Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Αραμπέσκ


Από τα εύκολα. Αγαπώ το κυανό που ντύνεσαι. Εσύ δεν το ξέρεις. Ούτε ότι το ντύνεσαι. Ούτε ότι το ξέρω. Τα λάθη σου. Όλα. Τα ναι. Τα όχι. Είναι που λες φωτιά και καίγομαι. Είναι που θα φωνάξεις αστέρι και θα πέσει. Εσύ ξυπνάς τις Σειρήνες. Όχι μόνο αυτό. Εσύ τις μαγεύεις. Μαζί σου κατάλαβα πόσο με εξουθένωσαν και τα ελάχιστα πένθη. Εξίσου με τους ακόρεστους και ακρογωνιαίους θανάτους. Κατάλαβα. Ήμουν παραστάτης σ’ένα αλλοπρόσαλλο καράβι και βολόδερνα. Αφελής κουρσάρος. Μπορεί τη σκέψη σου να μην την έχω «πιάσει» ακόμη. Ολισθηρή. Υδράργυρος. Όμως γέρνω μπροστά σου. Γέρνω με τροπισμό. Το γνωστό. Όπως στον ήλιο το ηλιοτρόπιο. Κι αν δεν μου απαγορεύονταν πια οι μεταλλάξεις,θα μπορούσα κι εγώ να μεταμορφωθώ σε Αστέρι. Μπορώ να ζήσω μ’αστέρια και νερό. Κρύσταλλο. Άπιαστος. Άπιαστος. Όπως κι η αγκαλιά σου. Νερό. Κρύσταλλο. Στους περίπλοκους σκοτεινούς ειρμούς σου, φέρνω Άνοιξη. Να τους φωταγωγήσω. Άσε με. Μια φορά μόνο θα’ναι. Για ν’ανθίσουν όπως τους αξίζει. Μέσα στη μουσική. Μα, είναι που και όταν επιχειρώ να τους «τακτοποιήσω»-μέσα στις λέξεις εννοώ-μπορεί και να παραλύω. Κάτι θα θυσιάσω. Το γνωρίζω. Πολλά κάτι ίσως. Όμως μη ζητάς να θύσω το πιο ένδοξο αίσθημα. Μην το ζητάς. Και στο λέω για να το θυμάσαι. Η θυσία ακυρώνει πολλά κακά πράγματα. Μάλλον γιατί-όπως πιστεύω εγώ-είναι το απότοκο της απόλυτης Αγάπης. Οι σελίδες μου ξεθώριασαν απαλά και μαλακά από τότε που γράφω τούτο εδώ για σένα. Μόνο για σένα. Κι ας μην το ξέρεις. Δεν έγιναν κίτρινες. Πήραν εκείνο το λεπταίσθητο κυανό. Που είναι μόνο δικό σου και του ουρανού,μόλις ξεκινάει το χάραμα. Και δεν το ξέρεις. Κι ας μην το ξέρεις.
Από τα δύσκολα. Λες ανήλικο το μισό μυαλό μου. Το λες πέταγμα πεταλούδας. Μπορεί. Το άλλο μισό? Θες να σου πω? Θα σου το πω. Κι ας το ξέρεις. Αυτό είναι έτοιμο παγίδες να στήσει. Πρώτα σε μένα. Όχι ευτυχίες. Ευτυχίες δε στήνει. Αρνείται από μόνο του. Εγώ δεν έχω καμιά ανάμειξη. Δεν το προβοκάρω. Το άλλο μισό υπνωτίζει τα τραύματα. Ονειρεύεται. Εξοργίζεται. Αντιστρέφει. Διαστρέφει. Ανατρέπει. Παλινδρομεί. Καταρρέει. Στοιχειώνει και στοιχειώνεται. Πέφτει με εφιαλτική κι αθώα δύναμη στη φωτιά. Καίγεται. Κλαίει. Αναστατώνεται. Ανασταίνεται. Ξανακαίγεται. Ναι,για όλα αυτά είναι έτοιμο και ικανό. Σε διαβεβαιώ. Όπως και στο σκοτάδι αλλιώς σκέφτεται. Ανεπιτήδευτα. Απροσποίητα. Ασκημένο ηττημένο. Μη χάσει δευτερόλεπτο ζωής. Μη χάσει το τίποτα. Κάποτε ανεντόπιστο. Αποφυσικοποιημένο. Δυσπροσαρμοστικό. Ακάθεκτο. Αδίστακτο. Φοβισμένο. Διάπυρο. Και για σένα ψυχοπροφυλακτικό. Κρυφίως και αοράτως. Κι ας μην το ξέρεις. Μπορεί να χωρέσει σε κάτι πολύ αδέξιο. Μπορεί πουθενά. Άρχισα τις αποπομπές. Και είναι για σένα. Και το χαρακίρι. Και όλη η υπερβάλλουσα αφή. Και οι υπαινιγμοί της. «Ψυχοσύνθεση καμικάζι». Η θυσία είναι η κατάργηση. Η κατάργηση του ως εδώ. Όλα τα σκότωσα. Όλα. Εκτός από σένα. Εσένα σ’έβαλα στο βωμό. Και σε προσκυνώ. Εξαίσια κι επώδυνα. Υπογράφοντας την καταδίκη μου. Κι ας έχω γερά αντισώματα. Κι ας μην το ξέρεις. Δε βαριέσαι…
Και με ό,τι απέμεινε απ’όσα σκότωσα, με αυτά ζω. Το είπα,ναι. Με Νερό κι Αστέρια. Το είπα και το μπορώ. Ανέξοδο. Μην περιμένεις από μένα αθετήσεις και ακυρώσεις. Μην περιμένεις λύσεις δοκιμασμένες. Ψευτιές. Βδελύγματα…Σώμα,ήρωά μου. Εραστές από πάντα ήμασταν. Άλλη ασκητική κι αυτή. Η έλξη και η πλήρης άρση της. Με κατατονικές δράσεις. Με κυκλοθυμία κι αφορισμό. Όχι πειράματα όχι. Αποτυχημένα ήταν.
Από το Αραμπέσκ. Τώρα μόνο αραμπέσκ που εξάγεται όμορφα από το μπέρδεμα του καπνού,μουσικής κι έρωτα. Μόνο το αραμπέσκ υπόσχεται το σώμα. Το ξέρεις. Μόνο το αραμπέσκ κυλάει στις φλέβες μου. Με τέχνη που μου δίνει στο αίμα. Και γίνεται υπερτροφικό. Και ματαιώνει την «εισαγωγή στην ενοχή». Ευτυχώς. Πάνω που πήγαινα να εξατμιστώ από τον βρασμό…
Κι εσύ μην υπόσχεσαι. Βουτιές σε αναστεναγμούς. Χωρίς αντιρρήσεις. Τριγυρνάει μέσα μου η φωνή σου και τα δυο μου μυαλά κι εκφέρουν μαζί ποιήματα-διανοήματα-προεξέχοντα εγκλήματα. Μεγάλε μου,μεγαλύτερε Άγγελε. Μην ανησυχείς. Εξοργισμένη φεύγω. Εξοργισμένη επιστρέφω. Το είπες κι εσύ για το εργοτάξιο-μυαλό. Κοίταξέ με. Μπορώ. Απ’αυτό το άβατο ερημητήριο. Απ’αυτό το ακάθεκτο κι έστω ακρωτηριασμένο εργοτάξιο να σε κοιτώ και τις απορίες σου να γλυκαίνω. Μπορώ. Με ξενύχτια. Μπορώ με έρωτα και αφή να επέμβω στα τραύματα,ευγενικά να τα κοιτάζω και να τα χαϊδεύω,ώσπου να τ’αλλάξω σε δύναμη και ίαση. Κοίταξέ με. Μπορώ. Με την αφή να διατρέξω όσους κινδύνους θες. Για να σε πείσω. Να προχωρώ στης υπερβολής μου το τεντωμένο τόξο με κινήσεις αραμπέσκ. Μη μου ζητήσεις ποτέ τη λογική πλήξη. Μη μου ζητήσεις την εκλογίκευση. Μόνο αραμπέσκ για τους δυο μας. Στοιβάδα του αοράτου μου. Μύστη μου ακριβέ. Αραμπέσκ ζήτα μου να σου δίνω.


***το κείμενο αφιερώνεται στη Δία και στον Φίλο των Μασάι

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Κεμάλ


Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων...

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.
Κι ενας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ' αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ' τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.
Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλειά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ' ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.
Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο βλέπουν μπρός τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Σεβάχ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...

μουσική:Μάνος Χατζιδάκις
λόγια:Νίκος Γκάτσος


νευροσπάστης

υποκύπτω σε μια φάση τυφλής ευφορίας-αδιανόητο για τη φύση μου
με την πρόθεση του αρχιτέκτονα που θέλει
να μεταλλάξει τις προφάσεις του αστικού τοπίου
να το μετατρέψει σε μεταλογικό παραμύθι
σε δάσος όπου η τρέλα είναι χαοτική
και ξεπερνά οποιοδήποτε περιορισμό
ωστόσο το προηγούμενο μυθολογημένο παρελθόν αποδομείται
υπαιτιότητι συγκείμενων ενορχηστρώσεων ελπίδων
καθώς και της εκδραμάτισης ενός τρικυμισμένου μυαλού
πυκνής από νήμα και γάζα μαυρόασπρης παλίρροιας
σαν ψίθυρος που καταγράφηκε ερήμην των ηρώων του
στις ανεκδήλωτες τιμές μιας σιωπηλής
λατρείας θεότητας της Μεσογείου
μιας βεβηλωμένης βεβαιότητας ευωδιαστού τάφου
υδάτινης καλοκαιρινής γλαυκότητος
στη σκοτεινή ταραχή των αφρισμένων αστεριών
μονογραφία που στρέφεται σε ακρότητες
σε λοξά νεκρομαντικά αδάμαστα βουνά
από το χρυσαφί του σιταριού μέχρι την κόγχη της
άτρωτης χαράδρας της ανασφάλειας
και μένει
πάλι ο προαιώνιος ηχηρός υπαινιγμός εκκρεμοτήτων
πάλι η εμπειρία του γκρεμού που χάσκει...

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

δεν έχει αρχή


Δεν έχει αρχή, δάκρυα βροχή
Τέλος δεν έχει ο ουρανός
Ποιός θα βρεθεί, βαριά η ψυχή
Να μου το πει, πού θα σταθώ
Να σου το πω, γιατί να φύγεις.


Γιά ένα φιλί, δεν έχει αρχή
Τέλος δεν έχει μου ο καημός
Πονός πικρός, κόσμος μικρός
Γιά ένα φιλί, πικρό φιλί
Δάκρυα βροχή, γιατί να φύγεις
μουσική:Σταύρος Ξαρχάκος
λόγια:Βαγγέλης Γκούφας
**photo by Φαίδρα Φις

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

το γόνατο


Σε θυμάμαι,είχες μια μικρή ραγισματιά
Σαν δόκανο και φρέαρ μαζί,στο γόνατο
Κι από κει έσταζε όλη η αλλόκοτη οδύνη του μέσα σου
Από κει έτρεχε η φωτιά,όχι το αίμα
Από κει τρεφόσουν,απ'αυτόν το μικρό εγχάρακτο λώρο
Σε θυμάμαι,καθόσουν κάτω από μια κερασιά
-μια κερασιά που δεν έκανε σκιά γιατί ήταν διάφανη-
Κάτω από το φως της έσκαβες την τρύπα της πληγής σου
-να πάρει φως,να την κάνεις βαθύτερη;-
Σε θυμάμαι σαν όνειρο κρυμμένο σε ομίχλη
Πεισμωμένο γιατί ποθούσες το γαλανό κι ολοκάθαρο ουρανό
Αλλά κατόρθωνες μόνο τον πυρετό και μια θλίψη
-που τη νόθευες κάποτε με συνεσταλμένες ερωτοτροπίες
με τη φωτιά-
Και την αγρύπνια γιατί φοβόσουν ότι ο ύπνος θα σε κατάπινε
Σε θυμάμαι να στέκεσαι μπροστά σε μισές σελήνες
-σ'αυτά τα γυαλιστερά και κοφτερά δρέπανα-
Δεν άρθρωνες ούτε λέξη μπροστά τους
Ντρεπόσουν το μισό φέγγος και την κόψη τους
Τρόμαζες την ομορφιά τους
Κι αν είχες καλοσύνη,δε θυμάμαι
Ούτε και το έμαθα ποτέ
Ούτε να την ψελλίσεις ούτε να την τραυλίσεις μπορούσες
Σε θυμάμαι ν'ακολουθείς τη φωνή σου
Πνιγμέμη στα βάθη της
Σε θυμάμαι,είχες ένα γόνατο τρύπιο
Κι από κει ανάβλυζε-ανάκατο με το μπερδεμένο αίμα σου,
όχι αίμα-
Το ρετσίνι της κερασιάς.
*Τα Όνειρα Καπνίζουν
Εκδ. Γαβριηλίδης,2008
(αναδημοσιευμένο)

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

τα κορίτσια στη Σαβάνα

Βγαίνω στον κήπο.Ένα νυχτολούλουδο μου ξεκλειδώνει την όσφρηση.Καυτό ξεφύσημα του Αυγούστου γλιστράει στη ράχη μου."Πότε θα γίνεις άνθρωπος κόρη μου?Όταν ακμάσουν τα βρύα και γίνουν σαν τους κέδρους του Λιβάνου".Χλωμό,φασματικό φως του φεγγαριού,σώμα που ακουμπάει στην εξώπορτα,που άπτεται ξανά με ό,τι το ανατριχιάζει.Φλογέρες απ'το φαράγγι-χόρεψε.Έρχεται ο καλός σου.Τα πέλματα γυμνά-χόρεψε.Ξανά η ίδια γαλατένια οσμή πόθου.Για το άγνωστο.Προχωρημένη νύχτα,κλαίω φίλε,θρηνώ.*

Όταν ακούω άνθρωπο να κλαίει,μου'ρχεται στο μυαλό μια χαλασμένη βρύση που στάζει βρομόνερα.Όμως με το κλάμα αυτηνής ήταν διαφορετικά.Όποτε έκλαιγε,πήγαινα έξω από την πόρτα της και αφουγκραζόμουν.Ο πόνος της έσταζε βάλσαμο στην ψυχή μου.Γύρναγα στις δουλειές μου και λες κι είχα φτερά στα πόδια.[...]Μου έδινε χαρά(το κλάμα σου), και δεν υπήρχε κακία για σένα στη χαρά μου.Χαρά καθαρή σαν το νεράκι και παρηγοριά.Σαν δώρο για μένα ήταν το κλάμα σου.

Κανείς στο σκοτάδι δεν ψαύει τα σημάδια σου.Φτάνει η ψυχή ως εκεί,τα οσμίζεται,τα προσπερνάει.Χρειάζεται να ξημερώσει η μέρα,να ξυπνήσετε μαζί.Φως υδραργύρου στο μπάνιο,αν είσαι περαστικός το ξέρεις,ξυπνάς πρώτη,κλειδώνεις,πλένεσαι.Μέχρι να φύγει ο ξένος.Να ξυπνάς μαζί είναι άλλο.Αν ανοίξει τα μάτια του και σου χαμογελάσει,αν του χαμογελάσεις και εσύ,είναι άλλο.Αν σου μυρίσει ξεχασμένη μυρωδιά αγκαλιάς,είναι άλλο. *

*από το "πιο πολύ,πιο πολλοί"




*Θα σε λιώσω.
Ο
άνθρωπος αυτός
μου επετέθη
να με φιλήσει._




**της χαρμολύπης
αληθώς ωραία τα παραμύθια
και οι ευσεβείς παρηγορίες των ανθρώπων
Αλλά,αν στο βάθος της Ανάστασης,υπάρχει
λίγη πολιτική?
Αν ισχύει το αξίωμα"την πρώτη φορά δράμα
τη δεύτερη φάρσα" ,τότε τι γίνεται?
Ένας αναστήθηκε,καλό και άξιο το δράμα.
Όταν έρθει η ώρα η Δεύτερη,που θα σηκωθούν
όλοι πάνω και όταν τα μνήματα
μένουν άδεια...πιο άχρηστα

-2-


***και από ψυγεία πάγου...τότε τι γίνεται?
"πόσα χρόνια είσασταν πεθαμένος?
μόλις τριακόσια πενήντα.εσείς?
Μέσα σε μια νύχτα αποσκίρτησα από τα παραμύθια μου.
(ή έτσι νομίζω).
Όσο ακριβώς χρειάστηκε στον ήρωα του Κάφκα
να μεταμορφωθεί σε κατσαρίδα.
Έβλεπα όνειρο,ήμουν,λέει,μέσα στο παιχνιδομάγαζο
του Σβαρτς και έψαχνα για λαμπάδα.
Αλογάκια και Τρίμπουλουμ
κούκλες πορσελάνινες και...


***χειρόγραφα της Μαλβίνας


Μαλβίνα Κάραλη

*στον Σ.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

τραγικά συνώνυμα


Έχετε ήδη αποσυντεθεί εσείς σύντροφέ μου
Οι νοσηρές δυνάμεις σας νέκρωσαν τα πάθη
Κι ο λαιμός σας μελανός από ασφυκτικά χάδια
Και τα πλάσματα τα νυχτερινά,η συνοδεία σας
Ένα κοπάδι αλλόκοτων γερανών
Για τις πιο θαρραλέες από τις τύψεις σας
Φτεροκόπησε για το Νότο
Ενώ διαδηλώνατε τις εκδικήσεις σας θριαμβευτικά
Είδωλα που τα πιστέψατε για καθρέφτες
Και αγαπήσατε τα μάτια τους
Με τις οφιοειδείς στροφές τους
Νεκρές φύσεις δίχως ρίζα και υγρασία
Σύντροφέ μου διαλέξατε μια ενέργεια
Για να συγχωρήσετε την εκπαίδευσή μου
Από εσάς στις καταδίκες και
Υπήρξατε πρώτος το θύμα της
Για να φτύσετε το αίμα σας στο δάπεδο
Το αίμα σας που το χαλάσατε
Αφού το αναμείξατε με μάτια κλαμένα
Που γρατζουνούσαν τη μεμβράνη
Του αυτοσχέδιου ουρανού μου
Σύντροφέ μου,μη γελιέστε
Τίποτα δεν υπήρξε που θα μας ένωνε για πάντα
Ούτε και θα υπάρξει
Ο καθένας ανέλαβε το δικό του περίπατο στ'αόρατα
-ο δικός σας σας εξαπάτησε,γιατί δεν το ομολογείτε?-
Και να τώρα εσείς παραιτηθήκατε
Από τον Ενεστώτα της Ευκτικής
Και δεν υπερασπιστήκατε τη δυνητική ασκητική της
Δεν υπήρξατε επαρκής στην ευθύνη της
Έργω,σύντροφέ μου συγχωνευτήκαμε
Δεν συνυπήρξαμε
Χαρτοπόλεμος ήταν όχι πόλεμος
Μετρήσαμε ο καθένας χωριστά τα όνειρά του
Και λογαριάσαμε πόσα απ'αυτά χώρεσαν
Στις τσέπες του άλλου
Συνθέσαμε σκοτάδια
Τελειοποιώντας μ'αυτόν τον τρόπο
Τα σχέδια των αφορμών που ήταν
Καπνός από ένστικτα
Κι εσείς τώρα
Καπνός κι αποκαϊδια

*αναδημοσιευμένο
από Τα Όνειρα Καπνίζουν
εκδ.Γαβριηλίδης



Εύφορβος


Θύελλα έλα
Στο δέρμα η βδέλλα
Ξερίζωσέ τη
εγώ με την ομπρέλα
Στο ένα μάτι
θα προσπαθώ να βγάλω
Το χέρι το δεξί.


Κι όταν το κόψω πια
Και πεθάνω
ξέρω
Θα παρακαλώ
Τον αρχάγγελο
Να με φυλάει
Απ’τη ζωή.
Μην τυχόν
Και ξαναγράψω.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

"κεράσια για τη Φαίδρα"

ο πίνακας Kεράσια για τη Φαίδρα ,ανήκει στον αγαπημένο μου φίλο και ζωγράφο,
...με αφορμή το κείμενό μου: ωραίο μου Σκυλαντάρ-8.2.2009


Κώστα μου,"δεν τραγουδιέται η ομορφιά"
ούτε μιλιέται...

σ'ευχαριστώ
σου στέλνω αγάπη και φιλιά
που δεν ξεκολλάνε

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

βροχή μου


Έριξε πολύ νερό χθες. Ο ουρανός έμοιαζε με θάλασσα αναποδογυρισμένη. Το χώμα μούλιασε. Τόσο πολύ αραίωσε, που φοβήθηκα ότι θα διαλυθεί. Μετά, σκέφτηκα, καλύτερα. Όσοι είναι στην κοιλιά του θα νιώθουν λίκνισμα περίπου ίδιο μ’αυτό που νιώθεις όταν είσαι στη μήτρα της θάλασσας. Έριξε πολύ νερό χθες. Έγινε κατακλυσμός. Ήμασταν περίπου σαν σε κιβωτό. Ένα συμπαγές μαύρο-ολόμαυρο πλήρωμα. Κινούμασταν όλοι μαζί, με τον ίδιο βηματισμό. Σαν ένα βήμα.Μαζί μας και τα πουλιά. Ευχόμουν να μη σταματήσει να βρέχει. Όταν ήμουν μικρή-παιδάκι, τη φοβόμουν τη βροχή. Εκείνες τις καταιγίδες με τις αστραπές και τους κεραυνούς. Κρυβόμουν. Ο μπαμπάς μου,μου έλεγε πως η βροχή είναι καλή και καθαρτήρια και να πάψω να τη φοβάμαι.Μου έλεγε ακόμα πως όταν βρέχει πολύ και δυνατά,και όταν η βροχή διαρκεί ως το βράδυ, πέφτουν μερικά αστέρια απ’τον ουρανό. Και τότε φυτρώνουν στο χώμα. Και καρπίζουν άλλα αστέρια. Γήινα. Από τις πολλές φορές που το έλεγε, το πίστεψα. Γι’αυτό και χθες περίμενα τη βροχή ώσπου η νύχτα και ο ουρανός να ρίξουν τ’αστέρια τους. Βαθιά μέσα μου όμως, έχω συντηρήσει ένα κομμάτι εκείνου του παλιού μου φόβου. Για να θυμάμαι, πώς είναι να είσαι παιδί και να φοβάσαι. Κάθησα στο παιδικό μου δωμάτιο. Στο παράθυρο που άλλοτε ήταν το γραφείο μου, τώρα υπάρχει μια πολυθρόνα. Τράβηξα την κουρτίνα και κοίταζα έξω. Πάντα τύχαινε να παρατηρώ τη θέα από κει, όταν το φυσικό φως δεν είχε δύσει. Απόψε ήταν διαφορετική. Φαίνεται απέναντι το σκληρό μπλε περίγραμμα του βουνού. Η Όθρυς. Το ποταμάκι που μας χωρίζει, εμένα και το βουνό, στερεμένο εδώ και καιρό. Απόψε φλοισβίζει ορμητικό νερό. Μετακίνησα ελάχιστα το ποτήρι που είχα αφήσει στο περβάζι για να βλέπω καλύτερα. Το παλιό μου ποδήλατο.Το απέναντι παγκάκι. Μια ομπρέλα πεταμένη στο δρόμο. Μια ρόδα ξεκολλημένη. Φρύγανα και φύλλα μαλακά. Πεσμένα και παρασυρμένα στην άκρη του δρόμου. Τόσο μικρά, τόσο ασήμαντα πράγματα μπροστά στον ουρανό. Μπροστά σ’αυτή την ψυχάρα που ψάχνει φως για να καεί. Το νερό σταμάτησε κι ο ουρανός έγινε μαύρη,στεγνή θάλασσα, με τ’αστέρια του, λαμπερά, γυαλισμένα πυροφάνια. Ποιος ξέρει αύριο, σε ποιο αγκίστρι του θεού, ποιος θα πιαστεί…

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ψυχή φευγάτη



Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά
Τ’άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα


Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα


Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα


Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβαγμένοι



Κανείς δε σε γνωρίζει πια.
Μα εγώ σε τραγουδάω
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου



Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι



Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

τα θελκτικά του ίχνη


ο ήλιος επικρέμαται ειρωνικά
ως είλωτας ενστίκτου φωσφόρου
πάνω από τον Νείλο κήπος από νούφαρα
ανυπόληπτου εραστή ανυδρίτης υαλογραφήματος
με τις αλχημικές του μεθέξεις μας καλεί
σε τροχιά υδραργύρου μικροκλίματος
εμείς οι απόηχοι λάτρεις της σάρκας και της σκλαβιάς
χρήζουμε επειγούσης ενισχύσεως άφατης μνήμης
μονομερή κορμιά εμπιστεύονται
θαύματα παρωχημένα
αντίθετα με τους ψιθύρους των ναμάτων
ραντίσματος μαύρου μύρου
κραδαίνοντας απόκρυφες αιτίες απολαύσεων
αντιλάλους άσπιλων σπερμάτων
κατόπιν στη συσκότιση των παιγνιωδών ωρών
όπου υφιστάμεθα την πνευματική παράλυση
δεν μ'ενοχλούν οι αντιφάσεις σου
ιδίως εκείνες που αμβλώνουν το ζην ακινδύνως
και επιβεβαιώνουν τη φρενίτιδα
στην τροπική βλάστηση υπογαστρίου κοιτώνος
όταν ταυτόχρονα παίρνεις εκείνη την όψη
που μόνο ένας ληθαργικός τρελός σαν εμένα
μπορεί να εννοήσει απαλλαγμένος
από το βιομηχανικό ιδεώδες και
γιατί μπορώ να λάβω την ίδια ακριβώς μορφή
λιώνοντας ποίηση και σάρκα
με μεσολαβητή μια αφυπνισμένη μοίρα
που είτε το θες είτε όχι μέσα και μόνο
από τη συνεύρεσή μας θα δικαιώνεται
ως αιώνια Ημισέληνος
για ν'αγκαλιαζόμαστε ακριβώς
στην κόψη της

*αναδημοσιευμένο.
αφιερωμένο όπου και την πρώτη φορά.
δηλαδή,στον Μ.Σ.
από τα Όνειρα Καπνίζουν
εκδ.Γαβριηλίδη

άσπρο καϊκι στη Νέα Πέραμο


Ένα βραδάκι στο λιμανάκι στη Νέα Πέραμο
βυζαντινό ήρθε καραβάκι από την Πέργαμο
με το φεγγάρι χρυσοβαλμένο σε στάμνα πήλινη
κι είχε στην πλώρη του σκαλισμένη γοργόνα ξύλινη

Άσπρο καϊκι που ήρθ' απέναντι από τα μέρη μου
κι ο καπετάνιος του τραγουδούσε το Τζιβαέρι μου

Άδειασε ψάρια ο καπετάνιος από τ' αμπάρια του
κι έκατσε κι έλεγε για τον κόπο και τα χαμπάρια του
έβαλε κι ήπιε κι από τη στάμνα σε ακροκέραμο
και το τραγούδι του αντηχούσε στη Νέα Πέραμο

Άσπρο καϊκι που ήρθ' απέναντι από τα μέρη μου
κι ο καπετάνιος του τραγουδούσε το Τζιβαέρι μου

Έγειρ' η στάμνα του και δακρύζει το κεχριμπάρι του
γέμισε η θάλασσα με φωτάκια απ' το φεγγάρι του
ο καπετάνιος αποκοιμήθηκε και ξημέρωσε
τότε τραγούδησε η γοργόνα κι η μέρα μέρωσε

Άσπρο καϊκι που ήρθ' απέναντι από τα μέρη μου
κι ο καπετάνιος του τραγουδούσε το Τζιβαέρι μου


μουσική και στίχοι:Παντελής Θαλασσινός


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

το πάρτυ

η πέτρα


η πέτρα είν' ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου
φυτρώσαν άσπρα γιασεμιά
μεσ' την αναπνοή μου.
Είν' ένα δέντρο έρημο
στην πέτρα σπάει η φωνή μου
δεν μπαίνει αγέρας μήτε φως
σκεβρώνει το κορμί μου.



Είναι η κραυγή της μάνας μου
είναι η πληγή του κόσμου
φέρτε κρασί φέρτε φωτιά
να κάψω τον καημό μου.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

θέλω τη μέρα που θα φύγεις απ'το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να μ'αγαπάς


H αβρότητα των παλμών σου δεν κατάφερε να βρει το δικό μου δυσανάλογο βάθος. Φρόντιζα ν’ανακατέψω επαρκώς στον τενεκέ,άχρηστα και σπουδαία. Τότε προσπαθούσα να σε πείσω, να σε κρατήσω με ρητορείες, σοφίσματα, ευφυολογήματα. Να συντηρώ έστω τη στρεβλωμένη αξία της εικόνας μου μέσα σου. Νόμιζα πως θα τα κατάφερνα και θα σε κρατούσα. Υπήρξα λίγος για σένα. Ναι,το πιστεύω. Για να διασκεδάσω την απαξία μου σε άφησα να φύγεις. Χωρίς παρακάλια. Χωρίς κλάματα. Χωρίς δράματα. Χωρίς τίποτα. Απλώς άνοιξες την πόρτα κι έφυγες. Και με άφησες πίσω. Να μην έχω καταλάβει. Να μη θέλω να σε καταλάβω. Να μην σε αξίζω. Να μην μπορώ να σ’ερμηνεύσω. Μόνος. Με την παράδοξη περιουσία μου, τις ταλαιπωρημένες ενοχές, τις αντιπαθητικές σκιές, φανερά θανατηφόρες. Επιχειρούσα δήθεν το μέτρο τότε. Έκαψα τον εαυτό μου σε ιστορίες τρέλας. Να σπάσω το καλούπι,-ήθελα,δεν το τολμούσα-να φτιάξω μια εντελώς καινούρια μήτρα, για μένα, για σένα, για μας. Όλα σκοτάδια. Κακοποιούσαν και την ελάχιστη,ας πούμε, ομορφιά μου. Και σ’έβλεπα στα κρυφά,σαν κλέφτης. Από μακριά,σαν παράνομος. Μέσα στον ισοπεδωμένο κι ομοιόμορφο κόσμο, εσύ ξεχώριζες σαν πρωινό ολόλαμπρο άστρο. Ανάμεσα στα ζαλισμένα δίποδα, στα σαστισμένα ξόανα ήσουν ο πρώτος Ήλιος που έβγαινε στην καινούρια Γη…

*απόσπασμα από το "η Φαίδρα Φις δεν είναι ψάρι"(υπό έκδοση)

αναγνώσεις ονείρου


Βέλη πυρακτωμένα και κισσοί ασφυκτικοί ολόγυρα
Τρεις χελώνες κολυμπούν
και μεταξύ τους παίζουν με βότσαλα


Η φωτιά με ξεσήκωσε να δω πιο πέρα
μια φοινικιά που έπαιρνε αέρα...


Ένα τσιγάρο πιο βαρύ απ'τα συνηθισμένα
έφτυσα μέσα στο τζάκι
από την καύτρα του άναψε ένα καζάνι
με οξιές...
ένα άρωμα παράδοξο με τύλιξε
σαν χαραυγή άγριου χειμώνα


έφτασα

παραδίνομαι στο πιο ρευστό τέρμα
μια μελωδία παραμιλά
σύρριζα στο δέρμα


Την ώρα αυτή,στο σπίτι μπήκε ένα πουλί
που τραγουδούσε επιστροφή
τα ψάρια όλα χορεύανε μες στη διάφανη γυάλα
τα πορτοκάλια μυροβολούσαν παρακάλια
και το πουλί στεκόταν ορφανό
πάνω σ'ένα κλωνάρι-πεύκου-
που συγκρατούσε μόνο ένα κουκουνάρι
το κέλυφος λειψό,ξεστεριωμένο
άρχισε το πουλί δειλά να τσιμπάει
λίγο απ' τη φλούδα του πορτοκαλιού
λίγο απ'το κουκουνάρι
πικρό γλυκό εναλλαγή
σαν άγιου συναξάρι


Σηκώθηκα πολύ αργά απ΄το πάτωμα
νερό για να του βάλω
να ξεδιψά τις ρίμες που τραγουδά
αιώνια
κι όπως το ξεπροβόδιζα στα κρεμαστά
μπαλκόνια
σαν επισκέπτη μιας χαράς,που
χρόνια


αδημονούσα να μ'εκπλήξει


εκεί,λίγο πιο έξω απ'το παράθυρο
συνάντησε μια φώκια
πιαστήκανε φτερό φτερό
ανιχνεύοντας μ'αυτή
την παράξενη αφή
τ'ουρανού το ατέλειωτο τέμενος


Εδώ κάηκε τ'όνειρο
Πιο πριν και πιο μετά
Δεν μπόρεσα να δω
Το παραπέρα ήταν άγραφο ακόμα
Ή θα το έγραφα εγώ στο στερέωμα


*από τη συλλογή μου "Το Ράμφος"
κυκλοφορεί από εκδ.Κώδικας,2007


ποίηση:Κ.Π.Καβάφης
Δεκέμβρης 1903
μελωδία:Σωκράτης Μάλαμας

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

carcel de oro


Στο παλάτι της καρδιάς σου
όταν ήρθα ήμουν τσιγγάνα
Μαύρο κάρβουνο η ματιά σου
πήρα κι άναψα φωτιά
Κι ώσπου να τελειώσει η νύχτα
τ'ουρανού είχα πιει το μάννα
Και βασίλισσα είχα γίνει
με κορώνα στα μαλλιά

Μα η φωτιά που'χω για αίμα
Και στα δάχτυλα τα ζίλια
Σου ξεσήκωσαν τη ζήλεια
Που αρρωσταίνει τα φιλιά
Κι όπως μ'έκλεινε η καρδιά σου
Σε κελί χωρίς μια γρίλλια
Πως θα φύγω από κοντά σου
Είπα κι έκλαψα πικρά

Να μη μου λες πια,σε θέλω,σε θέλω
Τέτοια αγάπη είναι σκλαβιά
Όπως τα πουλιά,πεθαίνω,πεθαίνω
Λαχταρώ τη λευτεριά
Άνοιξέ μου αυτή την πόρτα
Άνοιξε την κλειδαριά
Σαν τυφλά είν'απ΄τα σκοτάδια
Και τα μάτια κι η καρδιά
Και σου τραγουδώ με πόνο,με πόνο
Να μη με ξανασκεφτείς
Το κλειδάκι γύρνα μόνο
Της χρυσής μου φυλακής

Εδώ άσε με να ματώνω...

Με βιασύνη να σ'αφήσω
βγήκα κι έπιασα τους δρόμους
Να μου στέλναν ταχυδρόμους
τα φιλιά σου όλα μαζί
Πού βρεθήκαν τόσα αγκάθια,
τόση μοναξιά στους ώμους
Κι είπα ό,τι υπάρχει ωραίο
στην αγάπη μόνο ζει

Να μ'αγαπάς μόνο θέλω,δε θέλω
Να πετάξω πιο μακριά
Όπως τα πουλιά μαθαίνω,μαθαίνω
Έτσι δίπλα στα κλαδιά
Άνοιξέ μου αυτή την πόρτα
Άνοιξε την κλειδαριά
Μόνο τα δικά σου χνώτα
Μου ζεστάναν την καρδιά
Σε ικετεύω με πόνο,με πόνο
Και μην το ξανασκεφτείς
Το κλειδάκι γύρνα μόνο
Της χρυσής μου φυλακής
Να λες μ'αγαπάς
Να λιώνω...


Το κλειδάκι γύρνα μόνο
Της χρυσής μου φυλακής

Αγάπη μου, λες
Και λιώνω...


μουσική:Javier Limon
λόγια:Λίνα Νικολακοπούλου

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

ωραίο μου Σκυλαντάρ

Χάραμα. Γράφω για κάτι άδεια πακέτα τσιγάρα. Πάνω στα πακέτα. Τα χαράζω.Τα καίω. Επαναστάτης των γλυκών νερών. Σε πετώ στη φωτιά.Καθετί που σε αφορά έχει να κάνει με αριθμούς. Κάπνισα. Καπνίζω. Παίζει μουσική σκα. Έψαξα τα σοκολατάκια μου. Δεν μπορώ χωρίς αυτά. Ευτυχώς τα βρήκα γρήγορα κάτω από το κρεβάτι. Με πιάνει στερητικό. Τι κοιτάς? Είσαι στο πάτωμα ζωγραφίζεις. Είσαι στο πάτωμα μπερδεμένος με χίλια χρώματα. Εγώ σε βλέπω γκρίζο. Με κοιτάς. Τι κοιτάς? Πάω στον καθρέφτη. Ή απλώς μπροστά από ένα τζάμι. Ζωγραφίζεις. Ένα πουλί σε συρματόπλεγμα. Μια «γάτα με φτερά»*, ανεβασμένη στο στύλο της ΔΕΗ. Πηγαίνω στη μπανιέρα, κρατάω το βιβλίο…Φούσκα. Στο σπίτι έχουν πέσει οι σοβάδες. Αλλά έχεις ζωγραφίσει στους τοίχους. Ξεφλουδισμένες ζωγραφιές. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Κι εκεί ξεφλούδισμα. Σκύβω απ’τα κάγκελα. Καπνίζω και δαγκώνω το σοκολατάκι. Στάζει μαύρο ρούμι κάτω στο δρόμο. Κάποιος στο παράθυρο του κάτω ορόφου προσπαθεί να καθαρίσει τα εξωτερικά τζάμια. Κάθονται συχνά τα περιστέρια στο μπαλκόνι και το βρωμίζουν, αυτά, τα πουλιά της ειρήνης και της αθωότητας. Γυρίζω μέσα. Μέσα μια λίμνη από στατικά χρώματα. Περπατώ δίπλα της. Έχει πάπιες και τις ταίζω-αρχίζουν να μου μιλούν σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω- λίγο απ’τα σοκολατάκια μου. Ζωγραφίζεις στο πάτωμα. Ένα σπουργίτι σε συρματόπλεγμα. Πολλά –τιτιβίζουν παράξενα τραγούδια και νομίζω για λίγο πως είμαι στην Αφρική το ξημέρωμα. Ένα άσπρο μαντίλι στο πουθενά. Βγαίνω στο παράθυρο. Καπνίζω. Τρώω άλλο ένα σοκολατάκι. Μουσική σκα. Ανεβαίνω στο περβάζι. Κι από δω ίδιος ο κόσμος, ο δρόμος, ο ήλιος. Ο ήλιος κρύβεται. Δοκιμάζω μια σταγόνα βροχής από το κλαδί που έπεσε αιφνίδια στο στόμα μου. Ίδια κι εδώ η γεύση. Νερό. Άρχισε ξαφνική βροχή. Μπαίνω μέσα. Φουσκώνω δυο μπαλόνια. Ένα μαύρο-με καπνό- ένα άσπρο-με τίποτα. Τ’αφήνω στο πάτωμα αλλά αυτά ανεβαίνουν στο ταβάνι. Τα φυσάς. Ζωγραφίζεις. Ένα τσαλαπετεινό στις χορδές μιας κιθάρας. Ένα κορίτσι ριγέ. Θα είναι κοντά στα οχτώ. Κοιτάζει θυμωμένο. Σ’αφήνω. Καπνίζω. Πηγαίνω στο μεγάλο κλειστό παράθυρο. Βγάζω την μπλούζα μου. Κοιτάζω στο δρόμο. Βροχή. Εικόνα ανήμερη. Ζωγραφίζεις ένα χαμόγελο. Όχι το δικό μου. Δεν το βρήκες. Δυο παιδάκια απέναντι παίζουν τυφλόμυγα. Έχουν δεμένα τα μάτια τους με μαύρο πανί. Κυνηγιούνται. Ξανά μέσα. Ξαπλώνω στο πάτωμα. Από πέτρες είναι. Καπνίζεις. Εμένα ζωγραφίζεις πια. Μισή ψάρι μισή άνθρωπος. Κρατάω βεντάλια λευκή. Κάνει φρικτή ζέστη. Κοιτάζω τις ορχιδέες. Αναρωτιέμαι αν καπνίζονται. Κάθομαι. Καπνίζω. Τρώω σοκολατάκια. Το τελευταίο. Το ρολόι δείχνει έξι. Θέλω να βγω στο δρόμο. Όχι στο δρόμο. Στο δρόμο που βγάζει στη θάλασσα. Ζωγραφίζεις. Ένα ελικόπτερο προσγειώνεται στο χείλος του ποτηριού κι εκεί συναντά το μηρμύγκι. Ένα ποδήλατο παρατημένο στην άκρη στο ποτάμι-αρχίζει να κυλάει μόνο του. Εμένα ανάμεσα στις ράγες ενός τρένου. Μια μαύρη τρύπα. Εσύ κι εγώ. Μέσα. Το τρένο έρχεται. Σφυρίζει. Αδρεναλίνη. Πηγαίνω στο ψυγείο. Έχει μόνο κεράσια. Γεμάτο κεράσια. Όλο το ψυγείο κεράσια. Πλένω μερικά. Τα κρατώ. Τα σφίγγω. Το χέρι μου γεμίζει από τα ζουμιά τους. Ζουμί σαν αίμα. Τα σκουπίζω στο εσώρουχό μου. Έρχομαι. Ζωγραφίζεις. Εμένα φάντασμα με κόκκινο πέπλο πάνω από ένα ηφαίστειο. Με κοιτάς. Τι κοιτάς? Έχεις αίμα,λες. Δεν έχω. Ζωγράφιζε. Μην κοιτάς. Με φτιάχνεις μπλε. Μ’ένα ψαλίδι. Πηγαίνω στο ψυγείο και πετάω όλα τα κεράσια έξω. Στο πάτωμα. Πατάω ξυπόλητητη πάνω τους. Δεν λυπάμαι τα κεράσια. Τα ζουμιά τους θα μας πνίξουν. Έγινε το πάτωμα κόκκινο. Δύσκολος λεκές το ζουμί απ’το κεράσι. Βουτάς το πινέλο σου στο ζουμί. Τι κοιτάς. Ανοίγω την ομπρέλα. Δεν κάνει μου λες. Γιατί? Έίναι γρουσουζιά. Ζωγραφίζεις εσένα στην καμπύλη της γης μ’ένα πράσινο πανί ν’ανεμίζει στο διάστημα. Βαριέμαι. Βάζω μουσική σκα. Το δίσκο απ’την αρχή. Βάζω ξανά το μακό μου. Βγαίνω στο δρόμο. Παίρνω το δίσκο της Σούζι μαζί. Κάθομαι οκλαδόν ακριβώς στη μέση του δρόμου. Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων. Ζωγραφίζεις. Εμένα γυμνή με πέντε πορτοκάλια στην κοιλιά. Δεν με κοιτάς που βγήκα στο δρόμο. Δίνω το δίσκο στους περαστικούς. Στα αυτοκίνητα. Κανείς δε σταματάει. Κανείς δεν τον θέλει. Σηκώνομαι. Τον πατάω. Σπάει. Κομμάτια. Γυρίζω. Παίρνω σπάγγο απ’το συρτάρι. Δένω τα χέρια μου. Δένω τα γόνατά μου μαζί. Ζωγραφίζεις ένα δίχτυ και μέσα ένα δελφίνι. Εμένα μ’ένα δέντρο στο κεφάλι. Τα κλαδιά του βγαίνουν έξω απ’το κεφάλι μου. Κουράστηκα. Πάω να ξαπλώσω. Κοιμάμαι. Βλέπω όνειρο ένα ρόδι. Μια μαγική σφαίρα με ρόδια και πεταλούδες. Βάζω τις παλάμες μου πάνω της. Προσπαθώ να διαβάσω το μέλλον. Γίνονται όλα κόκκινα. Δείχνει μόνο κόκκινο πηχτό. Σιγά αρχίζω να διακρίνω ένα κλουβί, καθώς το κόκκινο ξεθωριάζει. Εκεί βλέπω μαζί το σπουργίτι με τον τσαλαπετεινό. Αγκαλιάζω το κλουβί. Η ομπρέλα μου ραμφίζει τη σφαίρα. Βγάζει πόδια και με κυνηγά. Είναι πράγματι γρουσουζιά. Τώρα βλέπω και τον Κρόνο μέσα στη γυάλινη σφαίρα. Θέλει να με φάει. Νιώθω ασφυξία. Ψάχνω τα σοκολατάκια μου κάτω απ’το κρεβάτι. Δεν είναι. Τα ψάχνω πιο μέσα με αγωνία. Ξυπνάω απότομα. Τρέχω σε σένα. Είσαι ήρεμος στο πάτωμα. Έχεις αποκοιμηθεί. Ωραίος είσαι ήρεμος. Ωραίος είσαι και με νεύρα και πινέλα.

Είναι χαράματα. Είμαι σε καραβάκι πλωτό.Επιστρέφω στο Νείλο…ωραίο μου
Σκυλαντάρ



*η φράση ανήκει στο Μαύρο Γάτο-ευχαριστώ
*το κείμενο αφιερώνεται:
-στο Σολωμάντζαρο, επειδή μου το ζήτησε-στο είπα ότι θα το μετανιώσεις
αλλά και για τα χρώματα και τα πινέλα
-στον k.t.kouk για το κόκκινο χρώμα και τα κεράσια
-στη Δία για τη στολή Σούπερμαν και για το σουαρέ
-στον sigma για το σκίτσο που μου χάρισε
-στον Βασίλη για τα λεύτερα πουλιά της Αφρικής
στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων
-στην αύρα για το κόκκινο πέπλο κοντά στο ηφαίστειο

Τήνος, Σκυλαντάρ, 31.1.2020
Νείλος.