Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Του-Λουζ(r)


Τουλούζ…
Προχθές ξύπνησα βράδυ. Το σκοτάδι ήταν δύο, το ένα πηχτό, πιο πυκνό από το συνηθισμένο,το άλλο, αραιά ομιχλώδες, όμως δύσβατο. Αντηχούσε κάτι ωμό από ένα βαθύτερο θηρίο-μια σιγανή κραυγή-, αδιευκρίνιστο. Εκεί στο μεταίχμιο δύο συστατικών σκοταδιών, δίψασα.
Δεν σηκώθηκα αμέσως. Έμεινα στο κρεβάτι, παρατείνοντας τη δίψα μου-έτσι κάνω πάντα για να ξεδιψάω πιο πολύ με το νερό-καθηλωμένη από μια αίσθηση που με κρατούσε δέσμια. Καθώς έψαχνα να βρω τι ήταν αυτό που σαν αλυσίδα είχε δέσει το σώμα μου και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, συνειδητοποίησα πως οι παλάμες μου ήταν σφιγμένες σε γροθιές. Ακριβώς όπως εκείνες των νεογέννητων που είναι τόσο σφιχτά κλεισμένες που όση δύναμη και να βάλει ένας μεγάλος- ακόμα κι ένας «ταχυδακτυλουργός» θαρρείς, δεν μπορεί να τις ανοίξει. Συχνά στον ύπνο μου σφίγγω μ’αυτόν τον τρόπο τα χέρια μου. Δεν μπορώ να εξηγήσω τόσο απλά, πόσο κακό είναι, αλλά θα έλεγα πως μοιάζει με προκρούστειο βασανισμό. Για τα μωρά έχω ακούσει πως είναι ανασφάλεια μπροστά στον άγνωστο και απέραντο κόσμο,τον οποίο καλούνται να γνωρίσουν και ν’αντιμετωπίσουν. Για μένα όμως τι μπορεί να σημαίνει? Πιθανολογώ πως είναι ένας φόβος-όχι κατ’ανάγκην ορατός ή συνειδητός- μεταγενέστερος αυτού της ανασφάλειας. Και είναι αυτός που ανακύπτει αφού έχεις γνωρίσει και αντιμετωπίσει μέρος αυτού του άγνωστου κόσμου, της άγνωστης ζωής. Επιχειρώντας να εξηγήσω αυτό που μου συμβαίνει αφέθηκα σε συνειρμούς που κατακλύζουν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και της νύχτας μου. Με μεταφέρουν σε κόσμο μακρινό. Σ’ένα σύμπαν-μήτρα όπου οι αδυναμίες και τα πάθη καλούνται θεϊκές καταβολές. Ρίζες υπό χθονός. Κάποτε είναι παράλογοι. Κάποτε συνδέονται δυναμικά με μια λογική αλληλουχία συμβάντων που δρουν στην καθημερινότητά μου. Σηκώθηκα τελικά να πιω νερό.
Αδιέξοδα διάψευσης-λες και ξέπλυνε τη φαντασία το νερό- της αρχικής αίσθησης των συνειρμών πως θα με βγάλουν στη Μήτρα και αυτή τη φορά, με γύρισαν στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά. Η σκέψη χάθηκε στα βάθη της άγνοιάς μου να μεταφράζω ψυχικά φαινόμενα κατά το δοκούν…Το οράν είναι υπέρ πάντων και υποκινεί το αντίστροφο θέαμα των προσποιήσεων. Το συγκινησιακό μέγεθος που εξάγεται από το οράν κινείται με αυθάδεια. Υποτιθέμενα έγκυρο. Ωστόσο αβαθές, ασυγκίνητο και μονοσήμαντο.Το αόρατο είναι αεροστεγές και απόρθητο. Η ακύρωσή του ακολουθεί διότι η δεξιότητά μου να το ανακαλύψω και να το αναλύσω, περιορίζεται από αμέριμνους-ειδικούς φόβους. Αφήνομαι στο σύστημα των απλουστεύσεων. Αυτό που λέει ότι το ψάρι που κολυμπά ανάμεσα στα κτίρια στο Arizona dream είναι απλώς ένα εφέ του οράν, δεν συγκρούεται με καμιά ύποπτη πραγματικότητα. Το χέρι της νεκρής νύφης που βγαίνει από το χώμα είναι μια δυναμική και επιδεικτική κυκλοθυμία του Τιμ Μπάρτον και ποτέ μια αλληγορία υπόμνησης της αλληλογραφίας μας με τους νεκρούς που είναι ζωντανοί. Τα κενά μνήμης στο Νεκρό του Τζόυς, είναι ιδεολογικά φετίχ και ποτέ οφειλές αξιόπιστες στις τραυματισμένες μας μνήμες.
Τουλούζ…δεν υπήρξατε εκεί. Δεν το υποσχεθήκατε και πάντα περιμένω από τις μη υποσχέσεις να τηρούνται. Έτσι θα γίνει. Όσο δηλητηριάζει τις μέρες μου,-όχι τις νύχτες-, η αίσθηση της μακράς απουσίας σας από τη ζωή μου, τόσο εκείνη, η άλλη αίσθηση, η κοντά στο παράθυρο θα απλώνει μέσα μου χωρίς απαντήσεις, χωρίς εξηγήσεις. Θα μακροημερεύει σε ολάνοιχτα τοπία θλίψης και συγκατάβασης στους παράδοξους ερωμένους της φυγής.
Θα προσυπογράφει το βλέμμα-η εξασθενημένη σας όραση- στο μη δεδομένο. Θα παρηγορείται η παρακμιακή ζάλη από τον καθαρό αέρα. Και η βροχή θα συνιστά ακαριαία το τέλμα της μελαγχολίας μου που δεν μου δώσατε κανόνες για να παραβώ. Που δεν μου δώσατε αξιοπιστία για να τη διαψεύσω. Που δεν με τροφοδοτήσατε με απαντήσεις για να τις ακυρώσω. Που δεν μου είπατε το θέλω για να σας το φτιάξω αθέλητο. Που δεν αγαπηθήκαμε παρά από τη σύγκρουση. Που το εύθραυστο μέσα μου έγινε άβατο.
Και η γελοία κατάχρησή του επισύρει τη διακωμώδηση από το ανώδυνο.
Τουλούζ θ’ανοίξω τις σφιχτές παλάμες μου, τα βράδια, στον ύπνο, εκεί που το έγραψε η μοίρα να συναντιόμαστε, θα πιούμε ναπολεόν, στο δάσος της Βουλώνης, θα φορώ φόρεμα εποχής περασμένης –«σαν Αλμπερτίνα, σαν Ζυστίν ή σαν μικρή Εβραία ανθοπώλις»-θα ξενυχτήσουμε στο Μουλέν Ρουζ καπνίζοντας άφιλτρα γκολουάζ,
διασχίζοντας σαν ανεμόπτερα τις αρχιτεκτονικές του υπέργειου κόσμου-εκεί δεν χρειάζονται πόδια, μόνο φτερά, έτσι θα πετάξετε στον αέρα το μπαστούνι…-
θα μπούμε μετά στο πλοίο των τρελών του Μπος-ακυβέρνητο-, κάνοντας αφαίμαξη στους αιώνιους πειρασμούς του Σαιντ Σιμόν…
θ’ανοίξω τις παλάμες μου,μόνο για να χαϊδεύουν το κουτσό κουτάβι που περνάει με φόβο το δρόμο, μόνο για τις εύθραυστες αρθρώσεις σας που στερήθηκαν το χάδι, για τα δύο απαλά σαν πάνινης κούκλας πόδια σας…
θα σας δω στον ύπνο μου απόψε,ναι εκεί,στο ίδιο πάρκο στο ίδιο παγκάκι ,στη Μονμάρτη, τα περιθωριοποιημένα μας, εκκεντρικά σώματα, θα είναι πάντα το αγκάθι στις παραμορφωμένες συνειδήσεις και θα τις πονάνε σαν αφροδίσιο νόσημα, σαν σύφιλη.

Τουλούζ…τις δυσπλασίες και τις ατέλειες όλες ,αγαπώ. Επειδή σε σας μόνο ταιριάζουν.

Je serai toujours ici pour-maudi- toi


το κείμενο είναι η συνέχεια αυτού εδώ
και αφιερώνεται στο enfant rate και στον αλαφροίσκιωτο