Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

να ένα μήλο!

Δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν έχω τι να γράψω. Θέλω να φάω τα χαρτιά. Να καταπιώ μονορούφι τα μελάνια. Να μπουν κάτω από το δέρμα. Να φτιάξουν μώλωπες. Να με κοιτούν από μέσα. Πώς χαλάω. Τεράστια μελανά μάτια στο σώμα. Αλλά να μη γράφουν τίποτα. Μαυρίζει κι άλλο ο καπνός. Ανώφελα να πνιγώ. «Ένα γράμμα απέχει το λάθος απ’το πάθος». Μετά ξεσπά. Ξυπνώ το βράδυ. Τρέχω. Πώς μπαίνει η σιωπή στις πληγές. Στο μπαλκόνι ανεμίζει λευκή μια σημαία. Ανακωχής ή παράδοσης. Δεν έχω τι να γράψω και καταπίνω τα χαρτιά και τα μελάνια. Και είναι πεθαμένα πια. Να γίνω αυτό που θες, δε γίνομαι. Σκορπίζεται μέσα μου το μωβ. Σπαταλιέται. Γίνεται ό,τι φοβήθηκα. Από πού έρχομαι. «Ήταν γραφτό ν’αγαπήσω ό,τι μισώ». Πλανήτη έχε με αγκαλιά για να ζηλέψουν τ’αστέρια. Σβησμένα να χάνονται. Καλύτερα να κοιμηθώ έτσι όπως χάνω το μυαλό μου. Και παραμιλώ. Μπετόν έγινε μέσα μου το μελάνι. Θ’αρχίσω το κολύμπι στο χειμώνα. Ξυστά περνώ από το όνειρο και φεύγω. Τρέχω. Τι να γράψω? Τα χελιδόνια χορεύουν τώρα στο Νότο. Κι εσύ ωραία με υπερασπίζεσαι… «Δοκίμασέ με στη φωτιά και στα βαθιά νερά». Το είπα,γράφω βλακείες. Απ’αυτές έχω. Πολλές.
*τις μεγαλύτερες τις τόνισα...