Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

ναυτία

Πότε πότε σε φτιάχνω προσωπικό μου ερωτομύστη ήρωα Σε συντηρώ στις άκρες των περιθωρίων-σημείωση βιαστική Την ώρα που το τρένο των δέκα περνά και σφυρίζει Το βλέπω από τη γέφυρα να ξεμακραίνει Με το επόμενο λέω θα φύγω για το Μαρμαρά και δεν θα γυρίσω ποτέ πίσω καράβι είναι και το τρένο Στην ακμή απρόσμενων ποιημάτων κι αν σε κυλίζω ρηματικά
Και μυροβλητικά την ώρα που ανάβεις το στριφτό σου στην Εθνική Οδό αμάραντος ή σε συνοικιακό υπόγειο ολομέθυστος Για ν’ αστράψεις σε προκαλώ αλλά εσύ δεν φέγγεις
Μόνο καις από τις αναθυμιάσεις σου παράγεται Συνθετικό σκοτάδι μιλίων

Όταν τo alif θα χωρίσει από το αίμα του το σύμφωνο Που δεν μπορώ να πω,μέσα στο χιτώνα σου θα ξεκολλάνε οι σάρκες και θα βραχυκυκλώνεις φακίρης σε ηλεκτρικά καρφιά
εγώ στην Αντιγόνη θα εγκιβωτίζω τα κύματα Για να σε θυμάμαι επιτηδευμένα και να σε ξεχνάω ανύποπτα


Προνύμφη αφή και αράχνη όραση υφαίνουν παλίμψηστα στο κρεβάτι
Αυλακώνουν με τα νύχια τους τη στάχτη που είναι παραδόξως ελαφρύτερη απ’τη σιωπή σου και στις ανανεωμένες μεθορίους σου Μίσχοι πράσινοι πέταλα από γιασεμιά τρέχω σε κάποιο στενό της πόλης βγάζοντας τα τακούνια μου βαδίζοντας ακριτική και ξυπόλητη όλη την Ιπποκράτους και έχω τη βιολέτα στην τσέπη μου μαραμένη

Όσοι έχουν κοιμηθεί δίπλα μου τη Μεγάλη Τετάρτη
Ξέρουν πως θέλω τα χέρια τους στα μάτια μου



Στους υπόδικους που πριν το ταξίδι καταλαμβάνουν το σώμα του χαρτιού και μεταλαμβάνουν τη μελάνη