Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

το μυρμήγκι

Νωρίς με τη βροχή κατάπινε ύδατα
Κουβαλούσε καταχνιά από τον τέταρτο στον πέμπτο
Βασάνιζε τις κεραίες του με μάσκαρα
Έβρεχε αλάτι η πληγή ήταν ασκέπαστη
Όσα εξαργύρωσε ήταν οχιές
πιο τρυφερές οι αστραπές

Με όσα μάζεψε τάισε δυο ξέμπαρκα χελιδόνια
Που έμειναν πίσω
Έβρεχε
Μια σερπαντίνα καπνού το τύλιξε
Πνίγηκε από το μπαρούτι
Είδε πως ο θεός έμοιαζε με τον Τσε Γκεβάρα
Μόνο που κάπνιζε τσιγάρα γαλλικά
Έβρεχε
Τ’αεροπλάνα τραύλιζαν ήχους
Από σπασμένες κλειδαριές
Οι καπνοδόχοι γκρεμοί αχάρακτοι
Έβρεχε χαλάζι χαλίκια
Έκαιγε τις αράχνες
οι περίπολοι ιστοί
Επέστρεψαν χωρίς μαρτυρία
Μόνο ένας παρθένος
δεκαπεντασύλλαβος ψαλμός
Όπως βρέχει
Στου Φθινοπώρου την αντάρα
Σημαίνει
Ένα αγρίμι ανέστη

από τις κηδείες