
Κοιμάμαι κι όλο ξυπνώ και ξυπνώ και ξυπνώ πάντα καταμεσής στη θάλασσαΤων αναστάσεων η θάλασσα διαρκεί ένα καλοκαίρι ατουφέκιστηΜετά φουσιλάντο ντ’αμόρ Άργησα να μάθωΆργησα να χαραμίζωΠέντε ώρες το έκανα στις πλάκες του πεζόδρομουΝα περνάω διόδια Και να προχωρώ σε κάθε σαχλαμάρα άσχημηΜακρό προ μακρού οξύνεται κι εγώ περισπώμαιΑν καταλάβεις κιόλας μπορεί να τρομάξειςΠολυτέλεια να τη σκέφτομαι τώρα αυτή τη βλακείαΡάθυμα μεταγγίζεται η χαρά σε σέναΠώς να σε βρωΧωρίς όπλα με δολοφονείςΜε διοξείδιο του άνθρακαΈνα βήμα στον πανικό κι άλλο ένα κι άλλο έναΑισθάνομαι να κουβεντιάζω μς τις λέξεις μου ευνουχισμένεςΑδυσώπητη η κουβέντα και τα χρέη μουΣαν παιδάκι δεκάχρονο που του ανέθεσαν να συντάξει την προκήρυξη επαναστατικής οργάνωσης.Χτύπησε το τηλέφωνο και μπέρδεψα χάλια χάπια και χαλιάΠιστή πίστηΔεν μ’εγκαταλείπειΜα κι αν τίποτα στο τέλος δεν βγει και βολευτούμε σε παραλυσίες υποσχέσεις και σχετικότητες να θυμάσαι εγώ θα σ’έχω ελευθερώσει για πάνταΚι όταν γεννηθείς ξανά καινούριος θα είμαι απ’έξω να σε περιμένω και μου αρέσει πολύ
















































