Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

H koιλιά τoυ kήτoυs








 

Μες στην ημίφωτη κοιλιά του κήτους
και ζαλισμένοι από το μίσος απολύτως
με παραισθήσεις ευζωίας κι ευφορίας
«φιλοξενούν» και γράφουν από ανίας

Εγώ κοιτάζω απ’ το παράθυρο τους κήπους
Εθελοντές τους καθαρίσαν απ’ τους ρύπους
Θυμάμαι ακόμη πως μου χάρισες μια χτένα
λέγοντας: μην το πεις ποτέ και σε κανένα

Μες στην ευρύχωρη κοιλιά του κήτους
στριμώχνουν θύματα και κλοπιμαία: μίτους
Λες και δεν ξέρουν πως ανήμποροι εκεί μέσα
δεν έχουν λόγο της τιμής και μπέσα

Εγώ θυμάμαι τ’ άγριο φως της Μοζαμβίκης
όπως κρυβόταν στα μαλλιά της Βερονίκης
Κάποτε πίναμε μαζί τα «Λουξ» τις «Εψες»
Και τώρα δέρματα πουλάς στους βυρσοδέψες.

Σε κάποια πρόγονη ζωή στο ίδιο κήτος
κοιμόταν σκύλος που αντί μυαλό είχε λίπος
Ήτανε δίποδος με πρόσωπο τριμμένο
ψηφιδωτό που όταν θυμάμαι αρρωσταίνω

Μου είχες πει: «μπορείς να τον εξημερώσεις
με κάποιο τρόπο αν καταφέρεις να του στρώσεις
ένα κρεβάτι από νούφαρα κι ατλάζι
μ’ ένα τραγούδι που θα παίζεις με το σάζι»

Πρώτος του έδωσες να φάει από τις σάρκες
και τη χολέρα από τον έρωτα του Μάρκες
Πήρες το μέρος όσων τάιζαν το κήτος
βουλιμικά του κατασπάραξες το λίπος

Μέσα στη σάπια πια κοιλιά του κήτους
Χαζογελάν υπονομεύουν την «αυλή τους»
Άλλος δεν έμεινε κανείς για να τρομάζουν
Μα μεταξύ τους πια μασιούνται και βελάζουν

Τη θέση σου έδωσα σε υφαντές ονείρων
Στο πρώτο άγαλμα που σμίλεψε ο Μύρων
Πάντα θυμάμαι τον Φερνάντο την Οφέλια
Κοίτα πώς «τραγουδάνε ακόμα τα κουρέλια»*





* Tίτλος ταινίας του Νίκου Νικολαϊδη

1978. Ο Άλκης (Άλκης Παναγιωτίδης), ο Χρήστος (Χρήστος Βαλαβανίδης), ο Κώστας (Κωνσταντίνος Τζούμας) και η Ρίτα (Ρίτα Μπενσουσάν), σαραντάρηδες πλέον, συναντιούνται για άλλη μια φορά στο σπίτι του πρώτου, για να ξαναζήσουν τις αναμνήσεις από την οργισμένη τους νεότητα. Της νεότητας του 1956, τότε που τα στέκια τους ήταν το Top Hat, η Πράσινη Αλεπού, το Green Park, στα όνειρα τους κυριαρχούσαν οι φιγούρες της Rita Heighworth, του Φατς Ντόμινο και του Χάρυ Λιούμαν και στα αυτιά τους ηχούσε ο Elvis, ο Jerry Lee και ο Perry. Εξάλλου, «όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Perry Como τραγούδησε την Glendora»... Η παλιοπαρέα –τα «κουρέλια»- περιμένει ακόμη το Γιάννη, τον αργοπορημένο της παρέας, που θα φτάσει τελικά, όταν όμως θα είναι πολύ αργά. Και φυσικά τη Βέρα (Όλια Λαζαρίδου), «τη Βέρα που ποτέ δεν ήρθε», τη γυναίκα φάντασμα, που στοιχειώνει το νου και την ψυχή του Άλκη.

Οι ηρωες φερνουν μαζι με τις αναμνησεις τους και τις απογοητευσεις τους. Τις πληγες που απεκτησαν ολα αυτα τα χρονια, απο φιλους που εχασαν, απο τις προσωπικες πικρες και τις αποτυχιες τους, τις ελπιδες και τα ονειρα τους, που ποτε δεν πραγματοποιηθηκαν. Εμειναν ομως για να τους ακολουθουν και να τους βασανιζουν. Ονειρα-πτωματα, στοιβαγμενα σ’ ενα λακκο που συνεχεια μπαζει νερα. Οπως η Βερα, η προσωποποιηση των ονειρων του καθε «κουρελιου», που ποτε δεν εγιναν τιποτε περισσοτερο απο ονειρα. Εγιναν μονο ο εφιαλτης του καθ’ ενος, αναμνησεις που εγιναν καρφια και χωνονται βαθια στις καρδιες τους, για να τους θυμιζουν την σκληρη, πραγματικη οψη της ζωης. Οπως λεει και ο Νικολαϊδης, «Βερα ειναι το ονομα μιας ηλικιας που χαθηκε για παντα», ειναι το ονομα της αθωοτητας, που ποτε δεν ξαναγυρνα.

Ο Νικος Νικολαϊδης σκηνοθετει μια σκοτεινη ταινια, οπως οι χαμενες ψυχες των ηρωων του. Ψυχες που εχουν υποστει «βιασμο μετα φονου». Τρυφερη, μελαγχολικη, νοσταλγικη και ταυτοχρονα απεραντα σαρκαστικη, κοινωνικα αιχμηρη και κυνικη. Στους χαλαρους ρυθμους της, οι πρωταγωνιστες χαριζουν αξεχαστες ερμηνειες που στις μερες μας πολυ σπανια συναντουμε.

Τα «Κουρελια» γυριστηκαν το 1978, βραβευθηκαν στο Φεστιβαλ Θεσσαλονικης το 1979, διχασαν το κοινο και εγιναν cult, ισως η πιο cult ταινια του συγχρονου ελληνικου κινηματογραφου. Εμεις την ειδαμε και σας προτεινουμε να την ξαναδειτε και να την ξανακουσετε. Για την υπεροχη μουσικη της, τις αδαμαντινες ερμηνειες, τις αξεπεραστες ατακες και τη μοναδικη της ατμοσφαιρα.

Γιατι, προκειται για «καποια» ταινια, ετσι;

Ιωσήφ Πρωιμάκης (cine.gr)