Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

χαράζει


Το νύχι μου χαράζει το σαπούνι
Το μάρμαρο –βέβαιο είναι- δεν μπορεί
Σκληροί είναι του ανάλγητου οι σπιούνοι
ανάλογα η ψυχή τους, πιο σκληρή

Κλίμακα Μος ο Τάλκης, το Διαμάντι
Πρώτος ο ένας, το άλλο ουραγός
Μ’από του θέρους το θολό αγνάντι
Φαίνεται μόνο χαλαζίας ουρανός

Αυτά το νύχι δεν μπορεί να τα χαράζει
Μόνο να σέβεται φθορίτες ατραπούς
Πρέπει ν’αποφασίζει μόνο το τοπάζι
Αν άφοβα θ’αντέχει χαραγμούς

Οφείλω εδώ, ευθύς να διεκδικήσω
Το θράσος να προβάλλω ποιητής
Το πoιή ή το τις αλήθεια να κρατήσω
Ή μήπως να προτάξω το «ασπίς»?

Θα ήθελα να είμαι τώρα ο κάποιος
Ανώνυμος ξυπόλητος, τινός
Αν θα ποιώ το ήθος του αντάξιος
Όμως κανείς δεν είναι κανενός

Πικρή αλήθεια τι μπορεί να διυλίζει
Ο κάθε τις, ο κάθε ποιών τι
Αν με μια πρώιμη λάμψη αρχίζει να ευνουχίζει
Ή αν η μοίρα του, αυτή του ασκητή

Ανέμελα γυρνώ ακόμα ,διότι
Δεν θέλω να με κράζουν ποιητή
Κάλλιον αδόκητης αβύσσου ιππότη
ή πότη των ονείρων σε ειρκτή

Δε φταίει το νύχι που τον άστριο δε χαράζει
Φταίει το άστρο που πιο κάτω δεν κοιτά
Είναι θαρρώ και κάποιο πιο θαμπό,μου μοιάζει
Σαν τον Διόνυσο μικρό να μπουσουλά

Από μικρή ξυπόλητη εγώ στα μαύρα κάστρα
Φθαρτή κι απόλυτη στις εσπερίες καιρών
Και η βακχεία συνοδός σε τρύπια άστρα
Μαινάδα προκυμαίων αναφορών

Κοιτάω ψηλά εκεί που σώζεται η αλήθεια
Κι ο ποιητής δεν ξέρει πάλι τι ζητά
Να’ναι το πι ,το τι από αμυχή ή συνήθεια
Να’ναι το αόρατο και το ορατό ποιητά?

Κοιτάω μαζί με κάποιους άλλους το σκοτάδι
Εκεί μπορούν κορούνδια, γύψοι, αστερωτά
Να μονιάζουν ακίνδυνα στο πιο πυκνό υφάδι
Να μη χρειάζονται διαρκώς διαζευκτικά

Μία να είναι μόνο η ση ουσία
φαιά ρωγμή ν’ανοιγοκλείνει σιγανά
Ν’αφήνει φως η ατέρμονη αιθρία
Αιωνιότητα λοξή η κληρονομιά

Βλέμμα της ίριδας υποδοχή στο βλέμμα
Οξύ αισθητήριο, ο διαμελισμός
Αχανές όριο –ποτέ δίπολο- το αίμα
Εκμηδενίζεται ο αντιπερισπασμός

Δεν ξέρω αν είναι οι ποιητές η μαρτυρία
Αφήνει ο θάνατος σημάδια στη φωτιά?
Έτσι κι αλλιώς η πιο κρυφή αυτοψία
Θα’ ναι για πάντα του τρελού η εσχατιά

Φοβάται κρύβεται ο πι ή ο τις στη μνεία
Φυλακισμένος στης λεξούλας τη φωνή
Άδικο δίκιο, μα ποια είναι η ελευθερία
Για κάποιον που όρισε εαυτόν του ποιητή?

[Ό,τι του δείξει θραύσμα του παυσίλυπου?καθρέφτης…
Δήμιος που αιώνες το μυαλό του κυνηγά
Να το χαράζει με νυχιές του άτρωτου κλέφτης
Αυτός που μόνο λ-έξεις διά παντός θα κυβερνά]