Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

ερέτης σε σποδό


Στο λαιμό της μολύβι μαύρο κρεμόταν
Μόλις μετέβη τη συμπληγή
της πιο κοφτερής στλεγγίδος

το αριστερό της χέρι λαμνοκοπούσε
σε σποδό από μύτιλους και άστρα
μαλακά και καμμένα
χόρευε κατακόρυφα
με τα χέρια σε πάτωμα
που ήταν σκορπισμένα τα
Μήλα των Εσπερίδων

Στο πόδι της κρεμόταν κάτι
που το είπε φυλαχτό
Δεν ήταν
Πέτρα ήταν αλλά είπε ότι είναι φυλαχτό
Της άρεσε η ασφάλεια της λέξης
Και μέσα στην αυθαιρεσία του βαπτίσματος
Το κοινώνησε διαφερόντως
Διαβουκολώντας αλγηδόνες

Το ελλύχνιον
ήταν ευδία άληστος
στο αχανές του δωματίου
όπως φώτιζε τους λαγόνες
και σπίθιζε ολοκύανο το Άλεφ

για μια στιγμή ακροβάτησε
σε έρκο από στειλεούς

Απολακτίζει την ευήθεια
Παρενείροντας νύγμα μεθυσμένης μέλισσας
Και η πέτρα έγινε πράγματι το φυλαχτό της

Ενώ περίσσευε το χέρι που λαμνοκοπούσε
Μόνο, στ’αστέρια των δρόμων-
Τα ταραγμένα ναυάγ
Ια του βυθού της.

[για κάποτε ή για αύΡιο ή για τότε
Που υψώθηκες σε μια ακίνητη αλλά πολύ φεγγερή
Κι ασημένια νύχτα,δηλαδή στο Πήλιο στις 26/12/2020]

[για τότε ή για κάποτε που θα αναγεννηθεί η αναμονή
Καταφατική για τη ρότα που πήραμε χαράζοντάς τη
Από διαφορετικούς ισημερινούς]

[Χαρίζω αυτό το κείμενο στην 193η νύχτα κάθε έτους
Στον αριθμό 12 ,στο Άλεφ και στα Μήλα των Εσπερίδων]