Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

οπωσδήποτε παράθυρο


Τουλούζ,
στέκομαι στο παράθυρο. Μέρες τώρα. Νύχτες χίλιες. Και Μία. Παρατηρώ τις παύσεις. Οι σιγές του ενός λεπτού μαζεύτηκαν κι έγιναν ολόκληρη η σιωπή. Ακέραια κι ακίνητη. Φαίνεται πως ο παλιός και ραγισμένος μου αστρολάβος σταμάτησε να δείχνει το βορεινό σκοτάδι. Δανείζομαι καιρό και υγρασία από τα φρυγμένα φύλλα. Και βλέπω.Πεταλούδες σαν όστρακα και γύρη που μοιάζει με σκουριά.Από το σκοτάδι το άνθος ή μέσα από τα μαλλιά σου,δεν ξέρω.Μαλλιά σαν τριαντάφυλλα. Ακολουθώ πιστά το στοιχειωμένο καραβάνι των λέξεων. Ένα χλωμό αερικό ξέφυγε και τρέχει τις νύχτες κοντά σε ξωκλήσια. Δοκίμασα και να τυφλωθώ όταν σταμάτησες να γελάς. Επειδή έβλεπα τις πεταλούδες σαν όστρακα άδεια και τη γύρη την κατάπινα σκουριά.Τυφλώθηκα.Κι ούτε μιλώ.Σταμάτησες να γελάς και το αερικό έρχεται να με παρηγορήσει αλλά το διώχνω. Σταμάτησε να έρχεται. Άλλωστε κάποιος έπρεπε να χτυπάει την καμπάνα. Στις φλέβες των καλωδίων σιγολιώνει το γέλιο σου. Από το παράθυρο,περιπολώ το αλύχτισμα των σκύλων. Και πάλι οι λέξεις μπροστά μου να με παρακαλούν να τους φτιάξω σώμα. Από πηλό. Να τους δώσω αίμα.Αποφεύγω να τις ψηλαφίζω. Μου χαϊδεύουν τα δάχτυλα για να με καλοπιάσουν. Αλλά εγώ στο παράθυρο, μετρώντας τις εποχές. Προσδοκώντας ν’αχνοφανεί θεός. Σαν ισχνή ψευδαίσθηση έστω μέσα από τους υπονόμους. Στο παράθυρο οι κόμποι της βροχής πνίγουν τις λέξεις ,πριν το ποτάμι αδειάσει το θεό στον υπόνομο και τον δω ν’αχνοφαίνεται μέσα απ’τα μαλλιά σου με φοινικικό διάδημα και γύρω του, μελλοθάνατοι άγιοι. Και το πρακτορείο, κυψέλη για αναχωρούντες θεούς και μελλοθάνατους αγίους. Εγώ στο παράθυρο με έγκαυμα λωτού και κραγιόν κόκκινο.Εσύ να παίζεις πιάνο στο μπαλκόνι. Επί πιστώσει. Έναντι, το φάσμα που παραχωρεί τη λεπίδα για να κόψω το χάρτινο ορίζοντα. Στο παράθυρο αφήνω τον κόσμο Τουλούζ. Θα’ναι το πάντα, θα’ναι ποτέ, -εσύ στο πιάνο, εγώ στο παράθυρο-, κι ανάμεσά τους εμείς, υπνωτισμένοι και νωχελικοί από τη ρέμβη τους, νοσταλγώντας την ουτοπία
.