Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

H koιλιά τoυ kήτoυs







Μες στην ημίφωτη κοιλιά του κήτους
και ζαλισμένοι από το μίσος απολύτως
με παραισθήσεις ευζωίας κι ευφορίας
«φιλοξενούν» και γράφουν από ανίας

Εγώ κοιτάζω απ’ το παράθυρο τους κήπους
Εθελοντές τους καθαρίσαν απ’ τους ρύπους
Θυμάμαι ακόμη πως μου χάρισες μια χτένα
λέγοντας: μην το πεις ποτέ και σε κανένα

Μες στην ευρύχωρη κοιλιά του κήτους
στριμώχνουν θύματα και κλοπιμαία: μίτους
Λες και δεν ξέρουν πως ανήμποροι εκεί μέσα
δεν έχουν λόγο της τιμής μα ούτε μπέσα

Εγώ θυμάμαι τ’ άγριο φως της Μοζαμβίκης
όπως κρυβόταν στα μαλλιά της Βερενίκης
Κάποτε πίναμε μαζί τα «Λουξ» τις «Εψες»
Tώρα τα δέρματα πουλάς στους βυρσοδέψες.

Σε κάποια πρόγονη ζωή στο ίδιο κήτος
κοιμόταν σκύλος που αντί μυαλό είχε λίπος
Ήτανε δίποδος με πρόσωπο τριμμένο
ψηφιδωτό που όταν θυμάμαι αρρωσταίνω

Μου είχες πει: «μπορείς να τον εξημερώσεις
με κάποιο τρόπο αν καταφέρεις να του στρώσεις
ένα κρεβάτι από νούφαρα κι ατλάζι
μ’ ένα τραγούδι που θα παίζεις με το σάζι»

Μα πρώτος του έδωσες να φάει από τις σάρκες
και τη χολέρα από τον έρωτα του Μάρκες
Πήρες το μέρος όσων τάιζαν το κήτος
βουλιμικά του κατασπάραξες το λίπος

Μέσα στη σάπια πια κοιλιά του κήτους
Χαζογελάν υπονομεύουν την «αυλή τους»
Άλλος δεν έμεινε κανείς για να τρομάζουν
Μα μεταξύ τους πια μασιούνται και βελάζουν

Τη θέση σου έδωσα σε υφαντές ονείρων
Στο πρώτο άγαλμα που σμίλεψε ο Μύρων
Πάντα θυμάμαι τον Φερνάντο την Οφέλια
Κοίτα πώς «τραγουδάνε ακόμα τα κουρέλια»*



* Τίτλος ταινίας του Νίκου Νικολαϊδη