Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

θέλω τη μέρα που θα φύγεις απ'το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να μ'αγαπάς


H αβρότητα των παλμών σου δεν κατάφερε να βρει το δικό μου δυσανάλογο βάθος. Φρόντιζα ν’ανακατέψω επαρκώς στον τενεκέ,άχρηστα και σπουδαία. Τότε προσπαθούσα να σε πείσω, να σε κρατήσω με ρητορείες, σοφίσματα, ευφυολογήματα. Να συντηρώ έστω τη στρεβλωμένη αξία της εικόνας μου μέσα σου. Νόμιζα πως θα τα κατάφερνα και θα σε κρατούσα. Υπήρξα λίγος για σένα. Ναι,το πιστεύω. Για να διασκεδάσω την απαξία μου σε άφησα να φύγεις. Χωρίς παρακάλια. Χωρίς κλάματα. Χωρίς δράματα. Χωρίς τίποτα. Απλώς άνοιξες την πόρτα κι έφυγες. Και με άφησες πίσω. Να μην έχω καταλάβει. Να μη θέλω να σε καταλάβω. Να μην σε αξίζω. Να μην μπορώ να σ’ερμηνεύσω. Μόνος. Με την παράδοξη περιουσία μου, τις ταλαιπωρημένες ενοχές, τις αντιπαθητικές σκιές, φανερά θανατηφόρες. Επιχειρούσα δήθεν το μέτρο τότε. Έκαψα τον εαυτό μου σε ιστορίες τρέλας. Να σπάσω το καλούπι,-ήθελα,δεν το τολμούσα-να φτιάξω μια εντελώς καινούρια μήτρα, για μένα, για σένα, για μας. Όλα σκοτάδια. Κακοποιούσαν και την ελάχιστη,ας πούμε, ομορφιά μου. Και σ’έβλεπα στα κρυφά,σαν κλέφτης. Από μακριά,σαν παράνομος. Μέσα στον ισοπεδωμένο κι ομοιόμορφο κόσμο, εσύ ξεχώριζες σαν πρωινό ολόλαμπρο άστρο. Ανάμεσα στα ζαλισμένα δίποδα, στα σαστισμένα ξόανα ήσουν ο πρώτος Ήλιος που έβγαινε στην καινούρια Γη…

*απόσπασμα από το "η Φαίδρα Φις δεν είναι ψάρι"(υπό έκδοση)