Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

ο χορός των άστρων


...να πετάμε κάπου στο διάστημα, απαλλαγμένοι από τη βαρύτητα του σώματος και του πνεύματος. Στο πόδι μου είχα σπέρμα, το οποίο γλίστρησε κι έπεσε ανάμεσα στους γαλαξίες και κάποιος απ’ αυτούς το γονιμοποίησε. Γέννησε, λέει, ένα πανέμορφο, ευνουχισμένο αγόρι, δίδυμο με μια κερασιά, που βγήκε από τα σπλάχνα του ανθισμένη...
απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα η Φαίδρα Φις δεν είναι ψάρι

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

φλυαρούσε...




Για να στρίψει αλλού το μυαλό
Διαβατήριο είναι το κεντρί των λέξεων
Να δολώσει το θάνατο τον ενδιάμεσο
Να πάψει ο τοίχος να είναι ισόβιος
Ο εξώστης ναρκοπέδιο
Ο Κύκλωπας εξαπατημένος
Ο Οιδίποδας πλανόδιος επαίτης της όρασης
Μια απαγορευμένη σου σχηματίζω άγκυρα
Μην ανησυχείς, έδιωξα το θεό,
Σου νοικιάζω βραδινές ώρες
Σου νοικιάζω δράματα…
Αν θες,όσο όσο τα ξεπουλάω
Δεν σου υποκλίνομαι όμως μεσίτη στοιχειωμένε
Εμένα θα βρεις,-που θεός δεν είμαι-
Εμένα θα κοιτάξεις –που σκιά δεν είμαι-
Για να «τσιμπήσεις» σου εξομολογούμαι άθλιους άθλους
Τι νόμιζες?
Γιατί πάντα το αίμα θα είναι το αίνιγμα –και όχι εσύ-
Γιατί μόνο αυτό θα μυρίζει αστραφτερά
Και θα ξαστερώνει στα υπόγεια…
Τώρα πες…
Με ποια φτεράκια θα ξεγελάς τις Σφίγγες…
Φτερά,ξένε, έχω και με τη ρίζα τους ξηλώνω
Μια μια τις ραφές από τις μεταναστεύσεις σου
Στα στριφώματα του μυαλού μου.

Μακάρι να ήσουν εδώ
Φαραώ της ερημιάς,
Στον ισόβιο τοίχο,
Εσένα να χτίσω για πάντα
Μια και δεν ήσουν ποτέ
ο ζωντανός




από το έλαττον της αθανασίας

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

αφορμή Δέλτα


Σε είδα στον ύπνο μου. Είχα καιρό να σε συναντήσω εκεί. Όχι στο όνειρο. Στο Σταθμό. Μου ζητήσαν ταυτότητα στην είσοδο λες και με έβλεπαν πρώτη φορά.
Υποτίθεται πως έπρεπε να σε αντικαταστήσω σε κάποιο πρόγραμμα. Έχει περάσει αιώνας από τότε που έκανα ραδιόφωνο. Είχα κόψει επαφές και παρτίδες και μ’αυτό το σύμπαν και μου φαινόταν δύσκολο,αλλά για χάρη σου μπορώ να κάνω τα πάντα. Όλος ο Σταθμός είχε αλλάξει. Έμοιαζε με μια μικρή υπαίθρια,πλακόστρωτη πόλη, γωνιές με καφέ, μικρά πάρκα, πόρτες ξύλινες που πάνω είχαν γραμμένα με κιμωλία τα ονόματα όσων έκαναν πρόγραμμα εκείνη την ώρα. Προχωρούσα με βήμα διστακτικό γιατί κι εγώ ήταν σαν να έβλεπα για πρώτη φορά όσα συνέβαιναν εκεί. Πέρασε από το μυαλό μου πως έκανα λάθος και είχα φτάσει κάπου πιο μακριά από αυτό που λέμε γνωστό και οικείο… Πέρασμα σε κάτι θολό και ξεχασμένο. Ανάμεσα στα άγνωστα πρόσωπα και στo βουητό που ερχόταν μελίσσι στ’αυτιά μου υπήρχαν και γνωστοί που με χαιρετούσαν εγκάρδια και άλλοι μέχρι που με αγκάλιαζαν. Παρ’όλα αυτά δεν ένιωθα άνετα. Το έβλεπαν και το έβλεπα, ήμουν αμήχανη και ξένη ανάμεσα στο πλήθος. Συνέχιζα να περπατάω, μετρώντας τις πλάκες, άλλες γκρί, άλλες κίτρινες, σκουρόχρωμες πορτοκαλί. Η αίσθηση ήταν όμορφη αλλά η αγωνία μου μήπως δε σε βρω τελικά, μεγάλωνε. Παρατηρούσα δεξιά κι αριστερά τις πόρτες αλλά δεν έβλεπα πουθενά το όνομά σου,γραμμένο έστω πρόχειρα μ’αυτήν την ξεθωριασμένη κιμωλία. Τα σοκάκια ήταν λαβυρινθώδη κι ενώ βάδιζα αρκετή ώρα αισθανόμουν ότι επέστρεφα στο ίδιο σημείο. Λες κι έκανα κύκλους. Ούτε αυτό ήταν αλήθεια γιατί την επόμενη στιγμή είδα το όνομά σου σε μια πόρτα μπλε-άχρωμο κι αυτό, σαν να είχε πλυθεί πρόσφατα και να είχε τριφτεί με σκληρή βούρτσα-. Ήταν το μικρό σου όνομα μισοσβησμένο και το επώνυμο αχνό, ίσα ίσα το διέκρινα.. Ανέβηκα τα δυο τρία σκαλάκια και χτύπησα την πόρτα. Από μέσα ακούγονταν σιγανά γέλια και σχεδόν ψιθυριστές κουβέντες,λέξεις μισές,σπασμένες. Μου άνοιξε μια κοπέλα άγνωστη με μακριά ινδική φούστα με κρόσσια και μαλλιά μακριά ως τα γόνατα. Σαν παλιά κνίτισσα ήταν. Κι άλλες δυο τρεις στο ίδιο δωμάτιο με την ίδια κόψη κι εμφάνιση. Ο χώρος έμοιαζε με θάλαμο ή κελί φυλακής. Αντί για γραφείο είχε ένα ντιβάνι, στρωμμένο με αραχωβίτικα κεντήματα και τα μηχανήματα ήταν στο περβάζι πάνω απ’αυτό, πρόχειρα βαλμένα, παλιά και φθαρμένα. Πιο κει σε σχήμα γάμα άλλο ένα ντιβάνι που ήταν ξαπλωμένες οι άλλες κοπέλες. Συστηθήκαμε και ρώτησα αμέσως πού είσαι εσύ και πού μπορώ να σε βρω. Μου απάντησαν να μην ανησυχώ και ότι θα ερχόσουν σε λίγο. Κάθησα. Έπειτα μου έδειχναν πώς λειτουργούν τα μηχανήματα, πώς θ’αλλάζω τραγούδια, πώς θα μιλάω-αν θέλω να πω κάτι-πάνω στο τραγούδι που παίζει και πώς θα κλείνω το μικρόφωνο όταν θα θέλω να πω κάτι εκτός αέρα. Τους είπα ότι ξέρω και ότι ήταν πολύ ευγενικό που με ενημέρωναν αλλά τελείως περιττό. Όμως επέμεναν πως η διαδικασία είχε αλλάξει, πως δεν την ήξερα και θα έπρεπε να τη μάθω από την αρχή. Υπομονετικά άκουγα λοιπόν και περίμενα να έρθεις. Οι άλλες μια μια έφευγαν. Στο τέλος έμεινα μόνη προσπαθώντας να κάνω πρόγραμμα με τον τρόπο που μου είχαν δείξει πριν λίγο. Δεν τις ρώτησα τίποτα για τις αλλαγές. Θα ρωτούσα εσένα μόλις ερχόσουν. Σε πολύ λίγο άνοιξε η πόρτα και μπήκες. Φώτισε ο χώρος όλος από τα μάτια σου μόλις έκανες ένα βήμα μπροστά και με πήρες στην αγκαλιά σου. Πρώτη φορά ήσουν τόσο εκδηλωτικός στα τόσα χρόνια που σε ξέρω. Δεν είναι ο τύπος σου αυτός. Δεν ξοδεύεις τίποτα από σένα. Ακόμα και για να μου δείξεις την αγάπη σου. Με βία να μου δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο. Ούτε το χέρι μου δεν κράτησες ποτέ. Με κρατούσες ακόμα αγκαλιά σφιχτή και ζεστή. Απόρησα. Τρόμαξα μπροστά σ’αυτή την παράδοξη τρυφερότητα. Σε ρώτησα τι έχεις. Έκανες λίγο πίσω και με κοίταγες στα μάτια. Ορκίζομαι ότι τα μάτια σου ήταν πιο πράσινα απ’ό,τι συνήθως. Τόσο φωτεινά αλλά ταυτόχρονα και υγρά. Ήθελες να κλάψεις? Έκλαιγες πριν? Φοβήθηκα να ρωτήσω. Τα μαλλιά σου ήταν σγουρά, σκοτεινά και στιλπνά όπως έφηβου δεκαέξι χρονών. Η ηλικία που σε σημάδεψε ακριβέ μου. Που σε δυνάστευσε και σε έλιωσε. Και την αγαπάς τόσο πολύ. Είχαν μακρύνει κιόλας ενώ συνήθως είναι κοντοκουρεμένα. Πολύ όμορφος μου φάνηκες.
Και ήσουν. Αρχάγγελος ίδιος. Τα χρόνια γύρισαν πίσω και σου επέστρεφαν απλόχερα τα χρεωμένα τους... Τη δροσιά,τη νιότη σου που σπαταλήθηκε χωρίς να το θες, τα διαμαντάκια στα μάτια σου…Είχες γίνει πάλι δεκαέξι και έλαμπες ολόκληρος. Τι σου συμβαίνει σε ρώτησα δειλά. Τίποτα απάντησες και μου κράτησες το χέρι. Με ρώτησες αν ήθελα καφέ. Προτιμώ να μιλήσουμε σου είπα. Άφησες να παίζει ένας δίσκος ολόκληρος του Λέοναρντ Κοέν και βγήκαμε στο μικρό μπαλκονάκι έξω από το δωμάτιο. Καθήσαμε στις δύο καρέκλες, μας χώριζε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Άπλωσες τα πόδια σου στα ξύλινα κάγκελα απέναντι και άρχισες να καπνίζεις. Με παραξένεψε που είχες αρχίσει το κάπνισμα αφού ήξερα την εμμονή σου με την υγιεινή διατροφή και με την καθημερινή άθληση. Ένιωσα όμως ότι δεν έπρεπε να σε ρωτήσω τίποτα γι’αυτά τώρα. Από μέσα ακουγόταν αχνά το famus blue raincoat. Αγαπημένο δικό σου και δικό μου. Όσο περνούσε η ώρα ένιωθα ότι κάτι ήθελες να μου πεις, δεν έβγαινε εύκολα από το στόμα σου. Καπνίζαμε και κοιτάζαμε τον ουρανό που ήταν έτοιμος να βρέξει. Ανταριασμένος. Θα έλεγα ότι είχαμε μπει σε έναν παράξενο και νοσταλγικό λήθαργο όταν μια φωνούλα τρέχουσα σαν νεράκι από μακριά άρθρωσε: «μπαμπά μπαμπά»….Ένα μικρό κοριτσάκι με κοτσιδάκια έτρεχε προς το μέρος σου με ορμή. Λίγο πριν τα σκαλοπάτια σταμάτησε και δίστασε να τα ανεβεί αφού μας είδε μαζί. Πίσω από το κοριτσάκι έτρεχε μια γυναίκα κοντά στα τριάντα, ξανθιά και απεριποίητη. Το κορίτσι ακινητοποιήθηκε. Τότε είδα πως τα μάτια του ήταν πολύ μακριά το ένα από το άλλο και από τις άκρες τους έσταζε κάτι κόκκινο σαν αίμα. Όχι σαν. Αίμα ήταν. Κατέβηκες τα σκαλιά και το πήρες στην αγκαλιά σου. Του σκούπισες το αίμα με ένα μαντίλι. Σταμάτησε να τρέχει. Δεν ήξερα ότι έχεις παιδί. Ούτε γυναίκα. Μου μίλαγες πάντα ανοιχτά για την ομοφυλία σου. Ήταν δεδομένο πως με γυναίκα δεν μπορούσες να βρεθείς ερωτικά ούτε μια στιγμή. Το είχες προσπαθήσει μια φορά στο παρελθόν αλλά αηδίασες. Τότε πώς? Το σοκ ήταν βαρύ. Δεν μου είπες τίποτα. Με άφησες να καταλάβω ό,τι ήθελα. Η σιωπή μας δίδαξε την υψηλή της τέχνη χρόνια τώρα… Θύμωσα μαζί σου. Γι’αυτή σου τη μικρή προδοσία. Ένιωσα να προδίδεται αυτή η φιλία. Όμως το φέγγος των ματιών σου, όλη η όψη σου που έμοιαζε αγγελική δεν άφησε αυτόν το θυμό να με κυριεύσει. Αντίθετα ένιωσα να σ’αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Ήρθα κοντά σας και πήρα στην αγκαλιά μου το κοριτσάκι σου και σένα. Πρώτη φορά σε έβλεπα τόσο ευτυχισμένο. Αυτό ήθελα. Τα υπόλοιπα δεν είχαν καμιά σημασία. Σ’αγαπάω πιο πολύ και με μια αγάπη τόσο μεγάλη. Την πιο μεγάλη αγάπη του κόσμου.


για σένα Δημήτρη Χ.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

να γκρεμίζω τους βωμούς


Στο άδειο όνειρο να στύψω όπιο και να λιώσουν οι βωμοί του,
όπου οι εραστές εγκαταλείπουν τον παράφορο κυνισμό τους,
πάλι ν’αποδράσω στο σκοτάδι,
Από τα κοφτερά γρανάζια του, σφαγμένα τα άθλια χαράματα,
Στενά κι ανυπόφορα δάση που ούτε τα πέλματα ούτε ο θώρακας αντέχουν,
Για φαντάσου εγώ να φτάσω να κουρδίζω ξανά το σκοτάδι,
Για να παίζει ρυθμικά και πάλι από την αρχή στιλπνές φλογίτσες
Που κρέμονται από τις σπασμένες κλωστές των αστεριών,
Να φωτίζεται αμυδρά η αναπηρία μου,
Να το κρύβω στην τσέπη μου μη μου το πάρει κανείς,
Το σκοτάδι μου…σκοτάδι μου…
Εγώ το δικό σου βωμό θα στήσω ξανά
κι ας μοιάζει με κωμωδία τούτος ο Σεπτέμβρης,
Κι ας μην μπορώ ακόμα την απόχη του να ξορκίσω
Με την επιφάνεια της πρώτης βροχής,
Στα νήματα που κρατάνε αυτή τη γέφυρα την ερειπωμένη,
Μικραίνει το θαύμα και οι σανίδες τρίζουν
Γιατί με πρόδωσαν τα άστρα και τα όνειρα και τώρα δένω
Με κόμπους όσα απέμειναν,
Δρόμους να μη χάσω ξανά,
Δηλητήριο ρίχνω στο φως, γκρεμίζω τους βωμούς του,
Φάλτσος ήρωας με άδετα κορδόνια και με λύχνους τα μάτια
Ναυαγός σε κατάμαυρο πηγάδι, να σπάνε χίλια κομμάτια τα μάτια μου απ’το φως,
Και να φέγγει κάτω απ’τα κρεμασμένα πόδια μου,εφιαλτικό σκοινί
Και να είμαι θήραμα λάγνο…
Υφαίνοντας ιστούς υποψιών στάχτης
Είναι το λάφυρο αυτό
να γκρεμίζω τους βωμούς
Να κερδίζω στάχτη.
από το έλαττον της αθανασίας



Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

η κοιλιά του κήτους


Δεν θα περιμένω. Είναι καιρός ν’αναβάλλω τις αναμονές. Ίσως πω ναι-θα πω ναι?-
Ίσως πω όχι-να πω όχι?- μπορεί και να μη μιλήσω καθόλου.
Στη μεγάλη ημίφωτη κοιλιά του κήτους είναι ευρύχωρες οι ψευδαισθήσεις ευζωίας, ευφορίας και ροϊκότητας. Και ο επιθανάτιος ρομαντισμός διαφυγών…
Σέρνεται στο δάσος μιας μαγείας, φύλλο κίτρινο και ξερό
-είναι βιώσιμο να καταφάσκω?-
-είναι βιώσιμο ν’αρνούμαι?-
Τρανός,αυτόνομος και απονενοημένος ο πόνος και το φάρμακό του χλεύη.
Λοίμωξη και η καταθλιπτική παρρησία.
Μέσα στην κοιλιά του κήτους μπορώ να προσφεύγω στην απλότητα
Για να σημειολογώ τη συντριβή του ασυντέλεστου.
Η συνενοχή του υπερπραγματικού εξαντλείται και το στέρεο σώμα της άρνησης
Εξάπτεται και πυροδοτεί ευάριθμα συγκινητικά εξομολογητικά εργαλεία.
Όχι να πω. Να πω ναι. Οργανισμοί φέροντες καύσεις που μεταβολίζουν τα ψυχικά όρια.
Δεν θα περιμένω. Είναι ο καιρός που η ψύχρα της αγριότητας ανατριχιάζει τους εφιάλτες κι εκείνη η ξεχασμένη ειδική διαφορά τους από τα όνειρα ανεκπλήρωτη,
Στίγμα της δυσεπίλυτης εξίσωσης να διαβαστεί σωστά το ναι, να ειπωθεί με σθένος το όχι.


από το έλαττον της αθανασίας



Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

βράχοι


αυτό το ον που έφτιαξε την αρχική φορά της κίνησης

διαθλάται στη συντέλεια των βράχων

αυτό το φως που φώτισε την ευκολία στις επικεφαλίδες

ξέβρασε πόνο και πικρίες από χείλη που άνοιξαν

ασκητών μονάχων

-δεν είδες?-

η ιδανική τόλμη έχει για ελατήρια

θέλγητρα από συναστρίες

και η γραμμή κατευθυντήρια

παραπλέοντας σε αμμόλοφους

υποκύπτουν σε λαβύρινθο οι αξίες

ασπαζόμενες οξύρυγχο πένθος
από τη συλλογή τα όνειρα καπνίζουν
εκδ Γαβριηλίδης

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

εκουσίως


αφρόντιστα κείτονται παραπετάσματα υπνοφόρου τεμένους

του μένους οι αλήθειες σταυρωτές

σαν θηλιές,σαν σταυροί γιγάντιοι,ορθόδοξοι

εξάτοξοι και σεμνοί αρουραίοι

στους πυθμένες των πιο λαμπρών χωμάτων

δοξάζουν τη φθορά την αείζωη

και την πύρινη απώλεια του λιγοστού

του εικοστού αιώνα την απέλπιδα ειρήνη

υφάλμυρη γεύση όπως της πληγής

ποτέ δεν δοκίμασα

είχα άλλες αισθήσεις όρθιες και καμαρωτές

με τη λόξα που συνήθως τυραννάει

τα νεογέννητα για μητρικό γάλα

και τη δόξα που εκπέμπει κι εκπέμπεται

από λάγνους μαστούς

λιαστούς,αδύναμους φόβους αρμέγοντας

φρικτή η δύναμη καμιά φορά στη φόρα που παίρνουμε

για να παρακμάσουμε ασκητεύοντας σε μιας πλάνης

τη δαπανηρή αλητεία


από τη συλλογή μου "τα όνειρα καπνίζουν"

κυκλοφορεί από εκδόσεις Γαβριηλίδης



getting away with it



Ευχαριστώ τους φίλους μου:

Στέφανο,Αμαλία,Δημήτρη,Άννα,Βέρα,

Αγγελική,Γιάννη,Μπάμπη,Στράτο,

Φωτεινή,Φαίη,Ανδριανό,Δημήτρη,Φώτη και Βιβή,Φώτη και Αγγέλα,

Κώστα,Νίκο,Αποστόλη,Έρση,Παναγιώτη,Πέννυ,

Ελένη,Φανή,Αλέξανδρο για όλα.


Ευχαριστώ τους φίλους μου από το μπλογκ,


Φαραώνα,fatale,k.t.kouk,σολωμάντζαρο,

λορελάη,άβατον,Δημήτρη Μουζάκη,Γιάννη Φιλιππίδη
για όλα.

Τους μαθητές μου,

Λυδία,Ναταλία,Νατάσα,Στέλλα,Παύλο,Στάθη,Βάσια,

Γιώτα,Βασίλη και Γιώργο για την επιτυχία τους και για τη στήριξή τους.

Ιδιαίτερα ευχαριστώ τους αγαπημένους μου φίλους, ποιητές,

Νίκο Γρηγοριάδη και Παναγιώτη Κερασίδη για όλα.