Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Πάνω σου





Λες κι ήταν κοντά σε ξημέρωμα εξωπέταγε
καρτερώντας τη ρόδινη βιάση.
Κάτω από τα πόδια του λάθευε θάλασσα
αδιάλυτη που αναδίπλωνε κύματα-κιγκλιδώματα.
Σ’ ένα μονοκόμματο τετράγωνο
διαγραφόταν περίγραμμα αγνώστου θεού.
Το σκέπαζε γαλακτόχρωμο φως
διαιρούμενο σε σωθικά και υπολείμματα αμμοθύελλας.
Στο ασυνείδητό του πήρε ένα όνομα αμετάβλητο.
Δηλαδή θεός. Οξύς μέσα στην αραιή φυτεία
των καλωδίων του ρέμβαζε ξαπλωμένος
σε κόσκινο και ηδυπαθώς λικνιζόταν
ανάμεσα σε σπόρους κριθαριού.

Εσύ παράλυτε τυφλέ λεπρέ και ασυμβίβαστε
σφαλιστός με σανίδες καρφωμένες
στο μπαλκόνι σου μάθε πως τούτοι οι λογισμοί
είναι ταχύτεροι από τις λέξεις σου.

Δεν ξέρω από πού γεννήθηκα άνθρωπος.
Ίσως κάποιος σπλαχνικός καταρράκτης
με περιμάζεψε στα απόκρημνα νερά του
και δεν μπορεί κανείς να με φιμώσει.
Αυτή η περηφάνεια μ’ ευλογεί και με καταριέται
με στρατιές παλλόμενων αναμονών
που η μακρά και ολοσχερής κυοφορία τους
δεν έχει αφήσει κενό χώρο εντός μου
ούτε για να πέσω πάνω μου ούτε για να σημειώσω
κάτι ελάχιστο για τον εαυτό μου.

Γι’ αυτό πάνω σου θα ‘ρθω  να πέσω.



{Εν Δελφοίς 28.4.2012}