Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Θαvάσns Aθαvάσιos, δύo πoιήματα








 

Η μύτη του πάστορα λερώθηκε από το ισχνό λέπι της βροχής


-Γεια σας
-Καλησπέρα
-Γνωρίζετε πως πρέπει να μου πληρώσετε το νοίκι. Δε θέλω να σας πιέζω αλλά μέχρι αύριο να έχετε εξοφλήσει, παρακαλώ. (κάνει να φύγει. Την αρπάζει απ’ το μανίκι. Τη χαστουκίζει. Εκείνη φλέγεται και το ρολόι της σπάει!)
-Γνωρίζετε πώς να χαστουκίζετε μια δεσποινίδα. Και αν ο κόσμος όλος άλλαζε όψη το ρολόι θα έσπαγε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν σου φτάνει που αναπνέεις δίπλα μου, που ανασαίνεις άπληστα και που ξεροβήχεις όποτε τα νεαρά κορίτσια σου κουνιούνται αλλά ξέρεις και να χτυπάς. Ξέρεις να δείχνεις το αντριλίκι σου με τέτοιες αισχρές ενέργειες. Είμαι η γυναίκα σου, το ξεχνάς! Είπαμε, ναι, δε λέω, να παίξουμε το παιχνίδι σου αλλά εσύ το παράκανες. Το βράδυ τί θα φάμε; Έχεις καμιά ιδέα; Μμμ.. αν μπορούσα να σκεφτώ έστω και ένα φαγητό θα’ μουν ευτυχισμένη. Δεν μου έρχονται ιδέες τον τελευταίο καιρό. Είναι ένα είδος οκνηρίας που δε γιατρεύεται. Στο θέατρο θα σου τα χουν μάθει αυτά, αν όχι θα το καταλάβω, αφού δε πήγες ποτέ σου θέατρο. Να, μια καλή ιδέα είχα κι εγώ και μου την κατέστρεψες, ανόητε, φαφλατά! Δηλαδή ήταν δική σου η ιδέα γι’ αυτό το παιχνίδι, το ιδιότυπο σεξουαλικό δράμα, αλλά νομίζω, και καθένας θα συμφωνούσε, πως αρκεί μια παραπάνω ιαχή για να αποκτήσω δικό μου ρόλο. Νομίζω πως πέθανες, δε μιλάς. Αρκετά με τις αναμνήσεις. Ένα παράθυρο παραπάνω δε θα χορτάσει τον κόσμο. Θυμάμαι, αγάπη μου.. τις σχολικές αίθουσες, τα πρωινά τσιγάρα και τα εωθινά φιλιά! Προπάντων τα φιλιά! Σε περίμενα κάθε πρωί κι αν τύχαινε να με περιμένεις εσύ με τον ασβεστωμένο πούτσο σου στο χέρι, έπιανα αμέσως δουλειά. Να με συγχωρείς αλλά θυμάσαι πόσο σου άρεσε να σου πιπιλίζω τον πούτσο. Έχυνες πριν καν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή!
-Τι ώρα είναι;
-Είναι ώρα για τη φλεγμονή σου! Λες να σου περάσει εύκολα όπως πέρασε πέρυσι της μαμάς;
-Δεν με ενδιαφέρει για την μάνα σου, το ξέρεις! Αν μάθαινα πως πέθανε θα άναβα ένα τσιγάρο και θα τσίριζα μετά χαράς πάνω στο κάθισμα του προσώπου της. Αχ, αυτή η μάνα σου. Είναι συμφορά. Είναι φρικτό. Θεέ μου!
-Α, μην επικαλείσαι τον θεό όποτε τον έχεις ανάγκη. Δεν καταλαβαίνει αυτός απ’ αυτά. Δε χαμπαριάζει, που λέμε. Είναι θεός, τί περίμενες; Εσύ δεν ήσουν άθεος;
-Μαρία βγάλε τη μπλούζα σου. Είμαι άντρας!
-Δεν με λένε Μαρία. Είμαι η θετή σου αδελφή. Διαπερνώ τις όψιμες φλεγμονές με ένα μόνο δάχτυλο! Ο πρωκτός μου είναι σαν αμφίστομο καλαμάρι. Δες Δες Δες Δες!
-Μαρία! Αχ, Μαρία! Μαρία λεν την παναγιά.. τελειώνει η σκηνή!



Η άπνοια των σημαινόμενων



Το κουταλάκι του γλυκού εξισορροπεί τα μειδιάματα των γλουτών μιας εξαίσιας κοπέλας που γλυκοκοιτάζει τον πούτσο του οδηγού αλλά δεν τολμά να το παραδεχτεί στον εαυτό της. Μέσα στο εσώρουχό της ένας κίτρινος ιθαγενής σφυρίζει σαν τραχύ μυδραλιοβόλο του επέκεινα. Απ’ το επέκεινα δε γύρισε κανείς.
Κανείς δεν έστρεψε τα φώτα του μαγικού του χαλιού για να καταβαραθρώσει τις αρχέγονες ώσεις.
Όσο το μπαμπάκι, όσο το μπαμπάκι, και η πέτρα και το μπαμπάκι, όσο το μπαμπάκι. Βαμβάκι κηπευτικό, δυνητικό έλασμα τέρψης και
γλωσσικού υδροθερμικού κειμηλίου βαμβάκι. Μέσα στα βυζιά της περαστικής ημέρας ένας ατμός μεγαλύτερος από τα ετεροχρονισμένα νύχια της αγελάδας που δε βγάζει γάλα πια αλλά σπορ αμάξια. Βγάζει
Στα αλήθεια
Σπορ αμάξια από τα βυζιά της. Ω τι αγελάδα! Μια αγελάδα μούρλια. Αφού μπορεί και βγάζει και τριαξονικά άσπονδα, παιδιά μιας ασύλληπτης αλήθειας, μιας άδοξης, αλλά φτηνής, θαλασσοταραχής.
Το αυγοτάραχο μάς μάρανε.
Και ας επαναλήφθηκε η τελεία.
Και ας επετράπη η τέρψη.
Και ας
Αφήσουμε επιτέλους τα σάλια μας
Να πνίξουν τον αιώνα.




Η ελονοσία του Μύδρου
Ενδυμίων 2010