Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

αμφίβιο


Ρώτα με ό,τι θες Τουλούζ. Περιμένω την πρόταση γάμου. Γιατί σε κουτάκια καθωσπρεπισμού δεν κρύβομαι. Μόνο σε ρολόγια. Στο μεγαλείο των μαύρων ωρών. Ανεβασμένη στο μεσάνυχτο αγκάθι των λεπτοδεικτών. Τι δείχνουν…Τι φαίνεται?
Περίμενέ με ανεβασμένος στο άλλο βέλος. Θα παίξουμε. Μπορεί να κάνουμε και τραμπάλα. Όταν φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν, είναι καλό. Άκου Τουλούζ…
Είναι μερικοί άνθρωποι σκούροι και στεγνοί. Μην είσαι τέτοιος. Είναι μερικοί καλωδιωμένοι,λες,συνδεδεμένοι με κάποια αισθήματα. Όταν τους βγάλεις από την πρίζα,όταν τους τραβήξεις τα καλώδια, δεν λειτουργούν τα αισθήματα.
Να ,δες έξω. Ένας φτηνός τοίχος. Μια μάντρα γκρεμισμένη. Ένας συναγερμός αυτοκινήτου. Ένα φανάρι. Ένα γυάλινο ποτήρι. Έτσι είναι. Δεν έχουν καμιά διαφορά. Εγώ λέω πως γι’ αυτό το κουτσό κουτάβι που περνάει τώρα τρομαγμένο το δρόμο,γι’αυτό,ναι, αξίζει να πεθάνω.
Η Αλήθεια με ρουφάει καμιά φορά Τουλούζ. Θα με βρει κανείς να ζω σ’εκείνο το μικρό αμφίβιο. Θα χωθώ μέσα του και θα ζήσω εκεί για πάντα,λέω,όταν τα βέλη των λεπτοδεικτών με προδίδουν. Στις φλέβες, σ’αυτά τα κυανά ρεύματα, στα χλωμά ποτάμια. Το αίμα να φυλάξω. Τα πράγματα δεν κλαίνε. Μπορεί να ξηλώνονται, να λυγίζουν, να ραγίζουν, να σαπίζουν αλλά δεν κλαίνε. Ρώτα με ό,τι θες Τουλούζ. Θα σου πω. Παίζω ζάρια με τον ήλιο. Δεν κρύβομαι σε κουτάκια. Άλλα βλέπω εγώ και άλλα οι σκούροι, στεγνοί άνθρωποι. Ας πούμε,βλέπω της νύχτας το πουλί,βλέπουν άψυχο Οκτώβρη. Βλέπω τον ήλιο το πρωί, βλέπουν καμμένο φιλμ. Βλέπω κρύσταλλο,βλέπουν χαλκό. Ακούω τη φωνή του αηδονιού, ακούν τον χτύπο του αμονιού. Έλα στην κιβωτό μου Τουλούζ. Μη μου πεθάνεις. Μόνο κάνε γρήγορα γιατί με πιάνει υπογλυκαιμία.

Ρώμη.
Kάσια,Νοέμβρης 2003

photo:narcis virgiliu

αφιερωμένο στον Παναγιώτη Κονιδάρη
ευχαριστώ