Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Carlos Pellicer 1897-1977, Nυχτερινή της Θάλασσας



Να ΠΩ ΞΑΝΑ: η θάλασσα!
Να πω ξανά
αυτό που δε μπορώ να ψάλλω 
 χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.

Αυτό που με μόνη τη σκέψη
τη γλυκιά γλώσσα αρμύρισα
και με τη σιωπή
φυλακή από αφρούς σφράγισα.

Νυχτιά με πλοία άραξε
και μες στην καρδιά μου έπεσα.
Αυτό που εξαφανίστηκε
είναι ήδη εδώ.
.
Ζούσα μιαν αντανάκλαση πράσινη
που τύλιγε το σκοτεινό νερό.
Ξέρω πως η αγάπη χάνεται
μαζί με την απόλυτη νύχτα.

Αχ η ζωή μου!
Απλωμένη κατά μήκος της θάλασσας
της απομένει μόνο να δει
ένα τοπίο με πληγή.

Μεσάνυχτα στον ουρανό
που ένα σύννεφο πήγε να φέρει.
Χαμός κάθε πετάγματος,
ματωμένος χρόνος τρέχοντας.

Σε δροσερά παιχνίδια κρεμαστά
το νερό τον αέρα του έβρεξε
και κυματισμούς ξεδίπλωσε
βραχνό από αγωνίες έσχατες.

Ολονυχτίς στους ουρανούς
την καρδιά μου πάσχιζα να πάω
για να καταστρέψω έναν αστερισμό
ωράριο της υπέρτατης θλίψης.

Ανάμεσα στους δυο μας ζωντανός θάνατος
ψυχρά ξαναβλάστησε
κι η σελήνη τον σοβάτισε
με τη νηνεμία της κακοτυχίας.

Ανώφελες φωνές πάντα!
 Όσα στην ψυχή χάραξα
σάπισε η σεπτεμβριάτικη νυχτιά
σαν όταν σπάει κάποιος μια λάμπα θυέλλης .

Το προφίλ σου στο χώρο
 ήχους από πουλιά έβγαζε
κι ο πόνος από κείνο που τελειώνει
έβαλε τη θάλασσα σε χρόνο γραμμικό.

 Όλη τη νύχτα η συνάντηση
 πνιγόταν στην πικρία
Το κλάμα γίνηκε πεδιάδα
από ένα βράδυ χωρίς τελεία.

 ‘Ενας χρόνος σχεδόν και το στιλέτο
 άγγιχτο και μοναχικό
σταλάζει την επέτειο
 με σιωπηλή αφθονία.

Ωραία στήλη ηχηρή
 η πτώση σου χώρισε στα δυο
 τη λαμπροσύνη ενός ημίθεου
 αναστημένη απ’ την αυγή.

 Να πω ξανά: Η θάλασσα!
Να πω ξανά
αυτό που δε μπορώ να ψάλλω
χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.


Ο Ιούνης έφερε τη θύμησή σου,
 άθελά του.
Έτσι κερδίζω αυτό που χάνω
αναδεύοντας τη σκοτεινιά μου.
Ο Ιούνης κι η τροπική θάλασσα
βυθισμένη στα έγκατα,
μοναξιά της μοναξιάς
 όλη η ναυτική λησμονιά.

Τους ουρανούς ανοίγω κι άστρα κρεμάω.
 Και νερά με φώτα μακρινά
 φωτίζουν τις σκοτεινές μου ήττες
πάνω στα ίχνη τους.

 Στα χέρια τους απόθεσα τη θάλασσα
 κι από το άπλετο μπλε
 μια ολόκληρη μέρα στο γέρμα της
 θέλησες να ξεφορτώσεις.


Η σκέψη σου θα είναι πάντα
 η τύχη να έχω ζήσει
 σιμά σου, τόσο πληγωμένος
 μια νυχτιά του Σεπτέμβρη.

 Eίπα της θάλασσας: το αίμα σου είναι δικό μου.
 Πόση πικρία στο τραγούδι!
(Αν μετρούσαμε αυτό που ψάλλω
 όλη η θάλασσα θα μ’ έζωνε).

Νά σου ένα σύννεφο, και το πλοίο
επιπλέει σιωπηλό,
διαμοιράζει το ρόδο
των ανέμων όπου χωρεί.

Ax! εγώ, αχ η θάλασσα!
 που αρμύρισε στον ορίζοντα
την ελπίδα κάποιου όρους
όπου το μπλε συναντά!

Διότι το μπλε της θάλασσας
 είναι η απόσταση απ’ τον ουρανό,
 η αρμονία ενός μαντηλιού
που αφέθηκε στο κλάμα.

Και το μακρυσμένο μπλε
 λόφος όρος θα γενεί
 μοναξιά της ποίησης,
 όπου η νύχτα θε ναρθεί
 δίχως σκιά γι’ αυτό που είναι.

 Λέω –και εδώ σας χαιρετώ-
 με ηχηρότητα απαλή,
 ότι η φωνή αυτή που ποτέ δεν φροντίζω
 -μη με λησμόνει, δεν λησμονώ-
 την κάθε άνοιξη περνά
 πάντα πιστή σ’ αυτό που υπήρξε.

Με ηχηρότητα απαλή,
πάντα πιστή σ’ αυτό που υπήρξε.


1944

Από τη συλλογή «Υποτέλειες»(Subordinaciones), 1949
Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη