Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Νίκος Γρηγοριάδης, Μνήμες





 Κι οι μνήμες τυλίγονται σε σύννεφα. Σαν τις ξερές αφάνες τις φυσάει ο άνεμος. Δεν τις κυνηγώ, με κυνηγούν. Ή μάλλον δεν είμαι βέβαιος αν στάθηκα ποτέ μου να σκεφτώ πού κελαηδούν τ' αηδόνια, από πού χύνονται τρίλιες μέσα στο μυαλό, τόσο κλειστό και στρογγυλό σαν το φεγγάρι. Κινούν πάντοτε απρόσκλητες. Μένουν ως το πρωί ξάγρυπνες πλάι μου κι αποχωρούν με την αυγή αφήνοντας αυτά τα ίχνη, τις πληγές, που παν να συντεθούν σε ποίημα


Κι έρχονται ξάφνου, ώρες απρόσμενης σιωπής, κάτι παιδιά της γειτονιάς που παίζαμε μαζί το θάνατο πάνω σ' αγκυλωτούς σταυρούς, θωρακισμένους στρατιώτες, μαύρες κουκούλες και πλατύγυρα καπέλα σ' ατέλειωτα μερόνυχτα αγωνίας. Κυκλωμένος από παντού-αυγή με πανύψηλα βουνά, χαμηλό φωτισμό και φόβο από τομάρι λύκου, και δύση πυρκαγιά απ' τη μεριά της θάλασσας- κι ένας αϊτός, που να 'χα, συλλογιόμουν, τα φτερά του, να 'χα τα χίλια νύχια του και τα μυριάδες μάτια. Α, και δυσοίωνη πληγή, ποτέ δεν σε φοβήθηκα, γιατί το αίμα φύσαγε μες στην καρδιά τραγούδια κι ένας θεός πολύ μικρότερος έπαιζε πλάι καταμεσήμερο σε νέες πηγές, δοκιμάζοντας ένα κομμάτι λάσπη και τα νερά συλλάβιζαν παλιούς, λησμονημένους στίχους: Ακόμη τούτ' η άνοιξη...Πληθαίνουν οι κραυγές χαράς, όπως όταν τη νύχτα ζουζουνίζουν γύρω σου σμήνη τ' αστέρια, κι ο κόσμος πλάθεται εξαρχής ως κατ' εικόνα και ομοίωσή μας μ' ένα κορμί εδώ, ένα τουφέκι εξίσου γόνιμα κι ώσαμε πάνω όνειρα γεμάτα. Έρχονται ξάφνου, ώρες απρόσμενης σιωπής, κάτι παιδιά της γειτονιάς με τα παιγνίδια τους στα χέρια, ένα αγόρι που το έλεγαν Δικαίο κι ένα κορίτσι λυγερό, η Ελευθερία.


Γι' αυτήν ήταν που αντάμωνα τον παππού στο δάσος, μέρες της μαύρης κατοχής, για να του παραδώσω το σημείωμα-το δίκοχο χωμένο στ' άσπρα του μαλλιά, το στήθος του δασύ, με στίγματα φωτοσκιάσεων της καταπόρφυρης Αντίστασης-χάθηκε μες στους καπνούς και των μαχών το σάλαγο. Στο ίδιο μέρος τώρα τον προσμένω. Κι ενώ δεν τρέφω ψευδαισθήσεις, ούτε καμιά ελπίδα να τον ανταμώσω, κοιτάζω γύρω μου τα γνώριμα μέρη, βάζω το αυτί κι αφουγκράζομαι το χώμα, τα ίχνη ψάχνω. Ξάφνου απρόσμενα αντικρίζω τη μορφή του, καθώς τρυπάει το βουνό απ' τη μεριά του, και μπρος μου εμφανίζεται ξανά, όπως και τότε, αναλλοίωτος στο χρόνο. Ρωτώ κι όλο ρωτώ κι αυτός σωπαίνει τι να 'γινε ο κρυφός εκείνος δρόμος που έφερνε το βήμα μου ξωπίσω του. Τι έγιναν τα όπλα και τα φυσεκλίκια τα βλέμματα που άναβαν φωτιές το δείλι. Και μην παίρνοντας απάντηση, παππούλη, κράζω και κουνώ τα χέρια, παππού, σου φέρνω το σημείωμα. Ένα τρυγόνι μονολογεί πάνω στο δέντρο. Κι ήτανε σαν να μου 'λεγε εκείνος. Ξέρεις.


Και την ώρα που αποσύρθηκε ο χρόνος κι όλα τριγύρω λάμπαν χωρίς μνήμη, πρόβαλε εκείνος μέσ' από το χειμωνιάτικο δάσος με δυο φτερούγες ασταθείς, θαρρείς και τώρα τις δοκίμαζε και δεν μπορούσε ακόμη να τις συνηθίσει. Κι όπως ζυγιάστηκε δυο τρεις φορές κι ανέβηκε ψηλά στις κορυφές των δέντρων, χλόασαν ξάφνου τα κλαδιά κι ένα βουϊτό πρόωρης ανθοφορίας χύθηκε λάμποντας στις φυλλωσιές. Κι όσο κι αν είμαι πια συνηθισμένος στ' απρόσμενα, ή σ' ότι τέλος πάντων ονομάζουν θαύμα, ξαφνιάστηκα απ' το ίδιο το ξάφνιασμά μου, πώς γίνεται δηλαδή και καθαρίζει από τόσες και τέτοιες επιστρώσεις χρόνου η σκουριασμένη λησμονιά.


Κι ήσουν εσύ; Ήμουν εγώ; Ήταν ο σύντροφός σου;
Ήταν τα δυο τ' αδέλφια σου κι η Παναγιά στη μέση;


Ποιος να το πει. Όποιος κι αν ήταν πάντως είχαμε κείνο το ξάφνιασμα της ευωδιάς κρυμμένου αγριολούλουδου που, πριν καλά καλά προβάλει η Άνοιξη, σε λούζει, περ' από θρήνους ανεξήγητους, κι έτσι βαδίζεις την υπόλοιπη ζωή σου μυρωμένος.


Περνούμε το 'να μετά το άλλο τα χωριά για το Κιλκίς, μες στο κάθιδρο τ' απομεσήμερο. Έρημα. Τα σκυλιά πιο άγρια, αίμα τα μάτια. Η πλατεία, πήχτρα απ' άκρου σ' άκρο και ψηλά πάνω σε στύλους αιχμηρούς τα κομμένα κεφάλια κάτωχρα με μάτια αγαλμάτων. Απ' την εξέδρα βροντερή κι άγρια φωνή. Το πλήθος σιωπά. Πέφτουμε για ύπνο κι ονειρευόμαστε πέντε φεγγάρια στο στερέωμα, αγάλματα ακρωτηριασμένα στο μουσείο. Ο καθηγητής ρωτά στο μάθημα της Παγκόσμιας Γεωγραφίας. Μιλάμε συνεχώς, χωρίς ανάσα: Είναι πελιδνά, πελιδνά, κιτρινοπράσινα, οι ιθαγενείς με φτερά και προσωπίδες χορεύουν γύρω στους πασσάλους. Αίμα νωπό κι όμως πηγμένο. Μάτια ακέφαλων αγαλμάτων. Οι ιθαγενείς, οι ιθαγενείς, οι ιθαγενείς οι βάρβαροι. Οι κυνηγοί κεφαλών.


Θα μείνει πάντα ο θάνατος αντί του ήλιου, σε κείνα τα βουνά και στις ρεματιές θα φυτρώνουν τα οστά στο χρόνο. Το γρασίδι θρασύ και το αίμα αντί ύδατος. Επτά αγελάδες σεμνές, όπως μετά την οχεία, θα μηρυκάζονται. Κι οι γύπες τρυπώντας το βουνό μ' άγριο το μάτι θα κρώζουν πάνω απ' το ρέμα που ιστορεί τα παρελθόντα. Συν δέκα και χίλια τα κορμιά. Συν δέκα και χίλιοι οι κοπετοί και τα στηθοκοπήματα. Μυρίζει τραγούδι αποτελειωμένο. Ουρλιάζει ο άνεμος, σέρνει φύλλα ξερά, χρησμούς και μυρωδιά ψυχής καμένης-ζουζουνίζει χρυσόμυγα στα κάτοπτρα των οφθαλμών. Εκεί το παρελθόν. Ανασύρω. Σαν κοιμητήρια φρουρούν οι αναμνήσεις το άρρητο. Λίγες λέξεις, όπως γαίαν και ελαφράν φυτρώνουν κι ευωδιάζουν μες στο χρόνο.


Φωτιές στο στρατόπεδο των ανταρτών. Τ' άλογα ξεφυσούν, σκάβουν το χώμα με τις οπλές τους. Ένα τραγούδι περνά και χάνεται πάνω στο δάσος "Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά..." Πλάι στο θάμνο η παπαρούνα σαν αίμα κόκκινη φέρνει τον άνεμο της άνοιξης απ' την πεδιάδα. Στη ράχη των αλόγων ιππεύει το φεγγάρι. Λεκιασμένο με αίμα το λυκόφωτο σέρνει τα κάρα με τον οπλισμό. Ένα ψυχρό αστέρι τρεμουλιάζει πάνω απ' τις πλυμμένες ταφόπετρες. Η οσμή της γάζας και του ιώδιου αχνίζει στη μνήμη. Ύστερα παραχώσαμε βιαστικά τα όπλα, συσκοτίσαμε το δωμάτιο κατεβάσαμε βιαστικά τα υπάρχοντά μας στο υπόγειο. Αθόρυβα κρύψαμε το ψωμί, φυλάξαμε το λάδι. Και βαθιά, μες στο μεδούλι των οστών μας, το θάνατο.


Όπως ο νεαρός που έπαιζε τη φυσαρμόνικά του στο παράθυρο αγλαϊσμένος απ' τη μουσική- δεκαοχτώ χρονώ. Ο Αρχάγγελος που πήγαινε να πάρει τον απεγνωσμένο γέρο στάθηκε μέσα στο φως μαρμαρωμένος. Στάθηκε μες στο φως και άκουγε μαζί με τ' άλογο του στρατιώτη. Τότε ακριβώς ακούστηκε ο πυροβολισμός. Το κορμί έπεσε στο σκονισμένο δρόμο. Όμως η φυσαρμόνικα συνέχιζε να παίζει.


Τώρα βαθουλώνουν οι τάφοι εκεί στη ρεματιά, γεμίζουν χόρτα, μακριά απ' το κοιμητήριο και τα κυπαρίσσια. Σκάβουν βαθιά τα μετερίζια τους κρυφά. Ριζώνει γύρω τους περίβολος ο χρόνος, η μνήμη τούς φρουρεί σαν κυπαρίσσι. Χειμώνας και ανοίγει τον καιρό με τα δυο χέρια της χλωρή η μνήμη. Περνούνε καβαλάρηδες καλπάζοντας μ' όλα της νύχτας τα φεγγάρια και ραίνουν με δέσμες τριαντάφυλλα τους τάφους. Διάφανη η αχλή φωτίζει τα μελλούμενα, μυστήρια υφαίνονται μες στις χαράδρες. Ένα κοτσύφι κατάμαυρο περνάει και φτερακίζει τιτιβίζοντας με αίμα κηλίδες στα φτερά του. Δοκιμάζει ένα κουκούτσι ολόπικρο της μνήμης.


Ακόμα κινούνται αυτοί οι τάφοι των εκτελεσμένων. Προχωρούν κάτω από το χώμα σαν επιτάφιος χαράζοντας την πορεία μας στο φως. Κι η ανακομιδή τους έδειξε αυτό που ήταν γνωστό από καιρό. Τα οστά έφεγγαν σαν κεριά μες στον τάφο.


Και ποιος θα το' λεγε για όλα αυτά πως θα 'φτανα σε τέτοια κατάντια, να λέω επανάσταση και να φουντώνω από ντροπή, να λέω στάθηκα πάντα στις αρχές μου συνεπής, πάντα αταλάντευτος στους μεγάλους τους αγώνες, και να κοιτώ περιδεής τριγύρω μου ακόμη κι όσους βολεύτηκαν, όσους πρόδωσαν ή εκμεταλλεύτηκαν το αίμα των άλλων, και προπάντων τις ανέμελες παρέες των νέων μήπως μ' ακούνε και καγχάζουνε ή έστω μειδιούν κρυφά μ' αυτά που λέω, μ' αυτά που τώρα τους φαντάζουν τόσο αταίριαστα, όπως ένας μεγιστάνας πλούτου μπροστά σε μια αγιογραφία.


(Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος)
Ανάβαση
Κώδικας 2002