Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

ψέματα χωρίς


Απέναντι κοιτάζω. Η δύση σκουρόχρωμη βυθίζεται αργά στο κοβάλτιο. Μαζί με τις ακέραιες αντιθέσεις αυτής της πόλης. Είμαι κι εγώ κάποια-αντίθεση- που διάλεξε να την ακολουθεί αυτή η πόλη. Η Μεσόγειος πίσω από την Κορνίς,φέγγει. Απόκοσμα φέγγει.Στο τώρα. Και στο άπειρο. Η γραφή βαδίζει γρήγορα, μυστήρια. Σχεδόν χωρίς σκέψη. Πρώτη φορά συμμαχώ μαζί της. Πρώτη φορά δεν τη μάχομαι. Χωρίς σκέψη ξεκλειδώνονται όλες οι σκέψεις. Να που είμαι εδώ. Δεν μου μιλάς πια. Δεν μου παραπονιέσαι. Πώς γίνεται να είμαι εδώ και να σκέφτομαι εσένα που άφησα πίσω? Συμμαχώ λοιπόν με τη γραφή. Είναι η μόνη που μου συμπαραστέκεται σ’αυτόν το δύσκολο πόλεμο με τη σκιά σου. Με καταδιώκει. Παντού παρούσα. Στη Μεσόγειο. Στα φώτα. Στο σκοτάδι. Στην Κορνίς. Στο σεντόνι. Στον καθρέφτη. Στο συρτάρι. Δεν έχω τίποτα δικό σου. Τώρα το σκέφτομαι. Τίποτα. Ούτε ένα μακό, ν’ακουμπάω πάνω του. Στο μανίκι του να χωρέσω την ομορφιά και τις μυρωδιές αυτού του σούρουπου. Χίλιες φορές είχαμε πει πως μαζί θα τη ζούσαμε αυτή την ώρα. Εδώ. Δεν έχω τίποτα δικό σου ν’αγγίζεται. Κοιτάζω το φως. Μαύρο. Το νησί. Το Φάρο. Το βράδυ. Γυμνό και ξάστερο. Ζέστη υγρασία και φθορά. Κάτω από τα πόδια μου λάμπει βραδινός ένας ολόκληρος κόσμος. Ο κόσμος που θα μοιραζόμασταν. Αλλά τι να τον κάνω? Δεν είσαι εδώ,η νοσταλγία σου,αυτή με κρατάει ζεστή. Είναι επειδή φαντάστηκα αυτόν τον τόπο, αυτή την πόλη μ’εμάς μέσα της. Μας χώραγε. Απλά. Σαν όνειρο. Αγαπημένα. Γιατί δεν έχω τίποτα δικό σου? Πες.Ο χρόνος τελειώνει. Δεν πρέπει να σε σκέφτομαι. Είμαι κι εγώ μέσα στην κλεψύδρα και κυλάω, άμμος κινούμενη. Ρευστή κι εγκλωβισμένη. Πάσχω από έναν ιδιόρρυθμο αναλφαβητισμό. Να μην μπορώ ν’αναγνωρίζω αντικείμενα και ανθρώπους παρά μόνο με την αφή. Δεν μπορώ να χαρώ την αλεξανδρινή νύχτα. Το τοπίο με περιβάλλει, με προστατεύει από το αλγεινό παιχνίδι πολέμου που διάλεξα. Που διάλεξες. Δεν έχω τίποτα δικό σου. Ένα χαρτί έστω που να γράφει πώς ένιωσες κάποτε, πολύ μακρινά…,για μένα. Δυο πουλιά στο ίδιο σύρμα. Κοιτάς τη Δύση. Εγώ την Ανατολή. Αλλά ούτε εσύ ούτε εγώ πετάμε. Χωριστά δεν πετάμε. Ούτε τα βλέμματά μας συναντιούνται…πώς περιμένεις εμείς…Αν ήσουν εδώ θα περπατάγαμε πλάι πλάι στην παραλιακή. Η θάλασσα δίπλα. Όλη η θάλασσα. Θα την ανασαίναμε βαθιά. Μαζί θα την εισπνέαμε. Και ναι. Θα έμπαινε η αλμύρα της μέσα μας. Θα μυρίζαμε το άρωμα από τα σουκς, λιβάνι με κέδρο και σανταλόξυλο. Τον καπνό από τους αργιλέδες. Ωραία που θα ήταν αν ήσουν εδώ. Θα ήμασταν πολύχρωμοι. Και μπορεί να με κράταγες για λίγο στην αγκαλιά σου. Για λίγο μόνο. Δεν θέλω αγκαλιές. Το χέρι σου ν’αγγίζει τα μαλλιά μου.
Φύσηξε λιγάκι. Ξαφνικά. Έφερε στο μπαλκόνι δυο τρία πέταλα βελούδινα από κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Θρόισαν δίπλα μου. Λες και με κάλεσαν. Σκύβω τα μαζεύω. Τα μυρίζω. Μοιάζουν ζωντανά. Μπορεί και να μου τα έστειλες, σκέφτομαι. Ίσως με σκέφτεσαι. Όχι. Θ’απαγκιστρωθώ κάποτε απ’αυτή την πλάνη. Πως τάχα με σκέφτεσαι. Ψέματα.Συρματόπλεγμα ηλεκτροφόρο υπάρχει ανάμεσά μας. Γιατί? Μπλέκομαι μέσα στο συρματόπλεγμα. Θέλω να το περάσω. Να σε φτάσω. Είσαι απέναντι. Δεν με νοιάζει τι θα πάθω. Μετά, με κρατάει πίσω η δική σου ψυχρότητα. Ο ορθολογισμός σου. Η εκλογίκευση όλων. Τι αντίφαση! Να καίγεσαι για να συναντήσεις κάποιον, να μη σε νοιάζει που καίγεσαι και να αγγίζεις τον πάγο του. Το φως χαμηλώνει στη αλεξανδρινή Μεσόγειο. Μαύρος ήλιος. Μαύρο φως. Μαύρη η Μεσόγειος. Ενώ φέγγει μαύρα.Από το βάθος ακούγεται ούτι. Ο αμανές του φτιάχνει μια εικόνα. Ψέματα. Εγώ τη φτιάχνω. Εσύ κι εγώ στη μέση των αναστεναγμών. Αγκαλιά. Ψέματα. Όχι αγκαλιά. Δεν θέλω αγκαλιές. Είμαστε κοντά. Οι ώμοι μας μόνο αγγίζονται κάπως. Δεν αντέχεται το δειλινό χωρίς τίποτα δικό σου. Μήπως όλα είσαι εσύ? Σκαλίζω στον τοίχο στιγμές με τα χέρια. Φεύγουν οι στιγμές. Πού να τις σημειώσω? Υπάρχουν ρούχα απλωμένα στα σχοινιά. Βλέπω εμάς απλωμένους στα σχοινιά. Πέταλα χρωματιστά κρεμασμένα στα μανταλάκια.
Γιατί όποτε ερχόμουν δεν ήσουν εκεί? Γιατί όποτε ερχόσουν έφευγα?
Αν ήταν να έρθω ως εδώ για να παραδεχτώ πως σ’αγαπώ και φεύγω…
Αν ήταν να έρθω ως εδώ για να πω πως σ’αγαπώ και «αδιαφορώ»…Ο χρόνος τελειώνει. Η σελίδα το ίδιο. Δεν έχω κανένα επιχείρημα. Άοπλη όπως πάντα πηγαίνω στον πιο άγριο πόλεμο. Χωρίς ασφάλεια. Χωρίς ενδεχόμενα. Πώς περιμένω έτσι αφοπλισμένη, μ’ένα χωρίς στην χούφτα να κατακτήσω τον κόσμο? Ψέματα. Δεν μου καίγεται καρφί αν θα κατακτήσω τον κόσμο. Εσένα, με νοιάζει. Μπορώ? Θέλω. Χωρίς τίποτα. Ψέματα. Χωρίς ψέματα Σεβάχ.




βραδινή Αλεξάνδρεια,
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2020


Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

χαράζει


Το νύχι μου χαράζει το σαπούνι
Το μάρμαρο –βέβαιο είναι- δεν μπορεί
Σκληροί είναι του ανάλγητου οι σπιούνοι
ανάλογα η ψυχή τους, πιο σκληρή

Κλίμακα Μος ο Τάλκης, το Διαμάντι
Πρώτος ο ένας, το άλλο ουραγός
Μ’από του θέρους το θολό αγνάντι
Φαίνεται μόνο χαλαζίας ουρανός

Αυτά το νύχι δεν μπορεί να τα χαράζει
Μόνο να σέβεται φθορίτες ατραπούς
Πρέπει ν’αποφασίζει μόνο το τοπάζι
Αν άφοβα θ’αντέχει χαραγμούς

Οφείλω εδώ, ευθύς να διεκδικήσω
Το θράσος να προβάλλω ποιητής
Το πoιή ή το τις αλήθεια να κρατήσω
Ή μήπως να προτάξω το «ασπίς»?

Θα ήθελα να είμαι τώρα ο κάποιος
Ανώνυμος ξυπόλητος, τινός
Αν θα ποιώ το ήθος του αντάξιος
Όμως κανείς δεν είναι κανενός

Πικρή αλήθεια τι μπορεί να διυλίζει
Ο κάθε τις, ο κάθε ποιών τι
Αν με μια πρώιμη λάμψη αρχίζει να ευνουχίζει
Ή αν η μοίρα του, αυτή του ασκητή

Ανέμελα γυρνώ ακόμα ,διότι
Δεν θέλω να με κράζουν ποιητή
Κάλλιον αδόκητης αβύσσου ιππότη
ή πότη των ονείρων σε ειρκτή

Δε φταίει το νύχι που τον άστριο δε χαράζει
Φταίει το άστρο που πιο κάτω δεν κοιτά
Είναι θαρρώ και κάποιο πιο θαμπό,μου μοιάζει
Σαν τον Διόνυσο μικρό να μπουσουλά

Από μικρή ξυπόλητη εγώ στα μαύρα κάστρα
Φθαρτή κι απόλυτη στις εσπερίες καιρών
Και η βακχεία συνοδός σε τρύπια άστρα
Μαινάδα προκυμαίων αναφορών

Κοιτάω ψηλά εκεί που σώζεται η αλήθεια
Κι ο ποιητής δεν ξέρει πάλι τι ζητά
Να’ναι το πι ,το τι από αμυχή ή συνήθεια
Να’ναι το αόρατο και το ορατό ποιητά?

Κοιτάω μαζί με κάποιους άλλους το σκοτάδι
Εκεί μπορούν κορούνδια, γύψοι, αστερωτά
Να μονιάζουν ακίνδυνα στο πιο πυκνό υφάδι
Να μη χρειάζονται διαρκώς διαζευκτικά

Μία να είναι μόνο η ση ουσία
φαιά ρωγμή ν’ανοιγοκλείνει σιγανά
Ν’αφήνει φως η ατέρμονη αιθρία
Αιωνιότητα λοξή η κληρονομιά

Βλέμμα της ίριδας υποδοχή στο βλέμμα
Οξύ αισθητήριο, ο διαμελισμός
Αχανές όριο –ποτέ δίπολο- το αίμα
Εκμηδενίζεται ο αντιπερισπασμός

Δεν ξέρω αν είναι οι ποιητές η μαρτυρία
Αφήνει ο θάνατος σημάδια στη φωτιά?
Έτσι κι αλλιώς η πιο κρυφή αυτοψία
Θα’ ναι για πάντα του τρελού η εσχατιά

Φοβάται κρύβεται ο πι ή ο τις στη μνεία
Φυλακισμένος στης λεξούλας τη φωνή
Άδικο δίκιο, μα ποια είναι η ελευθερία
Για κάποιον που όρισε εαυτόν του ποιητή?

[Ό,τι του δείξει θραύσμα του παυσίλυπου?καθρέφτης…
Δήμιος που αιώνες το μυαλό του κυνηγά
Να το χαράζει με νυχιές του άτρωτου κλέφτης
Αυτός που μόνο λ-έξεις διά παντός θα κυβερνά]

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

έρημος [κόκκινη]


Άμμος
σκυμμένη πάνω στ’άστρα της
σπαταλά την έκλειψη μίσους
στο βλέμμα πάνθηρα

τελευταία θνητή αναπνοή
κρυφά ο αμμόλοφος στέργει θεό
και φόβο της λέξης

ας χορέψει η πλήξη πάνω από σώμα έρημο
απόκληρο αίμα σε ακτινοβόλου
μυαλού την άμμο
θάβεται σπασμένη η χαρά
ο Νείλος λεπίδα
στου καιρού τα ερείπια

έκφανση παραδείσου
στην κόγχη της μαρμάρινης ίριδας αγάλματος
Κούρος

Ας χορέψει ο παράδεισος πάνω στο σκελετό του

Με εκπνέει ο Νείλος
Με βρίσκει ο κεραυνός
Αιχμάλωτη σέρνω τη βουβή λέξη
Στο πανηγύρι της κόκκινης άμμου
κόκκινη θελκτική σαν ψέμα
Σαν κάθε ιστορία παράλογη
Σαν κάθε αρχή και τέλος

Κρουστά χαρτιά πέταλα αφρισμένα
εκατομμύρια κόκκοι κόκκινοι
θάλλουν σε περίγειες πυξίδες
που δείχνουν πάντα
τη συμπύκνωση του απείρου


"οι γκρεμοί έχουν όμορφα χείλια"


στον π.Π.Κ με αγάπη

κι ένα βαθύ ευχαριστώ



Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

Του-Λουζ(r)


Τουλούζ…
Προχθές ξύπνησα βράδυ. Το σκοτάδι ήταν δύο, το ένα πηχτό, πιο πυκνό από το συνηθισμένο,το άλλο, αραιά ομιχλώδες, όμως δύσβατο. Αντηχούσε κάτι ωμό από ένα βαθύτερο θηρίο-μια σιγανή κραυγή-, αδιευκρίνιστο. Εκεί στο μεταίχμιο δύο συστατικών σκοταδιών, δίψασα.
Δεν σηκώθηκα αμέσως. Έμεινα στο κρεβάτι, παρατείνοντας τη δίψα μου-έτσι κάνω πάντα για να ξεδιψάω πιο πολύ με το νερό-καθηλωμένη από μια αίσθηση που με κρατούσε δέσμια. Καθώς έψαχνα να βρω τι ήταν αυτό που σαν αλυσίδα είχε δέσει το σώμα μου και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, συνειδητοποίησα πως οι παλάμες μου ήταν σφιγμένες σε γροθιές. Ακριβώς όπως εκείνες των νεογέννητων που είναι τόσο σφιχτά κλεισμένες που όση δύναμη και να βάλει ένας μεγάλος- ακόμα κι ένας «ταχυδακτυλουργός» θαρρείς, δεν μπορεί να τις ανοίξει. Συχνά στον ύπνο μου σφίγγω μ’αυτόν τον τρόπο τα χέρια μου. Δεν μπορώ να εξηγήσω τόσο απλά, πόσο κακό είναι, αλλά θα έλεγα πως μοιάζει με προκρούστειο βασανισμό. Για τα μωρά έχω ακούσει πως είναι ανασφάλεια μπροστά στον άγνωστο και απέραντο κόσμο,τον οποίο καλούνται να γνωρίσουν και ν’αντιμετωπίσουν. Για μένα όμως τι μπορεί να σημαίνει? Πιθανολογώ πως είναι ένας φόβος-όχι κατ’ανάγκην ορατός ή συνειδητός- μεταγενέστερος αυτού της ανασφάλειας. Και είναι αυτός που ανακύπτει αφού έχεις γνωρίσει και αντιμετωπίσει μέρος αυτού του άγνωστου κόσμου, της άγνωστης ζωής. Επιχειρώντας να εξηγήσω αυτό που μου συμβαίνει αφέθηκα σε συνειρμούς που κατακλύζουν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και της νύχτας μου. Με μεταφέρουν σε κόσμο μακρινό. Σ’ένα σύμπαν-μήτρα όπου οι αδυναμίες και τα πάθη καλούνται θεϊκές καταβολές. Ρίζες υπό χθονός. Κάποτε είναι παράλογοι. Κάποτε συνδέονται δυναμικά με μια λογική αλληλουχία συμβάντων που δρουν στην καθημερινότητά μου. Σηκώθηκα τελικά να πιω νερό.
Αδιέξοδα διάψευσης-λες και ξέπλυνε τη φαντασία το νερό- της αρχικής αίσθησης των συνειρμών πως θα με βγάλουν στη Μήτρα και αυτή τη φορά, με γύρισαν στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά. Η σκέψη χάθηκε στα βάθη της άγνοιάς μου να μεταφράζω ψυχικά φαινόμενα κατά το δοκούν…Το οράν είναι υπέρ πάντων και υποκινεί το αντίστροφο θέαμα των προσποιήσεων. Το συγκινησιακό μέγεθος που εξάγεται από το οράν κινείται με αυθάδεια. Υποτιθέμενα έγκυρο. Ωστόσο αβαθές, ασυγκίνητο και μονοσήμαντο.Το αόρατο είναι αεροστεγές και απόρθητο. Η ακύρωσή του ακολουθεί διότι η δεξιότητά μου να το ανακαλύψω και να το αναλύσω, περιορίζεται από αμέριμνους-ειδικούς φόβους. Αφήνομαι στο σύστημα των απλουστεύσεων. Αυτό που λέει ότι το ψάρι που κολυμπά ανάμεσα στα κτίρια στο Arizona dream είναι απλώς ένα εφέ του οράν, δεν συγκρούεται με καμιά ύποπτη πραγματικότητα. Το χέρι της νεκρής νύφης που βγαίνει από το χώμα είναι μια δυναμική και επιδεικτική κυκλοθυμία του Τιμ Μπάρτον και ποτέ μια αλληγορία υπόμνησης της αλληλογραφίας μας με τους νεκρούς που είναι ζωντανοί. Τα κενά μνήμης στο Νεκρό του Τζόυς, είναι ιδεολογικά φετίχ και ποτέ οφειλές αξιόπιστες στις τραυματισμένες μας μνήμες.
Τουλούζ…δεν υπήρξατε εκεί. Δεν το υποσχεθήκατε και πάντα περιμένω από τις μη υποσχέσεις να τηρούνται. Έτσι θα γίνει. Όσο δηλητηριάζει τις μέρες μου,-όχι τις νύχτες-, η αίσθηση της μακράς απουσίας σας από τη ζωή μου, τόσο εκείνη, η άλλη αίσθηση, η κοντά στο παράθυρο θα απλώνει μέσα μου χωρίς απαντήσεις, χωρίς εξηγήσεις. Θα μακροημερεύει σε ολάνοιχτα τοπία θλίψης και συγκατάβασης στους παράδοξους ερωμένους της φυγής.
Θα προσυπογράφει το βλέμμα-η εξασθενημένη σας όραση- στο μη δεδομένο. Θα παρηγορείται η παρακμιακή ζάλη από τον καθαρό αέρα. Και η βροχή θα συνιστά ακαριαία το τέλμα της μελαγχολίας μου που δεν μου δώσατε κανόνες για να παραβώ. Που δεν μου δώσατε αξιοπιστία για να τη διαψεύσω. Που δεν με τροφοδοτήσατε με απαντήσεις για να τις ακυρώσω. Που δεν μου είπατε το θέλω για να σας το φτιάξω αθέλητο. Που δεν αγαπηθήκαμε παρά από τη σύγκρουση. Που το εύθραυστο μέσα μου έγινε άβατο.
Και η γελοία κατάχρησή του επισύρει τη διακωμώδηση από το ανώδυνο.
Τουλούζ θ’ανοίξω τις σφιχτές παλάμες μου, τα βράδια, στον ύπνο, εκεί που το έγραψε η μοίρα να συναντιόμαστε, θα πιούμε ναπολεόν, στο δάσος της Βουλώνης, θα φορώ φόρεμα εποχής περασμένης –«σαν Αλμπερτίνα, σαν Ζυστίν ή σαν μικρή Εβραία ανθοπώλις»-θα ξενυχτήσουμε στο Μουλέν Ρουζ καπνίζοντας άφιλτρα γκολουάζ,
διασχίζοντας σαν ανεμόπτερα τις αρχιτεκτονικές του υπέργειου κόσμου-εκεί δεν χρειάζονται πόδια, μόνο φτερά, έτσι θα πετάξετε στον αέρα το μπαστούνι…-
θα μπούμε μετά στο πλοίο των τρελών του Μπος-ακυβέρνητο-, κάνοντας αφαίμαξη στους αιώνιους πειρασμούς του Σαιντ Σιμόν…
θ’ανοίξω τις παλάμες μου,μόνο για να χαϊδεύουν το κουτσό κουτάβι που περνάει με φόβο το δρόμο, μόνο για τις εύθραυστες αρθρώσεις σας που στερήθηκαν το χάδι, για τα δύο απαλά σαν πάνινης κούκλας πόδια σας…
θα σας δω στον ύπνο μου απόψε,ναι εκεί,στο ίδιο πάρκο στο ίδιο παγκάκι ,στη Μονμάρτη, τα περιθωριοποιημένα μας, εκκεντρικά σώματα, θα είναι πάντα το αγκάθι στις παραμορφωμένες συνειδήσεις και θα τις πονάνε σαν αφροδίσιο νόσημα, σαν σύφιλη.

Τουλούζ…τις δυσπλασίες και τις ατέλειες όλες ,αγαπώ. Επειδή σε σας μόνο ταιριάζουν.

Je serai toujours ici pour-maudi- toi


το κείμενο είναι η συνέχεια αυτού εδώ
και αφιερώνεται στο enfant rate και στον αλαφροίσκιωτο

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

τα ξωτικά


Σε ποια σκιά τα μάτια σου θολώνουν
μικρό πουλί σ' αγάπησα πολύ
τα βήματα στα κύματα βουλιάζουν
να 'σουν εδώ να σε βρει η ανατολή

μέσα στα ρούχα μου σε κρύβω σαν φωτιά
να 'χουν να λεν πως δε σε γνώρισα ποτέ
όνειρο είναι η ιστορία μας καρδιά μου
τα ξωτικά γυρνούν τις νύχτες συντροφιά μου.

Δωσ'μου το φως κι ας κάνω πως δεν είδα
δωσ' μου νερό να σβήσω τα βαριά
ό,τι έχει μείνει μέχρι εδώ απ' το κερί μου
είναι τα μάτια σου που καίνε σαν φωτιά

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

καθαρόαιμη αυτουργία


O πίνακας tango είναι έργο του k.t.kouk

Ο Rudolf ήταν το άλογό μου
Τον κοίταζα ώρες ολόκληρες να πιπιλίζει
Με ευδαιμονία
Κυβάκια ζάχαρης που του έβαζα στο στόμα…
Και μετά να φιλάει την αγαπημένη του Φεϊρούζ…
Χωρίς αμφιβολία παρέπαιαν και οι δύο
Πάνω στο φιλί…
Ο Rudolf έγερνε μαλακά
Πάνω στη Φεϊρούζ
εκείνη λύγιζε το κορμί προς τα πίσω
Σαν σταρ του κινηματογράφου
Της δεκαετίας του ‘60
Τόσο πολύ ώστε να σχηματίζει
Μια γλυκιά
μαλακιά τεθλασμένη…

O Rudolf χτυπήθηκε από βαριά νόσο
Την ώρα που ξεψυχούσε
Η Φεϊρούζ έγειρε μαλακά επάνω στο σώμα του
Σχηματίζοντας μια γλυκιά , μαλακιά τεθλασμένη



από την ανέκδοτη συλλογή : κηδείες



αφιερωμένο στον k.t.kouk
ευχαριστώ για όλα για μια ακόμη φορά




Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

αμφίβιο


Ρώτα με ό,τι θες Τουλούζ. Περιμένω την πρόταση γάμου. Γιατί σε κουτάκια καθωσπρεπισμού δεν κρύβομαι. Μόνο σε ρολόγια. Στο μεγαλείο των μαύρων ωρών. Ανεβασμένη στο μεσάνυχτο αγκάθι των λεπτοδεικτών. Τι δείχνουν…Τι φαίνεται?
Περίμενέ με ανεβασμένος στο άλλο βέλος. Θα παίξουμε. Μπορεί να κάνουμε και τραμπάλα. Όταν φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν, είναι καλό. Άκου Τουλούζ…
Είναι μερικοί άνθρωποι σκούροι και στεγνοί. Μην είσαι τέτοιος. Είναι μερικοί καλωδιωμένοι,λες,συνδεδεμένοι με κάποια αισθήματα. Όταν τους βγάλεις από την πρίζα,όταν τους τραβήξεις τα καλώδια, δεν λειτουργούν τα αισθήματα.
Να ,δες έξω. Ένας φτηνός τοίχος. Μια μάντρα γκρεμισμένη. Ένας συναγερμός αυτοκινήτου. Ένα φανάρι. Ένα γυάλινο ποτήρι. Έτσι είναι. Δεν έχουν καμιά διαφορά. Εγώ λέω πως γι’ αυτό το κουτσό κουτάβι που περνάει τώρα τρομαγμένο το δρόμο,γι’αυτό,ναι, αξίζει να πεθάνω.
Η Αλήθεια με ρουφάει καμιά φορά Τουλούζ. Θα με βρει κανείς να ζω σ’εκείνο το μικρό αμφίβιο. Θα χωθώ μέσα του και θα ζήσω εκεί για πάντα,λέω,όταν τα βέλη των λεπτοδεικτών με προδίδουν. Στις φλέβες, σ’αυτά τα κυανά ρεύματα, στα χλωμά ποτάμια. Το αίμα να φυλάξω. Τα πράγματα δεν κλαίνε. Μπορεί να ξηλώνονται, να λυγίζουν, να ραγίζουν, να σαπίζουν αλλά δεν κλαίνε. Ρώτα με ό,τι θες Τουλούζ. Θα σου πω. Παίζω ζάρια με τον ήλιο. Δεν κρύβομαι σε κουτάκια. Άλλα βλέπω εγώ και άλλα οι σκούροι, στεγνοί άνθρωποι. Ας πούμε,βλέπω της νύχτας το πουλί,βλέπουν άψυχο Οκτώβρη. Βλέπω τον ήλιο το πρωί, βλέπουν καμμένο φιλμ. Βλέπω κρύσταλλο,βλέπουν χαλκό. Ακούω τη φωνή του αηδονιού, ακούν τον χτύπο του αμονιού. Έλα στην κιβωτό μου Τουλούζ. Μη μου πεθάνεις. Μόνο κάνε γρήγορα γιατί με πιάνει υπογλυκαιμία.

Ρώμη.
Kάσια,Νοέμβρης 2003

photo:narcis virgiliu

αφιερωμένο στον Παναγιώτη Κονιδάρη
ευχαριστώ


Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Πι


Τι είδους δολοφονία είναι αυτή. Σημάδι κανένα. Από πουθενά. Το βράδυ αφρίζει. Τρώω τα νύχια μου. Στο δίπλα διαμέρισμα ακούνε δίσκο του Σινάτρα. Εγώ τη Μαντάμ Μπατερφλάι. Ανακατεύονται εμετικά ο Σινάτρα με την Μπατερφλάι. Ξερνάω νύχια. Ο Σινάτρα επιμένει forget domani. Ξύπνα mafiozo. Όλοι το ίδιο λέμε. Το αύριο όμως μας καταδιώκει. Φόνος από παντού. Το τώρα φόνος. Το βράδυ που αφρίζει φόνος. Επιληπτικό βράδυ και το domani ξεχασμένο. Απειλητικό. Τρώω κι άλλα νύχια. Ο φόνος ήρθε. Από πού? Από κάπου αγαπημένα. Ωραία. Παίρνω το σκαλίδι. Χαράζω στο πάτωμα λέξεις. Λέξεις από Πι. Μόνη τα βράδια. Το μόνο που αντέχω είναι η Μαντάμ. Αυτή είναι από μόνη της χαραγμένη. Τώρα που ζευγάρωσε με τον Ιταλό Φράνκι μου τη δίνει. Τη βγάζω από το πικάπ. Της χαράζω πολλά αυλάκια με το τακούνι μου. Θροίζει σαν στοιχειό. Μασάω τα μαλλιά μου. Συνήθεια από το Δημοτικό. Ή θα τα στρίβω ή θα τα μασάω. Άλλη χρησιμότητα δεν έχουν. Διάπλασις των παίδων. Κι άλλη τούφα στο στόμα. Σαλιωμένη. Κι άλλα στοιχειά. Έχουν διάθεση για πόλεμο στα χαρακώματα. Η διαίσθησή μου ξυπνά. Είναι που σταμάτησε κι ο Σινάτρα που την αποκοίμιζε. Αντιδρώ εκ των προτέρων. Προληπτική ιατρική. Ενοχλούμαι από τους ανθρώπους που υποκρίνονται τους ανθρώπους. Είμαι ένα ζωντανό ηλιοφώτιστο κοράλλι. Ένας ομιχλώδης δακτύλιος γύρω από εξαφανισμένο βουνό. Δέομαι στο βουνό να με παρασύρει στο μεγάλο κανάλι της θάλασσας. Δεν έχει έλεος για κανέναν το βλέμμα μου. Ούτε για μένα. Δεν θέλω να με λένε Ελένη, Αντιγόνη,Οδυσσέα. Θέλω ν’αρχίζει το όνομά μου από το σύμφωνο Πι.
Και σαν φράχτης να με περιβάλλει. Πι. Αναπαραγωγή του διχασμού. Πι. (Αγαθοδαίμονας.) Πι. Παραφροσύνη. Πι. Πλεονεξία. Πι. Ποιητής. Εδώ ας γελάσω. Πι πι βραχνό. Καταργώ το ευάλωτο παρασκεύασμα. Το εκκλησίασμα των στοιχειών θροίζει. Θα γίνεται χορός στο νεκρομαντείο του Αχέροντα. Χορός γίνεται όταν ξεριζώνεις το θάνατο από το δέρμα. Πι. Πλαστογραφία. Πι. Παρθένος. Για να έρθουν βιαστικοί Ποιητές. Πι. Πολλαπλασιασμένοι. Πι. Και Πρόσφυγες. Θέλω να με λένε τίποτα. Τίποτα θέλω. Το τίποτα είναι το μόνο που συσπειρώνεται γύρω από μια πληγή. Να κλείσω στο φέρετρο τον Φράνκι με τη Μαντάμ. Δυο παρατεταμένοι νεκροί. Αποχαυνωμένοι να χορεύουν. Δεν έχω έλεος απόψε για κανέναν. Ούτε για μένα.


το κείμενο είναι γραμμένο για το enfant rate και την pandiony
και αφιερώνεται σ'αυτούς
photo:yuri bonder

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

άγρια φτερά

Ο πίνακας, "η πτώση του Ικάρου", είναι έργο του Αλέξανδρου Ανδρουλάκη(Σολωμάντζαρος).
Τον ευχαριστώ ιδιαίτατα για την πολύ ευγενική παραχώρηση.


Λύστε με άγρια φτερά αλλιώς από ύψος πιο φτηνό
Θα πέσω εγώ στο χώμα λύστε με τώρα που μπορώ
Ταπεινή να γράφω τροχιά γύρω απ’ωλένη και καρπό
Στο ύψος του αγκώνα και από χέρι αριστερό
Να πιάνω τη φωτιά
Και να μιλάω στη ζωή για θάνατο
Στο θάνατο για μνήμη
Κι όση γοή που μού’μεινε ως να θρηνώ το βένθος
Και να’ναι σκήνωμα η γραφή απ’το αιώνιο της φυλής μου το αέτωμα
Απ’το αιώνιο της ζωής μου το πλευρό λίγος πηλός κι εγώ…

Όσο κι αν μοιάζει ανήκουστο
Ένα χλωρό κλωνάρι
Που όπου κι αν το φυτέψεις δίψα θα βγάζει η ρίζα του
Και δίψα θ’αναβλύζει όσο η γη γυρίζει
Μα μια δίψα αλλιώς που φέγγει κι από το άλγος της ποτέ
Στεγνό πουλί δεν βγαίνει πάντα βρεγμένο από πνοές
Εκείνων που χαλούσαν τα σχέδια σε όσες φτυαριές
Την απειλή βαρούσαν και ρυθμικά χτυπούσαν
Στ’άγνωστο αυτό το φτερωτό θα θύω τη χαρά μου
Κείμενο στις ασπίδες των όρκων –ριπές-
Που γύμνωναν τη μνήμη τους πούπουλο και σκαλίδι
Κι ανάλογα σημαίνανε καμπάνες κραταιές
Από τη φλούδα ανάμεσα κι από το μέσα χάος
Υπάρχει κήπος δροσερός

Λύστε με λύστε με φτερά-μη λιώσετε ακόμα-
να δείξω τις οργές μου προλαβαίνω?
Που μου τις δάγκωναν αργά σκυλιά και δοξαστές
Από τις αστερότρατες να φέξει το σκοτάδι-πυροφάνι
Κι απ’τις πολλές μου τις αφές επάνω στα χαρτιά
Τη δικαιότερη να βρει εκείνο το σημάδι
Που δείχνει πως η σφαίρα τους με βρήκε στην καρδιά

Σκιές όποιος κι αν έσπειρε κει που μπορούν να γιατρευτούν
στα δάχτυλα ανάμεσα που έγραψαν παραδείσους
Κι έθρεψαν με κινήσεις τους τις πιο αδρές γραμμές
Αντιμήνσιες - δίσταζαν να βρουν το ουράνιο φως τους-
αμέριμνες στα έγκατα στον ολοκαυτωμό τους
Εκεί το δάμαζαν συχνά το ανήμερο θεριό τους
Ώσπου το ημερέψανε και αυτό τους εγκατέλειψε
Σε μια αιώνια αναμονή
Με τόση αγνωμοσύνη
Προσδόκιμου του λάφυρου απ’την απαγωγή

αποσπάσματα από τα άγρια φτερά

αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Ανδρουλάκη-Σολωμάντζαρο

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

Πέννυ Μηλιά


Χρυσόμυγα

Πάλι έδεσα τα πόδια μου
Στην κλωστή σου

Δεν θα κάνω παιδιά
Υπνωτίζουν

Δεν θα έχω χαλιά
Καταπίνουν τις σκέψεις μου

Τα κρεβάτια αιχμαλωτίζουν το σώμα
Αιώνια θα ξαπλώνω

Η τηλεόραση επιπλέει
Δίχως να γεννά
Καμία ανάγκη για αγάπη

Δεν θα έχω βιβλία
Ξεραίνεται μέσα τους η αλήθεια
Όπως στα φυτολόγια

Θα έχω μόνο πόδια
Να τρέχω μακριά
Από όσα χρειάζομαι


Delete

Να μου λεγες αντίο
με μια γροθιά

Να μου λεγες αντίο
με μια αλήθεια

Να μου λεγες αντίο
δίχως ψεύτικα αντίο

Να μου λεγες αντίο
δίχως να ξέρεις πόσο θα σε πονέσει

Να μου λεγες αντίο
σα σιωπηλή μπαλαρίνα
που θρυμματίζει τα δάχτυλά της στην τελευταία στροφή της ζωής της
χωρίς να το υποψιάζεται πως δεν θα σταθεί όρθια ποτέ ξανά

Να μου λεγες αντίο
απλά και δύσκολα, όπως είναι.

Να μου λεγες αντίο
χωρίς όλες αυτές τις βαρετές παρομοιώσεις επικοινωνίας

Να μου λεγες αντίο
χωρίς καμία εξομοίωση πόνου

Να μου λεγες αντίο
και να άντεχες την ιδέα πως είσαι ο πόνος για μένα,
για το σώμα μου και για ότι έχει ήδη αναλυθεί σε δάκρυα προτού καν εσύ ανασάνεις για πρώτη φορά δίπλα μου
νύχτες, αιώνες μακριά, μες στους παλμούς, στη μουσική, μες στα παλιά σκοτάδια

Να μου λεγες αντίο
δίχως να έχεις ποτέ γνωρίσει τον πόνο
με την χαρά ενός μωρού άκοπου ακόμα από την μοίρα θνητών ελπίδων

Να μου λεγες αντίο
όντας ο πόνος που μπορεί και μιλά, ο πόνος που μπορεί και χαϊδεύει,
όντας ο πόνος που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σώμα από ότι περιέχει,
το περίγραμμα ενός έρωτα από τα σοφά κύτταρα του ερωτευμένου,
και απλά χτυπά,
τυφλά,
σαν αυτοκινητιστικό.

Να μου λεγες αντίο
δίχως σκέψη, αυθόρμητα, όχι σαν προμελετημένη χορογραφία συναισθημάτων


Να μου λεγες αντίο
με την φυσική ενοχή αυτουργού

Να μου λεγες αντίο
επειδή κλωτσάει μέσα σου μια άλλη καρδιά

Να μου λεγες αντίο
χωρίς να παίζει η ταινία που αγαπάς, χαλί, στις πέντε η ώρα το πρωί,
που κοιμάσαι δίχως παλμό και δίχως όνειρα

Να μου λεγες αντίο
χωρίς να πονά καμία εικόνα παιδικού αποχαιρετισμού μήτρας

Να μου λεγες αντίο
έστω άδειο,
να το γεμίσω με κλάματα και παρακάλια,
με θυμό και βρισιές

Να μου λεγες αντίο
χωρίς κανένα όνειρο κρεμασμένο πρόχειρα στ’ ακουστικό, σαν πρόσχημα φόβου

Να μου λεγες αντίο
που σπάει ρεκόρ αποστροφής απ τον αληθινό καθρέφτη

Να μου λεγες αντίο
σα να αρνείσαι μια φωλιά από σκουλήκια, μια φυλακή, τον θάνατο

Να μου λεγες αντίο
και μεμιάς να έπαυες να μυρίζεις –γαμώτο- τόσο όμορφα

Να μου λεγες αντίο
χωρίς να σε βλέπω να χώνεσαι, άλλη μια κούτα από παλιά ενθύμια, κάτω απ το κρεβάτι

Να μου λεγες αντίο
χαρίζοντάς μου λέξεις, ικανές να διαγράψουν απ’ την μνήμη μου λέξεις

Να μου λεγες αντίο
σβήνοντας την μνήμη της αφής

Να μου λεγες αντίο
γενναία, δίχως τον φόβο του αντίο

Χίλιες φορές
Με χίλιες λέξεις
Σ’ όλες τις γλώσσες
Ή σιωπηλά
Να μου λεγες αντίο


Μα όχι έτσι
σβήνοντας κάθε αρχείο χαράς
βασιλιά του delete,
ταίρι της ερημιάς,
τρομοκράτη.



ΜΑΝΑΑΑΑ, ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ


Κι ας μην πήρα απάντηση συνεχίζω για να διαφωνήσω με τον χθεσινό εαυτό μου. Είναι κάποια δώρα που επίμονα αδημονούμε να μας χαρίσουν οι άλλοι, που απαιτητικά περιμένουμε από την ζωή .Δεν ξέρω ποιος μαλάκας άρχισε αυτή την παρεξήγηση και νομίζουμε ότι η ζωή οφείλει να μας χαρίσει κάποιον ή κάποιους να μας αγαπάνε ,να μας χαϊδεύουν, να μας προσέχουν.Ίσως το συμπεράναμε μόνοι μας στα πρώτα χρόνια της ζωής μας όταν όλο το τότε σύμπαν για μας-ένας ή δύο άνθρωποι- ήταν στα αυτιστικά μας μάτια, φτιαγμένοι μονάχα για να εξυπηρετούν ό,τι ζητούσαμε:κλάμα και ω του θαύματος τροφή, κλάμα και ω του θαύματος χάδι ή και χωρίς κλάμα, έτσι, ανεξήγητα, ω του θαύματος, χάδι-σκέψου, τι φοβερό! Αυτή είναι η Εδέμ!Και τώρα-κρατήσου- έχω νέα:όχι πια δώρα-μόνο φίλοι. Τώρα, τροφή και χάδι-πάπαλα- κανείς δεν στα χαρίζει. Δεν πέφτουν από τον ουρανό, σαν Μάννα. Όχι πια .Τώρα εσύ βγαίνεις για κυνήγι, τώρα εσύ παγιδεύεις το χάδι που ορέγεσαι. Τώρα εσύ δεν ζητάς πια, με φωνές και κλάματα, αντίθετα, καμουφλάρεσαι ως αυτάρκης για να αρπάξεις την αγάπη, την τροφή. Είσαι μόνος. Και δεν είναι πια παιχνίδι. Φτιάχνεις τα όπλα σου, με ό,τι έχεις. Χιλιάδες σαν κι εσένα κυνηγοί σε έρημη χώρα που η τροφή συνέχεια λιγοστεύει..Είναι λοιπόν κάποια δώρα που μπορούν μονάχα οι άλλοι να μας κάνουν αλλά δεν θέλουμε πια . Κι αυτό το λένε ενηλικίωση.Είναι και κάτι άλλα δώρα που μπορούμε να κάνουμε μονάχα οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κι αυτό το λένε ενηλικίωση.Είναι και δώρα που μπορούν μονάχα οι άλλοι να μας κάνουν αλλά εμείς δεν τα θέλουμε, γιατί "μάνα είναι μόνο μία". Κι αυτό δεν είναι ενηλικίωσηΚαι τώρα-κρατήσου- έχω νέα:όχι πια δώρα-μόνο φίλοι. Αυτό είναι ενηλικίωση;Δεν έχω απαντήσεις, ακόμα. Το ψάχνω. Εσύ τι λες;



Dance on Vaseline-David Byrne and Thievery Corporation

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

πενθίμων μετάφρασις

miro-garden


Οίδες γαρ ότι στην κόψη του καιρού
Των συστημάτων η εντροπία
Πάντοτε στρέφει τη βελόνα προς το χάος
Ου μην αλλά μνήμη ασθενική λανθάνει σε,
Ότι ένστικτο σοφότερο πάντων συστημάτων,
Και στων ανέμων τη σπορά,
Θυέλλης προαναγγελθείσης εκ στόματος Κασσάνδρας,
Κάποτε επί γης λάμπουσας,
Ηλίων κηδειών αμνημονεύτων
Στον χωρισμό της ήρας απ' το στάρι,
Δίπλα στα στάχυα φυτρώνουν ανεμόμυλοι.



Και διαλέγει ο καθείς το χάραμα
Τι αγρίμι κινά να κυνηγήσει.



ευχαριστώ το καταραμένο μου (enfant rate)
γι'αυτό το ατελεύτητο
ποιητικό ρεύμα που μου δώρισε,
ορκίζομαι πως πάντα θα υπερίπταται
της αλόγου υπόστασής μου,
ως εγνωσμένο εκλεκτό,
μετά, θα γίνει κατά κάποιο τρόπο grace habituelle
του Ίμερού μου θεού...
(παν-θυμών παράφρασις)


Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Η τιμωρία


Κι άλλες φορές έχω ερωτευτεί τον αέρα αλλά τώρα κινδυνεύω να σμίξω μαζί του.

Το Γολγοθά εγώ τον σκηνοθέτησα, αριστοτεχνικά, μέσα σε λαβύρινθο, να μην μπορώ να βρω την έξοδο. Για μένα. Για την πάρτη μου. Με τιμωρώ. Ποιος ξέρει γιατί? Αργά ή γρήγορα θα πάω παρακάτω. Μέχρι τότε ας πενθήσω. Ελπίζω με αξιοπρέπεια.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ken leeeeeee



μόλις ανακάλυψα την Έφη Θώδη της Βουλγαρίας,
θέλω να το μοιραστώ μαζί σας αυτό καθώς και το φαινόμενο ken leeeeeee

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

μυστικό σημείωμα


ήμουν απλώς μια συμπληρωματική θυσία
στην παγκόσμια φαυλότητα
η σωτηρία μου έμοιαζε με βαρετό έγκλημα
που επαναλαμβάνεται


από την ερωμένη απολεσθέντων θαυμάτων
κυκλοφορεί από εκδ.Κώδικας

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

παρελκόμενα λιακάδας του Δεκέμβρη(απόσπασμα)


Μια εμπλεκόμενη ιλαρή ουσία κάνει τα μάτια ν'αστραποβολούν!
Σκαλίζω τον κήπο της γνησιότητας
αμφίβολης ολότητας το κύκλωμα παιδεύω
πώς να συλλάβω τον άγριον ρουν της πραγματικότητας
λέξεις απλότητας στη φαντασία φυγαδεύω
οικεία κι έντρομη είμαι κοινότητα
στις μητροπόλεις του πολύχρωμου street art περιοδεύω
στα κομοδίνα που ακινητοποιούν την πιθανότητα
γίνεται πόλεμος
"and love will tear us apart"

από τις Τρομπέτες του Οκτώβρη
κυκλοφορεί από εκδ Κώδικας



Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

το μυρμήγκι

Νωρίς με τη βροχή κατάπινε ύδατα
Κουβαλούσε καταχνιά από τον τέταρτο στον πέμπτο
Βασάνιζε τις κεραίες του με μάσκαρα
Έβρεχε αλάτι η πληγή ήταν ασκέπαστη
Όσα εξαργύρωσε ήταν οχιές
πιο τρυφερές οι αστραπές

Με όσα μάζεψε τάισε δυο ξέμπαρκα χελιδόνια
Που έμειναν πίσω
Έβρεχε
Μια σερπαντίνα καπνού το τύλιξε
Πνίγηκε από το μπαρούτι
Είδε πως ο θεός έμοιαζε με τον Τσε Γκεβάρα
Μόνο που κάπνιζε τσιγάρα γαλλικά
Έβρεχε
Τ’αεροπλάνα τραύλιζαν ήχους
Από σπασμένες κλειδαριές
Οι καπνοδόχοι γκρεμοί αχάρακτοι
Έβρεχε χαλάζι χαλίκια
Έκαιγε τις αράχνες
οι περίπολοι ιστοί
Επέστρεψαν χωρίς μαρτυρία
Μόνο ένας παρθένος
δεκαπεντασύλλαβος ψαλμός
Όπως βρέχει
Στου Φθινοπώρου την αντάρα
Σημαίνει
Ένα αγρίμι ανέστη

από τις κηδείες

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

σταγόνες του πένθους-η θεά Γίδα


σε κάτι χαμηλές βαριές σταγόνες αφέθηκα που κάποτε μου κουνούσαν το κόκκινο μαντήλι της αρένας και κάποτε το λευκό πανάκι του αποχαιρετισμού,και κύλισα κι εγώ κι έφευγα,πότε γδαρμένη από τη συνύπαρξη του ηλιακού φωτός και των θαμπών νεφών,πότε συγκινημένη από τις σορούς τόσων θολών αξιοπρεπειών και συγκεχυμένα πένθιμων ονείρων,
κείτονται κατάχαμα σαν εξίσου πένθιμες κορδέλες από στεφάνια αλλότριων κηδευμάτων
απόρρητη να μένω στη μαύρη μαγεία,ενώ στη λευκή να θροίζω σαν μέταλλο άγριου παράπονου και ανηλεούς συνασπισμού ψυχρών και καίριων ευθυνών
στα στάχυα να κυλώ και να βουίζω σαν μελαγχολικό και μοιραίο μεθυσμένο έντομο
η χρονική μου εμπειρία δεν μου επιτρέπει να βοηθηθώ με οδηγό την κίνηση του φωτός και την ταχύτητά του
μήπως και το χέρι μου,αυτόνομο αντικείμενο δεν είναι...διαδοχική διαστρωμάτωση διαφορετικών κουλτουρων που υπάρχουν γραμμένες στον εγκέφαλό μου με ακολουθεί
περιοριστικά νοσταλγικά γήινα φάλτσα
απόσπασμα να είμαι ενός πιθανού παρελθόντος ή πιθανού πέρατος βεβαρημένου με χιλιάδες απώλειες μορφής
να είναι αυτή η καλύτερη στιγμή να το αποκαλύψω!
σ'ένα ακραίο παραμεθόριο φυλάκιο των πιο επίμονων εμμονών,το χρώμα του βλέμματός μου να οδηγείται με αβεβαιότητα κι αμοιβαιότητα στο βέβαια κατακερματισμένο τοπίο
τρυφερά αμείλικτη κι αμείλικτα ευαίσθητη η πιο γενναία θυρίδα της απο-φθοράς μου,επιμένει μηχανικότερη
με ύφος ενορχήστρωσης διαπλεκόμενες διαχωριστικές γραμμές των κυττάρων του μυαλού μου,ορίζουν σύνορα
δεν χρειάζεται να επιλυθούν οι ρωγμές
μια από αυτές σαν το μεγαλύτερο ηφαιστειακό χάσμα,ένας κρατήρας που εισέρχεται στις βίαιες στεριές πλαγίως κι επιδέξια στα σιωπηλά μου γεγονότα-άλλη σκλαβιά κι αυτή-τα διαχρονικά πρότυπα με τις εμπρηστικές συνέπειες

σύννεφο από παλιομοδίτικο άρωμα να βαραίνει τα βλέφαρά μου και σύρθηκαν να κλείσουν ως την πιο μαύρη γραμμή που τα χώριζε από τον κόσμο
απόκοσμη η μυρωδιά στα μάτια μου,απελπιστικά μελό που ήθελα δεν ήθελα,έκλαψα,σαν το άρωμα που αναδίδει η πλαστή ευτυχία
σαν καινούριος διωγμός από τον έξω κόσμο μου φάνηκε αυτό
αν υποθέσουμε ότι οι εικόνες που φέρω στον μέσα μου κόσμο είναι ο τόπος μου,τότε μπορεί να γλυκαίνομαι από τις φλεγόμενες μνήμες τους
κάπου εκεί πρέπει να βρίσκεται η βασική έννοια του χώρου και του χρόνου
εκεί μειώνεται η βαρύτητα
σε κάποια από τα απατηλά αυτά μονοπάτια της μαγείας σαν ιδεόγραμμα που μπορεί να είναι και το σώμα σου που με το πείσμα του μυρμηγκιού καταδεικνύει τεκμήρια και μυστήρια
κι από την άλλη εγώ,να φτιάχνω μόνο περιθώρια και εξαιρέσεις και όχι κανόνες
ποτέ κανόνες
να αφήνομαι έξω από τον περιβόητο πολιτισμό και να πάσχω από πολιτισμική υστέρηση
τι μπορεί ένα μυαλό?
να εφευρίσκει σχέσεις,συνδυασμούς σχέσεων
τρόπους όρασης αφής ακοής
να κόβει τα συνδετικά νήματα προσέγγισης με τον περιβόητο πολιτισμό
να εμπεδώνει τη φιλοσοφική παιδεία των ψυχολογιών των μαζών?
πολύ ακατάστατος είναι αυτός ο εγκέφαλος
με ρητορικά τεχνάσματα που δεν περνάνε πια σε μένα με τους απρόβλεπτους ρυθμούς των ιδεών
στον ενδιάμεσο χώρο των πραγμάτων του,προστατευτικά στερεότυπα με βυθίζουν ακόμα πιο πολύ στην ουσία
κι αναμετριέμαι με τις επιπτώσεις στο στόμα μου,στο σώμα μου,και τις επενέργειες των στοχασμών,τις αλχημείες της διαχρονικότητας
πόσο να στηριχτείς και στους αφανείς υπαινιγμούς των "χαρακτηρισμένων και στιγματισμένων ως υπόπτων" διορθώνοντας παρανοήσεις?
στην ψυχή του κόσμου σκηνοθετούμαι ή απλώς καταγράφομαι?
μεγαλειώδης η απλότητα με το αδιάβροχο των συρμών ενός διασκελισμού
πόσο να κατασκευάσεις κι ανθρώπινες αυθόρμητες στιγμές?
να συγκρούομαι με την πραγματικότητα ή τελικά οι συγκρούσεις ενδυναμώνουν κακότεχνους μύθους?
ως χρήστης και διαχειριστής ενός δύσκολου κι επικίνδυνου οράματος-στοιχήματος,απορρίπτω και ενστικτωδώς τις άρρηκτα δεμένες καταγγελίες.


συμπαγής και διάσπαρτη η μούσα θάλασσα με τα αμήχανα ψάρια και τα φτερωτά,με τα αμήχανα καράβια,όπως η διανοητική τοπογραφία του Αιγαίου από το αιξ που μπορεί να σημαίνει κύμα αλλά μπορεί και να σημαίνει γίδα
αναπαράγεται το φως των κυμάτων με τη δυναμική μορφή μιας θεάς Γίδας
ακόμα περίμενε να έρθει μια εποχή που να γονιμοποιείται σε μια αναγνωρίσιμη κλίμακα ενώ συνειδητοποιεί ότι δεν αρκεί πια ούτε αυτό
το βέλασμά της ανήσυχο,νευρώδες,αισιόδοξο μετατρέπεται σε εμπειρία χιλιάδων αστέρων,με μια πρωτοφανή ειλικρίνεια δίχως επιφυλάξεις
το βέλασμα δίνει σχήμα στον υπόλοιπο θαλάσσιο κόσμο
σχήμα σαν δαχτυλικό αποτύπωμα,μοναδικό και άρτιο που διαστρεβλώνει την έννοια της άυλης ύλης
τα τοξικά νέφη μπαίνουν σε καινούρια εξωτική περιπέτεια,πραγματοποιώντας χαμηλές πτήσεις με ελικοφόρο και βαρκάδες με μοκόρο
η θεά Γίδα για πάντα αλλαγμένη στις τσουχερές μέρες και στις καυτές νύχτες
συμφιλιώνεται με την υγρασία,τη σκόνη,τα κουνούπια και τα λιμνάζοντα ύδατα
ικετεύει για μια εξαγνιστική ελονοσία και ξεκινά τη μέρα της περιοδεύοντας σε εξωτικά καταφύγια
προτού χαράξει παρατηρεί ό,τι κινείται ανενόχλητο στο φυσικό τοξικό περιβάλλον
υστερική θεά Γίδα που την έπλασε ένας λάθος θεός πατέρας,μασουλάει και μηρυκάζει τις μουσουλμανικές ευαισθησίες της και παρακαλάει επιτέλους για έναν εχθρό που ν'αξίζει
αυτή η μαζική ψύχωση που φτιάχνει αποτυπώματα και ταυτότητες για ν'αντέξει τον εαυτό της
προσποιήσεις που συλλήβδην ονομάζονται ζωή
ξαπλώνει ολόγυμνη στο βυθισμένο σώμα της και τα ισχνά κοκαλιάρικα πόδια της δίνουν αντοχή στην εικόνα της
αφηγείται τα στοιχεία της περιφρόνησης ανέπαφη από τα τοξικά διλήμματα και κοιμάται ήσυχη στη γλάστρα με τους υάκινθους...


πεζό από τη συλλογή Το Ράμφος
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κώδικας