Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

αναγνώσεις ονείρου


Βέλη πυρακτωμένα και κισσοί ασφυκτικοί ολόγυρα
Τρεις χελώνες κολυμπούν
και μεταξύ τους παίζουν με βότσαλα


Η φωτιά με ξεσήκωσε να δω πιο πέρα
μια φοινικιά που έπαιρνε αέρα...


Ένα τσιγάρο πιο βαρύ απ'τα συνηθισμένα
έφτυσα μέσα στο τζάκι
από την καύτρα του άναψε ένα καζάνι
με οξιές...
ένα άρωμα παράδοξο με τύλιξε
σαν χαραυγή άγριου χειμώνα


έφτασα

παραδίνομαι στο πιο ρευστό τέρμα
μια μελωδία παραμιλά
σύρριζα στο δέρμα


Την ώρα αυτή,στο σπίτι μπήκε ένα πουλί
που τραγουδούσε επιστροφή
τα ψάρια όλα χορεύανε μες στη διάφανη γυάλα
τα πορτοκάλια μυροβολούσαν παρακάλια
και το πουλί στεκόταν ορφανό
πάνω σ'ένα κλωνάρι-πεύκου-
που συγκρατούσε μόνο ένα κουκουνάρι
το κέλυφος λειψό,ξεστεριωμένο
άρχισε το πουλί δειλά να τσιμπάει
λίγο απ' τη φλούδα του πορτοκαλιού
λίγο απ'το κουκουνάρι
πικρό γλυκό εναλλαγή
σαν άγιου συναξάρι


Σηκώθηκα πολύ αργά απ΄το πάτωμα
νερό για να του βάλω
να ξεδιψά τις ρίμες που τραγουδά
αιώνια
κι όπως το ξεπροβόδιζα στα κρεμαστά
μπαλκόνια
σαν επισκέπτη μιας χαράς,που
χρόνια


αδημονούσα να μ'εκπλήξει


εκεί,λίγο πιο έξω απ'το παράθυρο
συνάντησε μια φώκια
πιαστήκανε φτερό φτερό
ανιχνεύοντας μ'αυτή
την παράξενη αφή
τ'ουρανού το ατέλειωτο τέμενος


Εδώ κάηκε τ'όνειρο
Πιο πριν και πιο μετά
Δεν μπόρεσα να δω
Το παραπέρα ήταν άγραφο ακόμα
Ή θα το έγραφα εγώ στο στερέωμα


*από τη συλλογή μου "Το Ράμφος"
κυκλοφορεί από εκδ.Κώδικας,2007


ποίηση:Κ.Π.Καβάφης
Δεκέμβρης 1903
μελωδία:Σωκράτης Μάλαμας