων. Να αναμένεται ο απών και ο παρών στα ευτελέστερα συμπόσια και να συμφύρεται κατά φρικώδη συγκυρία ο κορεσμός. Τρωκτική επιτάχυνση της φοράς μου στην έλευση θεωρού της μοιραίας φούσκας.

Όπως μούγκριζε η μέρα η Αν είπε τις τελευταίες λέξεις στον Ων.
«Δώσε μου πίσω τα μήλα και τα τριαντάφυλλα.»
Εκείνος δεν υπάκουσε και η Αν του έβαλε ξανά το φίμωτρο.
Τικ τακ τικ τακ τικ τακ
Τακ τικ τακ τικ τακ τικ