Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Χλόη Κουτσουμπέλη, τέσσερα ποιήματα



Η γυναίκα που ταξίδευε


Της αρέσει να ταξιδεύει. Να μπαίνει μέσα σε ένα λεωφορείο, σε ένα τρένο, σε έναν άνθρωπο. Να μπαίνει μέσα από τα μάτια του και να κυλάει κατευθείαν στο σκοτεινό δωμάτιο μέσα του.
Έχει μάθει πως σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα σκοτεινό δωμάτιο με ελαστικά τοιχώματα, πως αν έχει μαζί της έναν μικρό καθρέφτη μπορεί να δει την αντανάκλαση του δικού της δωματίου. Να ακούσει το λάκτισμα του μικρού τέρατος που την κατοικεί.
Ξέρει για το ζώο των ανθρώπων. Οι περισσότεροι τα έχουν αλυσοδεμένα στα μικρά σκοτεινά τους δωμάτια. Υπάρχουν κι άλλα που αλωνίζουν ελεύθερα και κατασπαράζουν στο τέλος τους ανθρώπους μέσα στους οποίους ενεδρεύουν.
Θέλει να γνωρίσει τα ζώα των άλλων. Μερικά την αφήνουν να πλησιάσει, άλλα της κόβουν κομμάτια, όμως αυτή λαχταράει να τα εξημερώσει και να τα γνωρίσει. Ελπίζει έτσι να γνωρίσει και να εξημερώσει το δικό της ζώο.
Τώρα είναι νύχτα και ταξιδεύει με ένα λεωφορείο. Έξω βλέπει τα ακαθόριστα σχήματα της νύχτας να γίνονται πελώριοι γίγαντες, οι πατούσες τους απειλούν να συνθλίψουν το λεωφορείο. Μέσα στο λεωφορείο όλοι κοιμούνται, τα μάτια της νύχτας αργοσβήνουν, ένας ολόκληρος πλανήτης κοιμάται μέσα στο ανθρώπινο σκοτάδι μιας περιρρέουσας θλίψης.
Σκέφτεται την στιγμή της συνάντησης. Τα χέρια του γύρω της, αυτόν μέσα της. Η μόνη στιγμή εξημέρωσης, το μόνο άγγιγμα, τότε που τα ζώα και των δύο γίνονται μαύρα άλογα, στιλπνά, βελούδινα άλογα και καλπάζουν μέσα κι έξω και υπάρχουν ανοιχτές διελεύσεις και οι πόρτες ανοίγουν κι ύστερα τα ζώα γίνονται μικρά μανιτάρια, φωλιάζουν αγκαλιά και κοιμούνται μέσα σε μία χούφτα, στην παλάμη ενός ανθρώπινου χεριού.
Το ζώο μέσα της πεινάει και την πονάει. Το νιώθει να τεντώνει το αιλουροειδές κορμί του, να οσφραίνεται ανήσυχο τον αέρα. Μυρίζει από μακριά το ζώο του άλλου που την περιμένει, καραδοκεί ανήσυχο, προαισθάνεται, δεν θέλει να ενωθεί, λαχταράει να ενωθεί, φοβάται, γυρνάει γύρω γύρω στο σκοτεινό δωμάτιο, ανησυχεί για τον χώρο του, δυσπιστεί για την κατάληψη, θέλει να αδράξει και να μπήξει τα δόντια του στο άλλο ζώο, αυτό που περιμένει στον προορισμό. Το ζώο μέσα της είναι λειψό, έχει μία τρύπα στην θέση της καρδιάς, θέλει να χαϊδευτεί, να γείρει το κεφάλι του, να μην νιώθει τόσο μόνο, τόσο τέρας, τόσο σκοτεινό.
Το ζώο μέσα στον άντρα που την περιμένει είναι ανήσυχο. Κλωτσάει με όλη του την δύναμη, ο άντρας είναι ήδη κουρασμένος. Το ζώο του είναι πιο εκπαιδευμένο, λιγότερο απαιτητικό. Του αρκεί να ζευγαρώνει, μία αρχέγονη ιεροτελεστία μικρής διάρκειας. Ύστερα γυρνάει μέσα στην φωλιά και κλαίει μόνο.
Στην γυναίκα αρέσει να ταξιδεύει. Μέσα στο σκοτάδι της. Στο σκοτάδι των άλλων. Μέχρι να την καταβροχθίσουν. Το ζώο της. Τα ζώα των άλλων.


Ενοχή

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο, τα μήλα
την εκδίωξη
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.


Οι συμπτώσεις

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του χρόνου και του τόπου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας κυλούσαν μες τον χρόνο
τρέχοντας σκυφτοί και μαλλιαροί.
Σύμπτωση δεύτερη ένα σπίτι ταξιδεύει
μία πόρτα κλείνει, ένα σώμα αποχωρεί
ένας άντρας δεν θέλει να χάσει πάλι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
χωρίς πόδια, χωρίς χέρια
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ένας άντρας χωρίς αυτί
ζωγραφίζει μία γυναίκα που φεύγει,
μία γυναίκα γράφει για έναν Κώστα που εγκαταλείπει
ένας Κώστας για μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές και τους χωρούσαν
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.


Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ’ το παράθυρο,
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ουρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
και ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.
Μόνο σπάνια
κάποιο απ’ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μες στην άβυσσο.

Γι αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.




Χλόη Κουτσουμπέλη