Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Θωμάς Τσαλαπάτης, δύο ποιήματα





Το κουτί

Έχω ένα μικρό κουτί που πάντα μέσα του κάποιον σφάζουν.
Λίγο πιο μεγάλο από κουτί παπουτσιών. Λίγο πιο άχαρο από κουτί με πούρα. Δεν ξέρω ποιος, δεν ξέρω ποιον, μα κάποιον σφάζουν. Και ήχος δεν ακούγεται (εκτός από τις φορές που ακούγεται). Το τοποθετώ στη βιβλιοθήκη, στο τραπέζι όταν θέλω να περνώ τις ώρες μου κοιτάζοντάς το, μακριά από τα παράθυρα να μην το κιτρινίσει ο ήλιος, κάτω από το κρεβάτι μου όταν θέλω να νιώσω άτακτος. Μέσα του κάποιον σφάζουν, ακόμη και όταν στο σπίτι μας έχουμε γιορτή, ακόμα και την Κυριακή, ακόμα και όταν βρέχει.
Όταν βρήκα το κουτί –δε θα πω πώς, δε θα πω πού–, το έφερα με ικανοποίηση σπίτι. Την ώρα εκείνη νόμιζα πως θα άκουγα τον ήχο της θάλασσας. Όμως, εκεί μέσα γίνονται σφαγές.
Άρχισε να με αρρωσταίνει η φασαρία, η γνώση των συμβάντων, τα γεγονότα μέσα στο κουτί. Η παρουσία του άρχισε να με αρρωσταίνει. Έπρεπε να δράσω, να απελευθερωθώ, να ηρεμήσω, να κάνω ένα μπάνιο. Αποφάσεις έπρεπε να παρθούν.
Έτσι, το ταχυδρόμησα σε έναν φίλο˙ έναν φίλο που έχω μόνο για να του κάνω δώρα. Τύλιξα το κουτί με αθώο πολύχρωμο χαρτόνι, έδεσα το χαρτόνι με αθώα πολύχρωμη κορδέλα. Μέσα στο κουτί με τα γράμματα υπάρχει ένα κουτί και μέσα στο κουτί αυτό κάποιον σφάζουν. Στο γραμματοκιβώτιο περιμένει να φτάσει στα χέρια ενός φίλου. Μια φιλία που συντηρώ απλώς για να κάνω δώρα.


Ποίημα ενός κακού ανθρώπου

‘’Τώρα, οι μέρες μου περνάνε ήρεμα και τη νύχτα κοιμάμαι αμέριμνος και βαθιά’’
Τζακ Λόντον, Ο Φεγγαροπρόσωπος


Πρώτα της κόψαμε την καλημέρα.
Αργότερα της κόψαμε το κεφάλι.
Η Μαντάμ ντε Σταλ είχε ένα μεγάλο καπέλο,
τρεις γάτες και ένα καλάθι γεμάτο σαύρες που νυστάζουν.
Ήταν μία απ’ αυτές τις γυναίκες,
τις στιβαρές γυναίκες,
τις γυναίκες με τις μεγάλες λεκάνες,
έτοιμη να γεννήσει μια λεγεώνα αγουροξυπνημένων,
έτοιμη να συγκρουστεί με τα τροχοφόρα,
βλέποντας τη λαμαρίνα τους να τσαλακώνεται
ενώ αυτή θα ξεφύγει με λίγες μοναχά γραντζουνιές
και ίσως ένα ελαφρό χαμόγελο ικανοποίησης.
Ζωή γεμάτη μουγκρητά, κάλους και σώμα.
Ω, ζωή, με τα μπράτσα σου κρεμασμένα,
άπλωσε στο πάτωμα τις πλαστικές σου σακούλες
πάνω τους τώρα θα περπατήσει
μια σιωπή στραβοκάνα,
την ώρα που κοιτάς, μόνο κοιτάς και απλά κοιτάς.
Μα, πρώτα την καλημέρα
και αργότερα το κεφάλι.
Παλιά απειλή της νωπής μου αρχαιολογίας,
επιτέλους ξεμπερδεύω μαζί σου.
Αραιωμένο αίμα παλιά μου συγγένεια.
Παράλογε φόβε των παιδικών μου χρόνων και φόβε απόλυτε.
Επιτέλους αναγνωρίζω το μέτρο σου.
Επιτέλους μετράω την πτώση σου.



Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ
Εκάτη 2011