Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

ούτι

Μια εποχή επέμενες να μου μάθεις ούτι.
Δεν ήθελα. Με τίποτα. Όσο επέμενες τόσο μ’έπιανε το πείσμα να μη μάθω. Ποτέ.
Μου έσπασες τα νεύρα. Σου έσπασα με δάγκωμα τις χορδές. Τέτοια λύσσα είχα. Και δόντια γερά και κοφτερά. Εκ του αποτελέσματος…
Θύμωσες. Έφυγες.
Τώρα θέλω να μάθω ούτι. Γύρνα πίσω να μου μάθεις. Μετάνιωσα.
Υπόσχομαι βόλτες από τα Κιόνια στην Απηγανιά, κι από κει Καντάνη,
Καρδιανή και Ιστέρνια για τον ήλιο στη δύση-μην τον χάσουμε-
Κι όλο το Γύρο αν θες, ανατολικά…θα κάνουμε μια στάση στον παλιό ανεμόμυλο
Θυμάμαι σου άρεσε.
Κολυμπήθρες Αγία Θάλασσα Λιβάδα Σάντα Μαργαρίτα.

Μετά πίσω στον Άγιο Σώστη
Θα’χει νυχτώσει και θα φέγγουν από πάνω μας
Όλα τα χωριά…
Τριαντάρος Κτικάδος τα Δυο Χωριά ο Τζάδος κι η Καρυά.

Μόνο έλα. Απόψε θα μάθω ούτι.
Θ’ανάψω τζάκι,μοσχολίβανα και καρβουνάκια
θα έχω λουκουμάδες από τον Μεσκλιέ
Και αμυγδαλωτά από τα Νούφαρα

Κι αν δε θες μέσα
Πάμε Άγκυρα για ούζο και λούζα.

Να μεθύσουμε.

Απόψε θα μάθω ούτι.
Μη μ’αφήσεις να μάθω μόνη.
Δεν σε συμφέρει καθόλου.
θ'αυτοσχεδιάσω...

υστερόγραφο:να πας στο Πέραμα,στο "μαέστρο",να σου φτιάξει

γερές χορδές...


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

rene magritte-οι εραστές

Χνάρια από δαίμονες. Χνάρια από αγγέλους. Μπερδευτήκαμε από τις ανάκατες πατημασιές... Πώς, πού να βαδίσουμε; Είπαμε να τελειώνουμε μ’ αυτό το κουβάρι. Και να πάρουμε τον κόσμο απ’ την αρχή. Χωριστά.Είμαστε σε διαφορετικά χρονικά σημεία του ίδιου σεληνόφωτου ονείρου. Είναι αργά όταν έχει διατρηθεί από αιχμηρές λάμψεις. Εύθραυστο, ή μήπως όλα τα όνειρα είναι εύθραυστα; Από ασθενικά υλικά; Απαλά τόσο, όσο και βίαια. Ακίνητα. Που βρίσκονται πάντα εδώ. Να μας δίνουν καινούρια φτερά. Ή να μας καταπιέζουν σαν σκουριασμένες χειροπέδες. Όνειρα σαν νυχτοφάναρα για τα μάτια. Ή για μαύρους κύκλους γύρω από τα βλέμματα. Της βόλτας και του περιπάτου. Περιπατητικά βλέμματα σε περιηγητικά όνειρα. Τα κλουβιά είναι αγριότερα από τα θηρία.Ήσουν το γράμμα «χι» των γραμμών του χωρισμού που τέμνονται σ’ ένα μοναδικό σημείο, ακολουθώντας ωστόσο αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις, αποδυναμώνοντας έτσι το σημείο τομής. Ήμουν το γράμμα «πι», το αίθριο των Μινωικών ανακτόρων. Εσύ μόνιμα στραμμένος στην Ανατολή, εγώ στη Δύση, στο μέρος του Άδη. Προσηλωμένη σε τρίσπονδες λατρείες- θυσίες. Μέλι, κρασί και γάλα στα χέρια μου. Ως τους ώμους βουτηγμένα. Βουτηγμένη στο χαμένο μας έρωτα. Εκεί, ως το κεφάλι.

απόσπασμα από το υπό έκδοση "εκδίκηση σε τρεις πράξεις"

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

στο λιμάνι του Άμστερνταμ


Θα μου κρατάς το μπράτσο.
Δεν θα κοιτάξω το ρολόι.

Θα τρέχουμε με ποδήλατα

ο αέρας βουίζει στοιχήματα στο νερό

λεπίδια οι ακτίνες
διαμελίζουν τα δευτερόλεπτα σε χαρά

θα γίνω η Δυσδαιμόνα
θα σου κλείσω τα μάτια
θα γίνεις ο εραστής της Βόρειας Κίνας
θα με δεις καθαρά

θα είμαστε το Γκουαντανάμο

η μεγαλύτερη νύχτα πολέμου

ψάξε πιστόλι
φέρνω Σατό Μαργκό
ρίξε την άγκυρα
γκάζι βεγγαλικό μου

μαχαίρι αντί για καρδιά
και
το δίλημμα του Φάουστ
Στο λιμάνι του Άμστερνταμ
Θα κλέψω τ’αστέρια
να νικάμε

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

00:00 ακριβώς


Έκανα ό,τι ήταν να κάνω
Χώρεσα σ’ένα σύννεφο
Ενώ τα μάτια μου δε χωρούσαν τον ουρανό
Βάδισα στους δρόμους χωρίς πόδια
Πέταξα ενώ δεν είχα φτερά
Έκλαψα δίχως δάκρυα
Μέθυσα δίχως στάλα αλκοόλ
Αγάπησα κάποιον που δεν είχε πρόσωπο
Και τώρα μετά από τόσα θαύματα
Ποιος με πιστεύει
Ποιος με ακολουθεί

[με το σάβανο στη μασχάλη
διασχίζοντας τη ρωγμή]


Τήνος 24.1.2009
Άγιος Σώστης


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

αντιβιοτικό για ταυρομάχους


Τίποτα δεν σου χρωστάω. Ξεπλήρωσα μέχρι και το τελευταίο ξενύχτι. Πατσίσαμε σε σχέση με τις εκατέρωθεν οφειλές. Από την αρχή τώρα. Στις ψυχαναλύσεις. Βόλεϊ με μέδουσες και «πετάει πετάει» μ’ελέφαντες… Ουφ! Μάντεψε, ποιο είναι πιο κουραστικό? Μείζονες οι ερμηνείες για τις επιταγές. Τραυματισμοί από ματαντόρ. Σιγά μη σπάσουμε τ’αυγά… Και τα κουνελάκια και τα ελαφάκια στο ίδιο κιβώτιο ταχυτήτων. Αυτό είναι εφαρμοσμένη ψυχαναλυτική θεωρία. Κι αν δε με πιστεύεις, άντε να ρωτήσεις κανέναν ειδικότερο. Χαμηλές αντιδράσεις και συμπεριφορές και φυσαλίδες.Θα τη βγάλω με μαγγανείες, Αλμοδοβάρ και ινδικές φιλοσοφίες. Αλλά δεν ακούω. Κανέναν. Τι ελάττωμα! Να πέφτω με τα μούτρα στις εκστρατείες. Δε θα το ξανακάνω. Πάει και τελείωσε. Το οριστικό κείμενο είναι αυτό. Μια σαχλαμάρα αντί επιλόγου. Βουδισμός και πάλι βουδισμός. Και θυμός. Και καθόλου ρολόγια.
Μόνο ραδιόφωνο και τσιγάρα. Ισορροπημένη διατροφική συνήθεια. Λιπαρά κομμένα. Τηλέφωνα κομμένα. Αγρύπνιες κομμένες. Θάλασσα και φρυγανιά. Αέρας και τσάι Νταρτζίλινγκ. Αφήνω τα ρόδια για κανέναν άλλο, επιδεξιότερο. Στα χέρια μου πάνε χαμένα.
Άντε βαρκούλα,άντε. Φύγαμε γι’αχινούς και αστερίες. Άσε που τους πρώτους τους είχα στην πλάτη και τους δεύτερους στα μάτια. Και λοιπόν? Οι κίνδυνοι είναι από μέλι. Εσύ για γοργόνες στον Ταϋγετο κι εγώ για «ταυρομάχους στη Λούτσα». «Ερμηνεία:εύληπτον.»

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

κούπα


Βάλε με στην κούπα και μελέτησέ με
-πώς έγιναν τα λέπια φτερά-
Καλύτερα από ενυδρείο
-κι ο καφές πιο εύγευστος από φύκια
Λιγότερο πικρός-
Έτσι κι αλλιώς μαύρα νερά
Κι ενώσεις αλάτων
Και ζωές εφτά εξορίες
Θα θυμάμαι
Βάλε με στην κούπα πνίξε με
Και κάνε γρήγορα
Δεν έχω καιρό για έμμετρους διασυρμούς/
Κινέζικα βασανιστήρια

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

οπωσδήποτε παράθυρο


Τουλούζ,
στέκομαι στο παράθυρο. Μέρες τώρα. Νύχτες χίλιες. Και Μία. Παρατηρώ τις παύσεις. Οι σιγές του ενός λεπτού μαζεύτηκαν κι έγιναν ολόκληρη η σιωπή. Ακέραια κι ακίνητη. Φαίνεται πως ο παλιός και ραγισμένος μου αστρολάβος σταμάτησε να δείχνει το βορεινό σκοτάδι. Δανείζομαι καιρό και υγρασία από τα φρυγμένα φύλλα. Και βλέπω.Πεταλούδες σαν όστρακα και γύρη που μοιάζει με σκουριά.Από το σκοτάδι το άνθος ή μέσα από τα μαλλιά σου,δεν ξέρω.Μαλλιά σαν τριαντάφυλλα. Ακολουθώ πιστά το στοιχειωμένο καραβάνι των λέξεων. Ένα χλωμό αερικό ξέφυγε και τρέχει τις νύχτες κοντά σε ξωκλήσια. Δοκίμασα και να τυφλωθώ όταν σταμάτησες να γελάς. Επειδή έβλεπα τις πεταλούδες σαν όστρακα άδεια και τη γύρη την κατάπινα σκουριά.Τυφλώθηκα.Κι ούτε μιλώ.Σταμάτησες να γελάς και το αερικό έρχεται να με παρηγορήσει αλλά το διώχνω. Σταμάτησε να έρχεται. Άλλωστε κάποιος έπρεπε να χτυπάει την καμπάνα. Στις φλέβες των καλωδίων σιγολιώνει το γέλιο σου. Από το παράθυρο,περιπολώ το αλύχτισμα των σκύλων. Και πάλι οι λέξεις μπροστά μου να με παρακαλούν να τους φτιάξω σώμα. Από πηλό. Να τους δώσω αίμα.Αποφεύγω να τις ψηλαφίζω. Μου χαϊδεύουν τα δάχτυλα για να με καλοπιάσουν. Αλλά εγώ στο παράθυρο, μετρώντας τις εποχές. Προσδοκώντας ν’αχνοφανεί θεός. Σαν ισχνή ψευδαίσθηση έστω μέσα από τους υπονόμους. Στο παράθυρο οι κόμποι της βροχής πνίγουν τις λέξεις ,πριν το ποτάμι αδειάσει το θεό στον υπόνομο και τον δω ν’αχνοφαίνεται μέσα απ’τα μαλλιά σου με φοινικικό διάδημα και γύρω του, μελλοθάνατοι άγιοι. Και το πρακτορείο, κυψέλη για αναχωρούντες θεούς και μελλοθάνατους αγίους. Εγώ στο παράθυρο με έγκαυμα λωτού και κραγιόν κόκκινο.Εσύ να παίζεις πιάνο στο μπαλκόνι. Επί πιστώσει. Έναντι, το φάσμα που παραχωρεί τη λεπίδα για να κόψω το χάρτινο ορίζοντα. Στο παράθυρο αφήνω τον κόσμο Τουλούζ. Θα’ναι το πάντα, θα’ναι ποτέ, -εσύ στο πιάνο, εγώ στο παράθυρο-, κι ανάμεσά τους εμείς, υπνωτισμένοι και νωχελικοί από τη ρέμβη τους, νοσταλγώντας την ουτοπία
.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

το θα και το να του θανάτου


Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα'χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως,δε γίνεται,θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού,το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
ν'αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και,μην ακούς,τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι'αυτό ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν'αγοράσει τι?ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ'την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος-
Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει?


Αντώνης Φωστιέρης

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

σάββατο


σαν εισαγωγή:από πείσμα και τρέλα θα ζω στην έρημη χώρα ώσπου να'βρω νερό
αναπαραγωγή ενστίκτων
να ειπωθεί επιφάνεια προτείνω
δε θα είναι και το τελευταίο
ούτε το οριστικό του όνομα αυτό
άλλοι το είπαν ανάσταση
άλλοι το είπαν βυθό
εσύ μπορείς να το πεις πριόνι
αν δε σ'αρέσει,πες το δρεπάνι
το βυθός είναι προβοκατόρικο
έτσι φαίνεται πως βυθίζεται
η ανυπομονησία
σ'ένα νερό όχι επιπόλαιο


*το ποίημα είναι από τη συλλογή μου
"το ράμφος" εκδ.Κώδικας


*δημοσιεύεται στο λογοτεχνικό περιοδικό
"η λέξη"
και στο τεύχος 198.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

ένα λαϊκό τραγούδι ίσως να ήταν καλύτερο


Στον Σ.Μ. που μου είπε πως θέλει να είναι το καράβι. Κι επειδή μου αφιέρωσε το κείμενο που ακολουθεί χίλιες μέρες και χίλιες νύχτες. Κι επειδή δεν φτάνουν.Κι επειδή ακόμα το μπλογκ σήμερα κλείνει ένα χρόνο περιπέτειας, θέλω να το μοιραστούμε. Κι επειδή θέλω να μου πεις «τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν 8. πες μου για το πρώτο σου ποδήλατο, για το τελευταίο καλοκαίρι που μέτραγες παγωτά, για τον πρώτο σου έρωτα,πες μου για τη δασκάλα σου, πες μου για την πρώτη σου ζωγραφιά, πες μου για την πρώτη σου φωτογραφία, πες μου για τις λέξεις που έφτιαχνες. Πες μου για τις ζημιές που σε μάλωναν. Πες μου για την πρώτη σου ενοχή. Πες μου για το σχολείο σου, πες μου για την πρώτη φορά που περπάτησες χέρι-χέρι. Πες μου για το γέλιο σου. Πες μου για τις μέρες που ήσουν ευτυχισμένος,πες μου για την πρώτη σου μεγάλη στεναχώρια. Πες μου…»


Κι άρχισα να μπαίνω μέσα σου όπως μπαίνεις σε βιβλίο. Μπήκα μέσα σου και μ’είχες ήδη παρασύρει σε ιστορία. Σε μια ιστορία που δεν μπορείς να παρατήσεις για να κάνεις κάτι άλλο. Κι είσαι εκεί και ξενυχτάς διαβάζοντας. Κι έμπαινα τόσο μέσα σου που έβγαινα από μένα και δεν μπορούσα πια να ξαναμπώ. Κι εγώ είμαι εγώ,δεν είμαι εσύ,κι έπρεπε να μοιράζομαι. Μη με ρουφήξεις. Και προσπαθούσα ακόμη να παλεύω. Κι όπως αυτή η πάλη τελείωνε, κι εγώ νομίζω ήμουνα από την αρχή ο χαμένος, άρχισα να χάνω και οριστικά. Γιατί εσύ δεν είχες μάχη. Δεν είχες κάτι. Δεν είχες τίποτα. Κι αυτό που είχες μ’εμένα ήταν πολύ κοντά στο τίποτα. Ή σε όλα. Κι εγώ που ήμουν εκεί για λίγο κι απαιτούσα να καταλάβεις…Γιατί εγώ είχα σταματήσει να μιλάω,είχα σταματήσει να ρωτάω. Εγώ απλώς ήμουν εκεί. Και ήμουν και δεν ήμουν. Γιατί πάλευα. Και μες στη μάχη μου απαιτούσα εσύ που κάθεσαι να μπορείς λίγο να με καταλάβεις. Αλλά εσύ δεν είχες μάχη να παλέψεις, δεν είχες λόγο να με δεις που προσπαθώ. Κι όλα για σένα ήταν αλλιώς και για μένα αλλιώς και πιο αλλιώς δεν γινόταν.
Κι η μέρα που ήρθες πάλι κι έφυγες. Πάλι, κι όλα όπως ήτανε, σαν μέρα και σαν νύχτα. Κι εγώ που δεν είναι μέσα μου και τόσο πια να σε παρακαλάω. Και να μην έχω τόσο και την αίσθηση του οριστικού. Και να νομίζω ότι ψέματα μου το’πες πως ήταν αυτή η νύχτα η τελευταία, αλλά παρ’όλα αυτά όλο εκείνο το πρωί ήταν σαν τελευταίο. Ήταν κι ο ήλιος που δεν έβγαινε,ήταν κι ότι έπρεπε να μπω στη θάλασσα την κρύα για να πληρώσω. Κι ήταν και το κεφάλι μου,που για πρώτη φορά είχε αυτό το κομμάτι της απόγνωσης που πήρε απ’την καρδιά μου. Κι άρχισαν όλα να κυλάνε χωριστά. Εγώ είμαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ. Κι εγώ κανένας. Κι όταν πια το εγώ-εσύ ήταν αυτό που δεν μπορούσα να μην είμαι,το εσύ έφυγε μακριά. Κι έμεινα ο εγώ-κανένας.
Και δε με ξυπνάς πια εσύ. Εσύ δε με ξυπνάς εδώ και πολύ καιρό πια. Μόνο κάτι φορές,όταν ξυπνάω, κάπου σε έχω δει, κάπου καινούρια και μακριά. Τώρα με ξυπνάει ο ήχος του ασανσέρ που ανεβαίνει και κατεβαίνει. Δεν ανεβαίνει πια τόσο ψηλά. Είμαι μόνος μου εδώ. Κι είναι πράγματα που ίσως έπρεπε να έχω δει ή πράγματα που θα’πρεπε από τότε να πιστέψω. Ότι όλα ήταν για λίγο όπως έπρεπε να’ναι, ότι όλα ήταν για λίγο σαν τίποτα μα τίποτα να μην μπορούσε να με αγγίξει. Ούτε οι μέρες που περνάνε, ούτε ο καιρός που αλλάζει, ούτε καν το νερό απ’τη βροχή που τρέχει απ’το κεφάλι σου στα μάτια μου και δεν μπορώ να δω. Ότι όλα ήταν όπως έπρεπε και το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να μπορώ να το ευχαριστηθώ όσο θα κράταγε. Γιατί πάντα ήξερα ότι αυτό,ειδικά αυτό,ήταν φτιαγμένο απ’το υλικό εκείνο το πολύτιμο που κάνει τα πράγματα να κρατάνε λίγο και να πονάνε πολύ.
Κι είναι νύχτες που για να κοιμηθώ,το ρυθμό των χειλιών σου όπως ανέπνεες είναι που ψάχνω. Όπως παλιά. Που εσύ πρώτη έγερνες στον ώμο μου ή όχι και κοιμόσουν. Κι εγώ δίπλα,χωρίς ανάσα, να κοιτάζω ν’αναπνέεις και να ψάχνω το ρυθμό. Λες και τα χείλια σου ήταν δικά μου κι εγώ πήγαινα με την ανάσα σου. Και σκέφτομαι πως τώρα κάπου αναπνέεις και ψάχνω το ρυθμό. Κι όταν νομίζω πως το βρίσκω, αρχίζω να ονειρεύομαι. Κι όταν αρχίζω να τον χάνω, βλέπω ξανά τα χείλια σου. Τα χείλια σου όπως αναπνέεις. Κι η άλλη μέρα πάλι αλλιώς ξεκίνησε. Ξεκίνησε όχι με τα μάτια σου αλλά με τη μυρωδιά σου. Ξύπνησα με τη μυρωδιά σου δίπλα μου. Κι είναι κι άλλα πρωινά που νόμιζα ότι το βράδυ ήρθες. Είναι που ξύπνησα το βράδυ και νόμιζα ότι ήρθες κι είδα και το κρεβάτι δίπλα μου. Και βλέποντας τη θάλασσα πολλές φορές βλέπω εσένα, και εσένα που τώρα μπορείς να ταξιδεύεις μακριά μου. Μπορώ να βλέπω να μιλάς,να γελάς,να βαριέσαι. Μπορώ να δω τα κύματα της σκέψης σου κι εμένα να κοιτάω. Μπορώ να δω τις μέρες τις δικές σου, μπορώ να δω τα θέλω σου και τα μπορώ σου. Μπορώ να δω το γέλιο σου ν’αδειάζει και να γεμίζει το δωμάτιο, μπορώ να δω τα χέρια σου και πώς μπορείς να μιλάς μ’αυτά και μόνο. Μπορώ να δω τη διάθεσή σου ν’αλλάζει απ’το καλά στο χάλια κι ο λόγος πάντοτε κανείς. Μπορώ να δω τα μάτια σου και τι νομίζω πως κοιτάνε. Μπορώ, μπορώ,αυτό που δεν μπορώ ακόμη είναι να μπορώ να μη με νοιάζει. Κι είναι πολλές οι φορές που αναρωτιέμαι αν μπορώ να συνεχίσω χωρίς εσένα. Κι είναι το χαρτί που είναι άσπρο και πολλές φορές σαν τώρα το μολύβι από μόνο του θέλει να τρέχει. Κι ήταν όλα ή τίποτα? Ή ήταν και όλα και τίποτα? Κι άλλες φορές νομίζω πάλι ότι θα σου άρεσε να είσαι μαζί στα ταξίδια μου και να’μαστε σαν τις σαύρες καθισμένοι. Και να ρουφάμε ήλιο και σαν τις σαύρες να μένουμε μπροστά στον ήλιο σιωπηλοί. Αλλά πάλι εσύ δεν είσαι εκεί και η μόνη σαύρα είμαι εγώ και, αν και μόνος μου, αυτός ο ήλιος δε μου φτάνει. Και σήμερα φυσάει αλλά δεν ξέρω προς τα πού. Ελπίζω όχι προς τη θάλασσα. Κι είναι που πάντα νόμιζα πως έβλεπες πιο μέσα κι απ΄το μέσα μου. Είναι που νόμιζα πως βλέπεις την ψυχή μου. Αφού έφυγες, άκουγα το νερό που έβραζε. Το νερό που βράζει για δύο δεν έχει ήχο. Ήταν και η μουσική που ακούγονταν αλλιώς. Ήταν και τα τραγούδια όλα που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί όλα για σένα. Και μού’λεγες πως οι Πέμπτες είναι οι μέρες που πεθαίνεις συνήθως. Και Πέμπτες είναι οι μέρες πια που προσπαθώ να σε σκοτώσω. Μέσα μου. Κι η μέρα τελειώνει για άλλη μια φορά. Χωρίς να την προλάβεις. Χωρίς να της μιλήσεις. Χωρίς να την ακούσεις. Η νύχτα θα’ρθει. Πάλι. Και σαν νύχτα θα σε σκεπάσει. Όχι ολόκληρο. Πάντα ένα κομμάτι σου θα περισσεύει. Και βρέχει σήμερα. Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε εκείνο το ταξίδι. Κοίταζα πάλι τις φωτογραφίες. Κύλησε μια ολόκληρη μέρα στην παραλία ψάχνοντας εκείνο το βότσαλο που κράταγες. Βρήκα τέσσερα που του μοιάζανε. Εσύ γιατί να είσαι μοναδική? Και θυμάμαι το φιλί. Το φιλί που κράτησε για πάντα. Ενώ ήταν να τελειώσει πριν αρχίσει. Κι όλα πάντα είναι ένας κύκλος. Σαν ζωή. Πάντα η αγάπη θα γίνεται μίσος. Κι όταν το μίσος ξεσπάσει στα βράχια και τα βράχια θα’ναι μακριά πάλι. Το μίσος δεν θα’ναι μίσος, σαν το κύμα θα υποχωρήσει και πάλι θ’αρχίσει να γλείφει την αγάπη. Τρελός δεν είμαι?

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Παπαγιαννάκη
Εκδ.Οξύ.

εκκρεμότητα ω


Σαν γέλιο εσπερινό ταξίδι που έταζε
Στον Ώμο μου η πλώρη σου εξώστης
Και σαν την πρώτη Ανατολή
Που κοίταξαν τα μάτια μας το φως της



Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

θυσιαστήριο


τη θαμπή σου οθόνη κοιτάζεις να δεις
πώς ξεφτίσαν τα λόγια και πού να κρυφτείς
του φιλιού την αγχόνη η ανάσα ανταμώνει
στο αβέβαιο νήμα της πώς να σταθείς

τα τσιγάρα σου καίγονται φάροι χλομοί
τι γυρεύουν να σώσουν του φόβου οι θυμοί
πάνω στο μαξιλάρι καράβι σαλπάρει
ακολουθείς του καπνού του τη μαύρη γραμμή

σε παλιές αυταπάτες η ώρα γυρνά
στο ρολόι μοιραία μια μπόρα ξεσπά
κι οι τρελοί λεπτοδείκτες κυνηγάνε τις νύχτες
κι οδηγούν το καράβι στα πιο μαύρα νερά

σε λαβύρινθο η τύψη σιωπηλά σε τραβά
σε είχε κάποτε πνίξει στο λαιμό σαν θηλιά
ανεκπλήρωτος μύθος της Αριάδνης ο μίτος
άλλος ένας Θησέας δεν αλλάζει πανιά


το ποίημα είναι από τη συλλογή μου
"τα όνειρα καπνίζουν"
εκδ.Γαβριηλίδη

μπορείτε να το ακούσετε και μελoποιημένο
από τον


Δημοσθένη ,βαθιά και συγκινημένα σ'ευχαριστώ,σου το αφιερώνω

φορτίο

ο ήλιος επιτέλλει μαύρος βαρύς από τη νάρκη του μέσα από το φέγγος των βομβών
εκείνη η ανηφοριά του βλέμματος έμεινε να σπαταλά τη θλίψη στο τοπίο
η υποσχετική κιβωτός βούλιαξε μαζί με τον άνθρωπο ο θεός κρέμεται κάτω απ’τα πόδια μας
βγάζω το τόξο σημαδεύω πετούν ακόμα οι άγγελοι χωρίς φτερά…?
Η σφαίρα τρύπησε τη λέξη που είχα να δώσω


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

ερέτης σε σποδό


Στο λαιμό της μολύβι μαύρο κρεμόταν
Μόλις μετέβη τη συμπληγή
της πιο κοφτερής στλεγγίδος

το αριστερό της χέρι λαμνοκοπούσε
σε σποδό από μύτιλους και άστρα
μαλακά και καμμένα
χόρευε κατακόρυφα
με τα χέρια σε πάτωμα
που ήταν σκορπισμένα τα
Μήλα των Εσπερίδων

Στο πόδι της κρεμόταν κάτι
που το είπε φυλαχτό
Δεν ήταν
Πέτρα ήταν αλλά είπε ότι είναι φυλαχτό
Της άρεσε η ασφάλεια της λέξης
Και μέσα στην αυθαιρεσία του βαπτίσματος
Το κοινώνησε διαφερόντως
Διαβουκολώντας αλγηδόνες

Το ελλύχνιον
ήταν ευδία άληστος
στο αχανές του δωματίου
όπως φώτιζε τους λαγόνες
και σπίθιζε ολοκύανο το Άλεφ

για μια στιγμή ακροβάτησε
σε έρκο από στειλεούς

Απολακτίζει την ευήθεια
Παρενείροντας νύγμα μεθυσμένης μέλισσας
Και η πέτρα έγινε πράγματι το φυλαχτό της

Ενώ περίσσευε το χέρι που λαμνοκοπούσε
Μόνο, στ’αστέρια των δρόμων-
Τα ταραγμένα ναυάγ
Ια του βυθού της.

[για κάποτε ή για αύΡιο ή για τότε
Που υψώθηκες σε μια ακίνητη αλλά πολύ φεγγερή
Κι ασημένια νύχτα,δηλαδή στο Πήλιο στις 26/12/2020]

[για τότε ή για κάποτε που θα αναγεννηθεί η αναμονή
Καταφατική για τη ρότα που πήραμε χαράζοντάς τη
Από διαφορετικούς ισημερινούς]

[Χαρίζω αυτό το κείμενο στην 193η νύχτα κάθε έτους
Στον αριθμό 12 ,στο Άλεφ και στα Μήλα των Εσπερίδων]

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

πόσο σ'αγαπώ

Έλα να σου δείξω τις τριανταφυλλιές/τα πράσινα, τα κόκκινα, τα σπίτια, τις αυλές./Πόσο σ' αγαπώ, πουλάκι του δρόμου,/έλα να σου πω,πόσο σ'αγαπώ/Πόσο σ' αγαπώ, αγόρι γλυκό μου/πόσο σ' αγαπώ, πόσο σ' αγαπώ./Έλα να σου μάθω πώς είναι το φιλί/σαν κόκκινο τριαντάφυλλο και σαν ανατολή. Πόσο σ'αγαπώ πουλάκι του δρόμου/έλα να σου πω,πόσο σ'αγαπώ/πόσο σ'αγαπώ αγόρι δικό μου/έλα να σου δείξω το στάχυ το ξανθό/τ'αστέρια που σωπαίνουνε για ν'αποκοιμηθώ...

και μέναμε κι οι δύο μετέωροι κι ολομόναχοι,κρεμασμένοι απ'την αρπάγη μιας ασυνάντητης ηδονής
Κλυταιμνήστρα-Τάσος Λειβαδίτης

όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε
να'χατε αγαπηθεί πολύ
Φθινοπωρινό σχόλιο-Τάσος Λειβαδίτης

αφιερωμένα σε σένα
το τραγούδι δεύτερη φορά

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

μείνε


Έτσι δεν είπες? Δεν ξέρω αν το άκουσα καλά, αλλά θα ορκιζόμουν ότι αυτό είπες. Ότι θες να με ξαναδείς. Το είπες με το βλέμμα χαμηλωμένο και φωνή ψιθυριστή. Θεϊκός ψίθυρος. Μαγική χροιά. Σε ρώτησα, αν το είπες πράγματι. Το επανέλαβες συλλαβιστά και χαμογελώντας. Ότι θες να βρεθούμε κάπου που κανείς να μην έχει συναντηθεί πριν από εμάς. Έτσι είπες. Γιατί αυτή η συνάντηση είναι άφευκτη. Ωραία θα είναι. Ζεστά. Όπως την Πέμπτη. Που έπαιρνες τα χέρια μου στα χέρια σου και τα ζέσταινες με την ανάσα σου. Γλυκιά ανάσα. Τότε σ’ερωτεύτηκα. Ακαριαία. Όλα τα σπουδαία στη ζωή μου Πέμπτες συμβαίνουν. Το παρατηρώ. Έκανε κρύο. Παγωνιά. Αλλά η θρυαλλίδα στα μάτια σου ζωντανή. Φλογερή. Θρόιζαν έρωτα τα μάτια σου όση ώρα μου μιλούσες για τραγούδια. Και το χαμόγελό σου. Τόσο λευκό. Θυμηδία. Οι δύο εμείς, μαζί. Τι όμορφο! Να μη σκέφτομαι τίποτα. Μόνο η στιγμή. Τι πληρότητα! Η σιγή. Η στιγμή. Μόνο. Ούτε επαγγελίες ήθελα ούτε τίποτα. Μόνο τη στιγμή μη χάσω. Και δεν την έχασα. Κι εσύ απέναντι. Δίπλα. Κοντά. Αμήχανος θεός.Όμορφος. Απόμακρος κι ερωτευμένος. Ασκητής κι αγαπημένος. Απότοκος της δείλης. Άπειρος και με κράταγες. Ίσα ίσα που τόλμησες να μ’αγγίξεις στην αρχή. Για λίγο. Ένα δευτερόλεπτο. Ίσως λιγότερο. Τι όμορφος που ήσουν…Πρέπει να το είδες αυτό στα μάτια μου αν και απέφυγα να σε κοιτάξω. Σκόπιμα. Για να μην το δεις. Για να μην καταλάβεις. Όλοι οι λευκοί θαλλοί από το χιόνι, τριγύρω, έγειραν, θαρρείς ,πάνω μας σ’αυτή τη μυστική ώρα. Και το χέρι σου θαλλός ανθισμένος, ανοιξιάτικος κι ας ήταν Δεκέμβρης. Ζείδωρο το χέρι σου. Κι όλο ανάσαινες πάνω στην παλάμη μου και στον καρπό να τα ζεστάνεις. Το χνώτο σου ζώπυρο. Ντράπηκα. Για λίγο ήταν. Όταν έσκυψες να βρεις το χαρτάκι που κάτι είχες γράψει πάνω του, έναν τυχαίο στίχο είπες,ψέματα είπες, τον είχες σκεφτεί-δεν θέλω να τον εκθέσω αλλά σου το λέω είναι θαύμα-. Ήρθες τότε κοντά στο πρόσωπό μου. Το δικό σου πρόσωπο σχεδόν με άγγιζε. Ένιωθα το αξύριστο πρόσωπό σου να με χαιδεύει. Καινούρια μου αγάπη. Είπες το βλέμμα μου «ροδή» και σ’αγάπησα. Τριανταφυλλί και το δικό σου. Απ’το Αιγαίο ν’ακούγεται ρόχθος και να μην μπορώ να τον ξεχωρίσω από τις ανάσες σου. Ίδιος χορός κυμάτων. Ξαφνικά φοβήθηκα. Τι θα γίνω εγώ χωρίς εσένα. Αν δεν θες να με ξαναδείς. Αν ο δρόμος μας, χωρίσει. Τι θα γίνουμε εμείς οι δύο χωριστά? Τι θα γίνουμε εμείς οι δύο μαζί? Αυτό το φοβήθηκα πιο πολύ. Το έτρεμα. Μετά είπα τίποτα δεν πρόκειται να γίνει μεταξύ μας. Να το ξεχάσω. Ορρωδία. Πανικός. Ηρέμησα. Σ’αγάπησα τόσο γρήγορα. Πώς επέτρεψα να μου συμβεί αυτό? Γι’αυτό. Δεν το έχω πάθει ξανά. Αλήθεια. Ανωμοτί. Αλλά έλιωνα τόσο όμορφα στα χέρια σου με τις αναπνοές σου. Τόσο μελωδικά. Ευωδιάζεις παλίνδρομες νότες. Μυστικές κρυψώνες έχεις. Και τ’αγάπησα τα χέρια σου. Πόσο τ’αγαπώ. Από την πρώτη πρώτη στιγμή. Δεν το περίμενα. Εσύ κι εγώ. Και μετά εσύ να λες πως με σκέφτεσαι. Το βράδυ και το πρωί. Στον ύπνο. Στα ενύπνια της μουσικής. Κι αυτής της μυστικής, της άγριας όπως την είπες,τύχης-ένα γράμμα ν’αλλάξεις γίνεται τύψη, σου λέω, ήξερα τι σου έλεγα-,που κοντά, τόσο ανέλπιστα κοντά μας έφερε και σ’ερωτεύτηκα. Ο χρόνος δεν έχει αλλάξει. Κι όμως δεν έχει αλλάξει. Κι έτσι προχώρησε το απόγευμα και μου είπες και τα άλλα. Να συναντηθούμε ξανά σε τόπο μυστικό που κανείς άλλος δεν θα έχει πάει πριν ή μετά από εμάς. Μ’αρέσει πολύ που είσαι αλλόκοτος και αδιαπέραστος. Περιαλγής και πάνω από το σγουρό κεφάλι σου βλέπω καθαρά…άλως. Σαν άνηβος ακόμα μέσα σου. Έψαξες σπίρτα ν’ανάψεις τσιγάρο. Δεν άναβε κανένα. Από την υγρασία δικαιολογήθηκες αλλά είχα προλάβει να δω το τρέμουλο στα χέρια σου. Πού να το φανταστώ? Έκανα σκέψεις. Άλλες ήταν αιχμηρές κι έλεγα από μέσα μου πως είχαν ανθρακικό. Μετά μαλάκωναν αισιόδοξα και χαρούμενα και ζεστά. Πως ίσως κάποτε φιληθούμε. Τότε είχαν ανθόγαλα.
Σ’αυτή τη λόχμη την πυκνή, απέναντι οι αιμασιές κι εσύ αιγλήεις και αιδήμων. Από πού να κρατηθώ? Ξέχασα τα πάντα. Μέχρι και την ορκισμένη αειφυγία μου. Άελλα στο μυαλό μου. Να μου ζεσταίνεις τα χέρια. Πύκνωσαν οι ανάσες σου. Καίνε. Αδήριτος και άδμητος. Αδόκητος. Με το χέρι σου βάκτρο έτοιμο ν’αγγίξει τον ώμο μου να τον μεταμορφώσει να του αναθηματίσει Φεγγοβολή. Στη λευκή νύχτα. Την ασπέδιστη. Νηνεμώ. Τ’αστέρια εξίτηλα μπροστά στο χαμόγελό σου. Πιο όμορφο δεν έχω δει ποτέ μου. Ορρωδώ. Θέλω να φιλήσω τις παρειές και τα μάτια σου-παραφωτίδες που παρεμφαίνουν υποσχέσεις. Εκεί στον ουδό τους θα ολολύζω από δω και πέρα. Ναι, θα το πάρω απόφαση. Τι λύμη! Τι όλεθρος! Όλη νύχτα γίνεται? Γίνεται να μείνουμε εδώ? Κι ας μη μιλάμε. Κι ας μη λέμε τίποτα. Και να προσεύχομαι από μέσα μου-δίχως να έχω θεό-να γίνει να φιλήσω έστω μόνο μια φορά στη ζωή μου τα λευκόφαια μάτια σου. Λευχειμονώ. Και τα μαλλιά σου όμφακες. Στιλπνά και μαύρα. Τίποτα τίποτα τίποτα να μην προφητευτεί από κανέναν αυτή τη φορά. Οιστρηλασία. Οικτίρμων δυσήνιος και δύσθυμος. Εδώ στο γνόφο των ματιών σου να με πάρει ο ύπνος απόψε κι ας μην πούμε τίποτα. Κι η Κίχλη ν’ακουστεί απρόσμενα ανύποπτη για τον έρωτα, για τον κλωβό του, για τον θώμιγα. Ευώνυμη καρδιά μου. Σ’ακούω. Εφεκτικοί χτύποι. Κι η εφελκίδα κάτω από το δέρμα τρέμει το άνοιγμα. Δεν ανανήφω. Δεν ξεμαγεύομαι. Ξανά από το Αιγαίο κύματα σαν κωμός. Και το χέρι σου λάβρο τώρα στο δικό μου. Διηθεί τις πιο βαθιά χαραγμένες γραμμές στην παλάμη μου. Άσβολη γύρω-κοιτάζω αλλού όχι εσένα, δεν αντέχω- και ναύδετα και νάπες και νεβροί. Δολιχοδρομώ σε σισύφειο μαρτύριο πάθους. Σπιλιάδα απ’την ανάσα σου. Μονήρης. Μεταρσιώνεις και τα βότσαλα. Βρίσκω βότσαλα στο βουνό. Άβροτε που μου ζητάς έκθυμα ανέσπερο πάθος. Το έχω. Το έχεις. Με τα μάτια μου το ζητάς. Καμιά ανάγκη να το μιλήσεις. Καμία. Στάγδην. Στην ευνή. Πανάκεια. Πουθενά η θεραπεία. Θα παλινοδήσω. Έκφρων. Το χιόνι στο δέρμα αλληγορεί την αλισάχνη. Το καλοκαίρι. Τολμάς. Φιλάς τον καρπό μου. Ώρα πολλή. Τον χαιδεύεις με τα χείλη. Δεν φεύγεις. Τα χείλια σου ακουμπούν το δέρμα μου. Αμποδένεις. Εκεί. Περιούσια. Ηλιοβολή. Απ’τα μάτια σου. Ηδύνομαι. Αλλά εσύ μη φύγεις από κει. Μη φύγεις. Μείνε εκεί με τα χείλη στον καρπό και την ανάσα στην παλάμη μου. Μείνε. Στο μυχό του χεριού μου, στα ρυάκια του καρπού μου. Εσύ τα είπες τα λόγια αυτά. Μελανείμων. Δήξις. Ακταιωρός μου. Στην αλγεινή ακωκή. Πού να το φανταστώ πως θα μιλούσες για το αλίρρυτο χέρι μου. Αναπάλλομαι. Εγώ, κάποτε με τον ανάπλου σημαία και σύνθημα. Τώρα περιπλέω τις νήσους σου. Ερώμαι ανεγγύως τον εράσμιο άγνωστο. Εσένα. Το ανείδωτο αύριο. Το διάτορο τώρα. Με τη συνολκή της δηώσεως του βλέμματός μου από το δικό σου. Βαλλισμός. Εάλω. Εάλω.