Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Γιώργος Κοροπούλης, YAΛH



1.

Τ' άστρα που μ' οδηγούσαν σβήνουν
σαν μυστικά που τα προδίνουν

κι ανάποδα μετρώ πριν φέξει:
της Πούλιας τα παιδιά είν' έξι,

σε λίγο πέντε, τρία, ένα-
τρέμουν στ' αγιάζι ορφανεμένα.

Κυλά η νύχτα μ' ένα ζάρι,
κανείς τα κέρδη δεν θα πάρει

δίχως το άλλο που εχάθη
σε μακρινής βραδιάς τα βάθη...

Έλα λοιπόν κι απόψε ας πάμε
σε ραντεβού που δεν θυμάμαι

ποιος απ' τους δυο μας το έχει ορίσει,
ποιος απ' τους δυο μας έχει αργήσει,

ας πάμε, στα παλιά μας χνάρια
μαζί κυλώντας σαν δυο ζάρια,

εκεί που αστέρι πάχνης λιώνει,
κλίνουν σε άδειο λίκνο οι κλώνοι

(δίχως στολίδια-και λυγίζουν
δίχως κεράκια-και φωτίζουν)

και σ' άλλο χάθηκαν λιμάνι
χρυσός και σμύρνα και λιβάνι...

Η ερημιά θα σου προσφέρει
δώρο κρυφό που σου 'χω φέρει:

τον άνεμο, να δυναμώνει
καθώς χαράζει, να με διώχνει

τόσο μακριά, τόσο μακριά σου.
που όλα μένουν πια δικά σου.

2.

Τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό μου.
Τον είδα να τρέμει, πικρό, φλογισμένο
ψηλά-και καθρέφτισμα είδα του κόσμου
στα μάτια σου...Νύχτωσε εδώ, περιμένω:

Τον είδα να τρέμει, πικρό, φλογισμένο,
κλωνάρι που λύγισα κι άφησα πάλι,
στα μάτια σου νύχτωσε, εδώ περιμένω-
κι ανθίζει ψηλά, όλο φώτα και ζάλη,

κλωνάρι που λύγισα κι άφησα πάλι,
ο κόσμος που χάθηκε...Κλείνεις τα μάτια
κι ανθίζει ψηλά, όλο φώτα και ζάλη,
χορός που σ' αόρατα ανοίγει παλάτια.

Ο κόσμος μου χάθηκε, κλείνεις τα μάτια,
είν' ώρα μεσάνυχτα, πίσω μ' αφήνει
χορός που σ' αόρατα ανοίγει παλάτια-
και κλείνουν οι θύρες κι ο ήχος του σβήνει.

Είν' ώρα μεσάνυχτα, πίσω μ' αφήνει,
-σαν ξένο-το πλήθος στους δρόμους πηγαίνει
και κλείνουν οι θύρες κι ο ήχος του σβήνει:
η κάμαρα γύρω μου μοιάζει πιο ξένη.

Σαν ξένο το πλήθος στους δρόμους, πηγαίνει
σ' αυγήν αναπόφευκτη μ' ήθος εντόμου.
Η κάμαρα γύρω μου μοιάζει πιο ξένη,
τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό μου.

3.

Νύχτα γαλάζια σαν σεντόνι
κάποιου που μόλις αναρρώνει

θα με σκεπάσει...Θα 'ναι ακόμα
άνοιξη κάτω από το χώμα

και θα βρεθώ και πάλι μόνος
στο μέσον κάποιου αρραβώνος.

Θα στέκομαι όπως, όταν βρέχει,
κάποιος με την ομπρέλα στέκει

κι ένα τσιγάρο ανάβει. Πλάι,
μπρος, πίσω, πλήθος θα κυλάει,

θα τους κοιτάζω όπως κοιτούνε
ίσκιους πουλιών που αποδημούνε

και θα σε δω έξαφνα εμπρός μου,
πικρή βασίλισσα άλλου κόσμου...

Πλάι μου, μυγδαλιά στη σκόνη-
κι έπειτα πάγος που τον διώχνει

και τον γεννά πνοή του ανέμου
στο μαύρο το νερό ήσουν...Πες μου

τι κάνεις στα λευκά εδώ πέρα;
"Κι άλλα τετράγωνα η σκακιέρα

πάντοτε έχει, κι η παρτίδα
σ' άλλη εξελίσσεται πατρίδα.

Ποτέ δεν χάνεις το παιχνίδι,
διπλό φοράμε δαχτυλίδι."

Σε γύρευα στον κόσμο όλο.
Ποιοι σου διδάξαν τέτοιο δόλο;

Σαν σε καθρέφτη όλα μοιάζουν-
μα κάτι λείπει, δεν ταιριάζουν.

Είναι παλιοί οι καλεσμένοι
και σβήνεται όποιος έξω βγαίνει,

το σκότος δανεική σε δίνει
κι αόρατη παγίδα στήνει,

θρύψαλο είναι το φεγγάρι
και λάμπεις με καινούρια χάρη...

Κάτι παλιό, κάτι που ανθίζει,
κάτι γαλάζιο σε στολίζει

και κάτι δανεικό, σαν ξόρκι-
όμως με δένουν άλλοι όρκοι.

Έχω ταξίδι μες στην μπόρα,
έλα να φύγουμε, είν' ώρα.

Δεν σε κοιτώ, κλείσε τα μάτια
να χάσουμε τα μονοπάτια.

Ο ουρανός, ομπρέλα μαύρη-
και κλείνει...
Άλλο δρόμο θα 'βρει

μονάχα όποιος τυφλός βαδίζει.
Ράγισμα ο κόσμος, μας χωρίζει,

μην κοιτάς, κράτα μου το χέρι-
μας οδηγεί σβησμένο αστέρι.