Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

ένα λαϊκό τραγούδι ίσως να ήταν καλύτερο


Στον Σ.Μ. που μου είπε πως θέλει να είναι το καράβι. Κι επειδή μου αφιέρωσε το κείμενο που ακολουθεί χίλιες μέρες και χίλιες νύχτες. Κι επειδή δεν φτάνουν.Κι επειδή ακόμα το μπλογκ σήμερα κλείνει ένα χρόνο περιπέτειας, θέλω να το μοιραστούμε. Κι επειδή θέλω να μου πεις «τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν 8. πες μου για το πρώτο σου ποδήλατο, για το τελευταίο καλοκαίρι που μέτραγες παγωτά, για τον πρώτο σου έρωτα,πες μου για τη δασκάλα σου, πες μου για την πρώτη σου ζωγραφιά, πες μου για την πρώτη σου φωτογραφία, πες μου για τις λέξεις που έφτιαχνες. Πες μου για τις ζημιές που σε μάλωναν. Πες μου για την πρώτη σου ενοχή. Πες μου για το σχολείο σου, πες μου για την πρώτη φορά που περπάτησες χέρι-χέρι. Πες μου για το γέλιο σου. Πες μου για τις μέρες που ήσουν ευτυχισμένος,πες μου για την πρώτη σου μεγάλη στεναχώρια. Πες μου…»


Κι άρχισα να μπαίνω μέσα σου όπως μπαίνεις σε βιβλίο. Μπήκα μέσα σου και μ’είχες ήδη παρασύρει σε ιστορία. Σε μια ιστορία που δεν μπορείς να παρατήσεις για να κάνεις κάτι άλλο. Κι είσαι εκεί και ξενυχτάς διαβάζοντας. Κι έμπαινα τόσο μέσα σου που έβγαινα από μένα και δεν μπορούσα πια να ξαναμπώ. Κι εγώ είμαι εγώ,δεν είμαι εσύ,κι έπρεπε να μοιράζομαι. Μη με ρουφήξεις. Και προσπαθούσα ακόμη να παλεύω. Κι όπως αυτή η πάλη τελείωνε, κι εγώ νομίζω ήμουνα από την αρχή ο χαμένος, άρχισα να χάνω και οριστικά. Γιατί εσύ δεν είχες μάχη. Δεν είχες κάτι. Δεν είχες τίποτα. Κι αυτό που είχες μ’εμένα ήταν πολύ κοντά στο τίποτα. Ή σε όλα. Κι εγώ που ήμουν εκεί για λίγο κι απαιτούσα να καταλάβεις…Γιατί εγώ είχα σταματήσει να μιλάω,είχα σταματήσει να ρωτάω. Εγώ απλώς ήμουν εκεί. Και ήμουν και δεν ήμουν. Γιατί πάλευα. Και μες στη μάχη μου απαιτούσα εσύ που κάθεσαι να μπορείς λίγο να με καταλάβεις. Αλλά εσύ δεν είχες μάχη να παλέψεις, δεν είχες λόγο να με δεις που προσπαθώ. Κι όλα για σένα ήταν αλλιώς και για μένα αλλιώς και πιο αλλιώς δεν γινόταν.
Κι η μέρα που ήρθες πάλι κι έφυγες. Πάλι, κι όλα όπως ήτανε, σαν μέρα και σαν νύχτα. Κι εγώ που δεν είναι μέσα μου και τόσο πια να σε παρακαλάω. Και να μην έχω τόσο και την αίσθηση του οριστικού. Και να νομίζω ότι ψέματα μου το’πες πως ήταν αυτή η νύχτα η τελευταία, αλλά παρ’όλα αυτά όλο εκείνο το πρωί ήταν σαν τελευταίο. Ήταν κι ο ήλιος που δεν έβγαινε,ήταν κι ότι έπρεπε να μπω στη θάλασσα την κρύα για να πληρώσω. Κι ήταν και το κεφάλι μου,που για πρώτη φορά είχε αυτό το κομμάτι της απόγνωσης που πήρε απ’την καρδιά μου. Κι άρχισαν όλα να κυλάνε χωριστά. Εγώ είμαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ. Κι εγώ κανένας. Κι όταν πια το εγώ-εσύ ήταν αυτό που δεν μπορούσα να μην είμαι,το εσύ έφυγε μακριά. Κι έμεινα ο εγώ-κανένας.
Και δε με ξυπνάς πια εσύ. Εσύ δε με ξυπνάς εδώ και πολύ καιρό πια. Μόνο κάτι φορές,όταν ξυπνάω, κάπου σε έχω δει, κάπου καινούρια και μακριά. Τώρα με ξυπνάει ο ήχος του ασανσέρ που ανεβαίνει και κατεβαίνει. Δεν ανεβαίνει πια τόσο ψηλά. Είμαι μόνος μου εδώ. Κι είναι πράγματα που ίσως έπρεπε να έχω δει ή πράγματα που θα’πρεπε από τότε να πιστέψω. Ότι όλα ήταν για λίγο όπως έπρεπε να’ναι, ότι όλα ήταν για λίγο σαν τίποτα μα τίποτα να μην μπορούσε να με αγγίξει. Ούτε οι μέρες που περνάνε, ούτε ο καιρός που αλλάζει, ούτε καν το νερό απ’τη βροχή που τρέχει απ’το κεφάλι σου στα μάτια μου και δεν μπορώ να δω. Ότι όλα ήταν όπως έπρεπε και το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να μπορώ να το ευχαριστηθώ όσο θα κράταγε. Γιατί πάντα ήξερα ότι αυτό,ειδικά αυτό,ήταν φτιαγμένο απ’το υλικό εκείνο το πολύτιμο που κάνει τα πράγματα να κρατάνε λίγο και να πονάνε πολύ.
Κι είναι νύχτες που για να κοιμηθώ,το ρυθμό των χειλιών σου όπως ανέπνεες είναι που ψάχνω. Όπως παλιά. Που εσύ πρώτη έγερνες στον ώμο μου ή όχι και κοιμόσουν. Κι εγώ δίπλα,χωρίς ανάσα, να κοιτάζω ν’αναπνέεις και να ψάχνω το ρυθμό. Λες και τα χείλια σου ήταν δικά μου κι εγώ πήγαινα με την ανάσα σου. Και σκέφτομαι πως τώρα κάπου αναπνέεις και ψάχνω το ρυθμό. Κι όταν νομίζω πως το βρίσκω, αρχίζω να ονειρεύομαι. Κι όταν αρχίζω να τον χάνω, βλέπω ξανά τα χείλια σου. Τα χείλια σου όπως αναπνέεις. Κι η άλλη μέρα πάλι αλλιώς ξεκίνησε. Ξεκίνησε όχι με τα μάτια σου αλλά με τη μυρωδιά σου. Ξύπνησα με τη μυρωδιά σου δίπλα μου. Κι είναι κι άλλα πρωινά που νόμιζα ότι το βράδυ ήρθες. Είναι που ξύπνησα το βράδυ και νόμιζα ότι ήρθες κι είδα και το κρεβάτι δίπλα μου. Και βλέποντας τη θάλασσα πολλές φορές βλέπω εσένα, και εσένα που τώρα μπορείς να ταξιδεύεις μακριά μου. Μπορώ να βλέπω να μιλάς,να γελάς,να βαριέσαι. Μπορώ να δω τα κύματα της σκέψης σου κι εμένα να κοιτάω. Μπορώ να δω τις μέρες τις δικές σου, μπορώ να δω τα θέλω σου και τα μπορώ σου. Μπορώ να δω το γέλιο σου ν’αδειάζει και να γεμίζει το δωμάτιο, μπορώ να δω τα χέρια σου και πώς μπορείς να μιλάς μ’αυτά και μόνο. Μπορώ να δω τη διάθεσή σου ν’αλλάζει απ’το καλά στο χάλια κι ο λόγος πάντοτε κανείς. Μπορώ να δω τα μάτια σου και τι νομίζω πως κοιτάνε. Μπορώ, μπορώ,αυτό που δεν μπορώ ακόμη είναι να μπορώ να μη με νοιάζει. Κι είναι πολλές οι φορές που αναρωτιέμαι αν μπορώ να συνεχίσω χωρίς εσένα. Κι είναι το χαρτί που είναι άσπρο και πολλές φορές σαν τώρα το μολύβι από μόνο του θέλει να τρέχει. Κι ήταν όλα ή τίποτα? Ή ήταν και όλα και τίποτα? Κι άλλες φορές νομίζω πάλι ότι θα σου άρεσε να είσαι μαζί στα ταξίδια μου και να’μαστε σαν τις σαύρες καθισμένοι. Και να ρουφάμε ήλιο και σαν τις σαύρες να μένουμε μπροστά στον ήλιο σιωπηλοί. Αλλά πάλι εσύ δεν είσαι εκεί και η μόνη σαύρα είμαι εγώ και, αν και μόνος μου, αυτός ο ήλιος δε μου φτάνει. Και σήμερα φυσάει αλλά δεν ξέρω προς τα πού. Ελπίζω όχι προς τη θάλασσα. Κι είναι που πάντα νόμιζα πως έβλεπες πιο μέσα κι απ΄το μέσα μου. Είναι που νόμιζα πως βλέπεις την ψυχή μου. Αφού έφυγες, άκουγα το νερό που έβραζε. Το νερό που βράζει για δύο δεν έχει ήχο. Ήταν και η μουσική που ακούγονταν αλλιώς. Ήταν και τα τραγούδια όλα που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί όλα για σένα. Και μού’λεγες πως οι Πέμπτες είναι οι μέρες που πεθαίνεις συνήθως. Και Πέμπτες είναι οι μέρες πια που προσπαθώ να σε σκοτώσω. Μέσα μου. Κι η μέρα τελειώνει για άλλη μια φορά. Χωρίς να την προλάβεις. Χωρίς να της μιλήσεις. Χωρίς να την ακούσεις. Η νύχτα θα’ρθει. Πάλι. Και σαν νύχτα θα σε σκεπάσει. Όχι ολόκληρο. Πάντα ένα κομμάτι σου θα περισσεύει. Και βρέχει σήμερα. Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε εκείνο το ταξίδι. Κοίταζα πάλι τις φωτογραφίες. Κύλησε μια ολόκληρη μέρα στην παραλία ψάχνοντας εκείνο το βότσαλο που κράταγες. Βρήκα τέσσερα που του μοιάζανε. Εσύ γιατί να είσαι μοναδική? Και θυμάμαι το φιλί. Το φιλί που κράτησε για πάντα. Ενώ ήταν να τελειώσει πριν αρχίσει. Κι όλα πάντα είναι ένας κύκλος. Σαν ζωή. Πάντα η αγάπη θα γίνεται μίσος. Κι όταν το μίσος ξεσπάσει στα βράχια και τα βράχια θα’ναι μακριά πάλι. Το μίσος δεν θα’ναι μίσος, σαν το κύμα θα υποχωρήσει και πάλι θ’αρχίσει να γλείφει την αγάπη. Τρελός δεν είμαι?

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Παπαγιαννάκη
Εκδ.Οξύ.