Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

ωραίο μου Σκυλαντάρ

Χάραμα. Γράφω για κάτι άδεια πακέτα τσιγάρα. Πάνω στα πακέτα. Τα χαράζω.Τα καίω. Επαναστάτης των γλυκών νερών. Σε πετώ στη φωτιά.Καθετί που σε αφορά έχει να κάνει με αριθμούς. Κάπνισα. Καπνίζω. Παίζει μουσική σκα. Έψαξα τα σοκολατάκια μου. Δεν μπορώ χωρίς αυτά. Ευτυχώς τα βρήκα γρήγορα κάτω από το κρεβάτι. Με πιάνει στερητικό. Τι κοιτάς? Είσαι στο πάτωμα ζωγραφίζεις. Είσαι στο πάτωμα μπερδεμένος με χίλια χρώματα. Εγώ σε βλέπω γκρίζο. Με κοιτάς. Τι κοιτάς? Πάω στον καθρέφτη. Ή απλώς μπροστά από ένα τζάμι. Ζωγραφίζεις. Ένα πουλί σε συρματόπλεγμα. Μια «γάτα με φτερά»*, ανεβασμένη στο στύλο της ΔΕΗ. Πηγαίνω στη μπανιέρα, κρατάω το βιβλίο…Φούσκα. Στο σπίτι έχουν πέσει οι σοβάδες. Αλλά έχεις ζωγραφίσει στους τοίχους. Ξεφλουδισμένες ζωγραφιές. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Κι εκεί ξεφλούδισμα. Σκύβω απ’τα κάγκελα. Καπνίζω και δαγκώνω το σοκολατάκι. Στάζει μαύρο ρούμι κάτω στο δρόμο. Κάποιος στο παράθυρο του κάτω ορόφου προσπαθεί να καθαρίσει τα εξωτερικά τζάμια. Κάθονται συχνά τα περιστέρια στο μπαλκόνι και το βρωμίζουν, αυτά, τα πουλιά της ειρήνης και της αθωότητας. Γυρίζω μέσα. Μέσα μια λίμνη από στατικά χρώματα. Περπατώ δίπλα της. Έχει πάπιες και τις ταίζω-αρχίζουν να μου μιλούν σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω- λίγο απ’τα σοκολατάκια μου. Ζωγραφίζεις στο πάτωμα. Ένα σπουργίτι σε συρματόπλεγμα. Πολλά –τιτιβίζουν παράξενα τραγούδια και νομίζω για λίγο πως είμαι στην Αφρική το ξημέρωμα. Ένα άσπρο μαντίλι στο πουθενά. Βγαίνω στο παράθυρο. Καπνίζω. Τρώω άλλο ένα σοκολατάκι. Μουσική σκα. Ανεβαίνω στο περβάζι. Κι από δω ίδιος ο κόσμος, ο δρόμος, ο ήλιος. Ο ήλιος κρύβεται. Δοκιμάζω μια σταγόνα βροχής από το κλαδί που έπεσε αιφνίδια στο στόμα μου. Ίδια κι εδώ η γεύση. Νερό. Άρχισε ξαφνική βροχή. Μπαίνω μέσα. Φουσκώνω δυο μπαλόνια. Ένα μαύρο-με καπνό- ένα άσπρο-με τίποτα. Τ’αφήνω στο πάτωμα αλλά αυτά ανεβαίνουν στο ταβάνι. Τα φυσάς. Ζωγραφίζεις. Ένα τσαλαπετεινό στις χορδές μιας κιθάρας. Ένα κορίτσι ριγέ. Θα είναι κοντά στα οχτώ. Κοιτάζει θυμωμένο. Σ’αφήνω. Καπνίζω. Πηγαίνω στο μεγάλο κλειστό παράθυρο. Βγάζω την μπλούζα μου. Κοιτάζω στο δρόμο. Βροχή. Εικόνα ανήμερη. Ζωγραφίζεις ένα χαμόγελο. Όχι το δικό μου. Δεν το βρήκες. Δυο παιδάκια απέναντι παίζουν τυφλόμυγα. Έχουν δεμένα τα μάτια τους με μαύρο πανί. Κυνηγιούνται. Ξανά μέσα. Ξαπλώνω στο πάτωμα. Από πέτρες είναι. Καπνίζεις. Εμένα ζωγραφίζεις πια. Μισή ψάρι μισή άνθρωπος. Κρατάω βεντάλια λευκή. Κάνει φρικτή ζέστη. Κοιτάζω τις ορχιδέες. Αναρωτιέμαι αν καπνίζονται. Κάθομαι. Καπνίζω. Τρώω σοκολατάκια. Το τελευταίο. Το ρολόι δείχνει έξι. Θέλω να βγω στο δρόμο. Όχι στο δρόμο. Στο δρόμο που βγάζει στη θάλασσα. Ζωγραφίζεις. Ένα ελικόπτερο προσγειώνεται στο χείλος του ποτηριού κι εκεί συναντά το μηρμύγκι. Ένα ποδήλατο παρατημένο στην άκρη στο ποτάμι-αρχίζει να κυλάει μόνο του. Εμένα ανάμεσα στις ράγες ενός τρένου. Μια μαύρη τρύπα. Εσύ κι εγώ. Μέσα. Το τρένο έρχεται. Σφυρίζει. Αδρεναλίνη. Πηγαίνω στο ψυγείο. Έχει μόνο κεράσια. Γεμάτο κεράσια. Όλο το ψυγείο κεράσια. Πλένω μερικά. Τα κρατώ. Τα σφίγγω. Το χέρι μου γεμίζει από τα ζουμιά τους. Ζουμί σαν αίμα. Τα σκουπίζω στο εσώρουχό μου. Έρχομαι. Ζωγραφίζεις. Εμένα φάντασμα με κόκκινο πέπλο πάνω από ένα ηφαίστειο. Με κοιτάς. Τι κοιτάς? Έχεις αίμα,λες. Δεν έχω. Ζωγράφιζε. Μην κοιτάς. Με φτιάχνεις μπλε. Μ’ένα ψαλίδι. Πηγαίνω στο ψυγείο και πετάω όλα τα κεράσια έξω. Στο πάτωμα. Πατάω ξυπόλητητη πάνω τους. Δεν λυπάμαι τα κεράσια. Τα ζουμιά τους θα μας πνίξουν. Έγινε το πάτωμα κόκκινο. Δύσκολος λεκές το ζουμί απ’το κεράσι. Βουτάς το πινέλο σου στο ζουμί. Τι κοιτάς. Ανοίγω την ομπρέλα. Δεν κάνει μου λες. Γιατί? Έίναι γρουσουζιά. Ζωγραφίζεις εσένα στην καμπύλη της γης μ’ένα πράσινο πανί ν’ανεμίζει στο διάστημα. Βαριέμαι. Βάζω μουσική σκα. Το δίσκο απ’την αρχή. Βάζω ξανά το μακό μου. Βγαίνω στο δρόμο. Παίρνω το δίσκο της Σούζι μαζί. Κάθομαι οκλαδόν ακριβώς στη μέση του δρόμου. Στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων. Ζωγραφίζεις. Εμένα γυμνή με πέντε πορτοκάλια στην κοιλιά. Δεν με κοιτάς που βγήκα στο δρόμο. Δίνω το δίσκο στους περαστικούς. Στα αυτοκίνητα. Κανείς δε σταματάει. Κανείς δεν τον θέλει. Σηκώνομαι. Τον πατάω. Σπάει. Κομμάτια. Γυρίζω. Παίρνω σπάγγο απ’το συρτάρι. Δένω τα χέρια μου. Δένω τα γόνατά μου μαζί. Ζωγραφίζεις ένα δίχτυ και μέσα ένα δελφίνι. Εμένα μ’ένα δέντρο στο κεφάλι. Τα κλαδιά του βγαίνουν έξω απ’το κεφάλι μου. Κουράστηκα. Πάω να ξαπλώσω. Κοιμάμαι. Βλέπω όνειρο ένα ρόδι. Μια μαγική σφαίρα με ρόδια και πεταλούδες. Βάζω τις παλάμες μου πάνω της. Προσπαθώ να διαβάσω το μέλλον. Γίνονται όλα κόκκινα. Δείχνει μόνο κόκκινο πηχτό. Σιγά αρχίζω να διακρίνω ένα κλουβί, καθώς το κόκκινο ξεθωριάζει. Εκεί βλέπω μαζί το σπουργίτι με τον τσαλαπετεινό. Αγκαλιάζω το κλουβί. Η ομπρέλα μου ραμφίζει τη σφαίρα. Βγάζει πόδια και με κυνηγά. Είναι πράγματι γρουσουζιά. Τώρα βλέπω και τον Κρόνο μέσα στη γυάλινη σφαίρα. Θέλει να με φάει. Νιώθω ασφυξία. Ψάχνω τα σοκολατάκια μου κάτω απ’το κρεβάτι. Δεν είναι. Τα ψάχνω πιο μέσα με αγωνία. Ξυπνάω απότομα. Τρέχω σε σένα. Είσαι ήρεμος στο πάτωμα. Έχεις αποκοιμηθεί. Ωραίος είσαι ήρεμος. Ωραίος είσαι και με νεύρα και πινέλα.

Είναι χαράματα. Είμαι σε καραβάκι πλωτό.Επιστρέφω στο Νείλο…ωραίο μου
Σκυλαντάρ



*η φράση ανήκει στο Μαύρο Γάτο-ευχαριστώ
*το κείμενο αφιερώνεται:
-στο Σολωμάντζαρο, επειδή μου το ζήτησε-στο είπα ότι θα το μετανιώσεις
αλλά και για τα χρώματα και τα πινέλα
-στον k.t.kouk για το κόκκινο χρώμα και τα κεράσια
-στη Δία για τη στολή Σούπερμαν και για το σουαρέ
-στον sigma για το σκίτσο που μου χάρισε
-στον Βασίλη για τα λεύτερα πουλιά της Αφρικής
στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων
-στην αύρα για το κόκκινο πέπλο κοντά στο ηφαίστειο

Τήνος, Σκυλαντάρ, 31.1.2020
Νείλος.