Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

"Όταν μας κόψαν τα φτερά"






Δυο βράδια κοίταζες μόνο το ταβάνι στην άδεια Αθήνα κι έκλαιγες με τα κάγκελα στο κρεβάτι που δεν αφήνουν πέρασμα στα άδολα πλάσματα. Οι ακροβάτες ρημάζουν τις Πρέσπες όπου θα γεννηθεί και φέτος άλλος ένας μήνας. Στα αζήτητα. Αγνώστου μητρός αγνώστου πατρός χωρίς συγγενείς και φίλους. Δίπλα του δεμάτια από βαμβάκι που τα τσιμπολογάνε τυφλοί γερανοί. Σχισμένα από άλλον ασημένιο εραστή χωριστά οι κούνιες. Εκεί που λυγίζει μια ακατάπαυστη νύχτα από χιόνι και τρένο ανήμπορο γι’ άλλο δρομολόγιο σκληραίνει ο κόσμος. Πάψε τον ύπνο που ζυγώνει στα βλέφαρα τη φωτιά. Άγρυπνος μαργώνεις πλάι στον κάβο που κρατάει δεμένο το τελευταίο βαρκάκι που θα αναλάβει την πηγαδίσια ρότα. Στο Διρό ή στον Άδη, θα διατάξεις. Με μερικές ρετσινιές ξεπούλησες στα παζάρια. Σε διέκοπτε κάπου κάπου ο αέρας που τίναζε τους στροβίλους του από παραφουσκωμένα ασκιά. Μια βεντάλια από σκόνες και βότσαλα μπηγμένη στο κεφάλι σου και παρακαλούσες για λίγο νερό πριν ντραπείς πριν κλάψεις πριν γελάσεις πριν λυπηθείς. Ξεθεώθηκες στις λαχειοφόρους. Από όλα ξεθεώθηκες γιατί αγαπούσες. Μετανάστευσες σε τεκέδες και αντικατέστησες τα αρχικά νήματα με ονόματα μιας θαυματοποιίας. Έτοιμος να σχεδιάσεις έναν εκβιασμό για τους άδικους. Αργοπορημένος της βαλκανικής. Τερματικά μέγιστος αλλά αβίωτος θνητός με αγγελικά προσχήματα. Για μια στιγμή δική σου, έγινες ένας κόμπος αλμύρας. Φούντωσε η μοναξιά κι ορθώθηκε κάμπος κάθετος στον ουρανό που σύναξε τόση μάταιη περηφάνεια για να φανερώσει το άχραντο της Γεσθημανής. Πήρες ανάποδα τους διάφανους τοίχους των ματιών σου και γκρέμισες συθέμελα κείνο το σώμα που είχες αφήσει απερπάτητο. Στο λαιμό σέρνονταν αργά κι αμέριμνο ένα κοφτερό μαχαίρι κι έριχνε τα γάγγλια σαν φλούδες από ώριμο μήλο στο τσιμέντο. Η κοιλιά σου γέμισε αστακούς και δεκατρία φίδια. Ξεφύλλιζες και το κοράνι αλλά τις κλειδώσεις θα ξέπλενε μόνο το νερό. Δεν σου ‘μεινε πια τόπος. Εκεί που λυγίζει μια ακατάπαυστη νύχτα από χιόνι  και συμπόνια δείξε μου τι θες να γίνει στεριά πατρίδα θάλασσα και πάρε το πρώτο βαπόρι για να ‘ρθεις ή περπάτα στα κύματα.