Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Δημήτρης Τανούδης, Σπασμός






 




Στη γη εκείνη,


ΣΠΑΣΜΟΣ

μια ακόρεστη σπερματική λωρίδα διαχεόταν στις σάρκες, από κορμί σε κορμί κι από σύμπλεγμα σε σύμπλεγμα, σαν το νήμα μες απ’ το μάτι της βελόνας, χωρίς ποτέ ν’ αφήνει κατάλοιπο στο πέρασμά της, ούτε ένα τυχερό ωάριο που ν’ ανθίζει την πιθανότητα της ζωής, κανένα ελπιδοφόρο έμβρυο που να επιμηκύνει την ανάπτυξή του πέρα από μερικές ώρες, αφού η αμέσως επόμενη διείσδυση ερχόταν ορμητική και το κάρφωνε σαν μήλο στο κεφάλι αλυσοδεμένου ζώου, ερχόταν εκκωφαντική και έσπαγε τα τύμπανα του τελευταίου ήχου που άκουγε το έμβρυο μες στην αγέννητη ζωή του,

ΣΠΑΣΜΟΣ

στη γη εκείνη, σ’ αυτό το απατηλά απέραντο λιβάδι από καταπράσινο χόρτο, χόρτο αρκετά κοντό για να κεντρίζει τα ξαπλωμένα σώματα και αρκετά ψηλό για να μην τους αφήνει πληγές, οι άνθρωποι είχαν ποτίσει με τέτοιες ποσότητες εκκρίσεων το χώμα, το είχαν μπολιάσει με τόσα αβυθομέτρητα ρυάκια, ώστε τα αραιά λουλούδια που επέμεναν να ξεφυτρώνουν στην πρώτη περίμετρο της έκτασης αλλά και όσα γεννιούνταν σε άναρχες θέσεις εντός του χορταριασμένου μήκους της, είχαν αρχίσει να αναβλύζουν μια υγρή ακτίνα μέσα απ’ τους μίσχους, ενεργοποιημένη απ’ το έμβολο της φυσικής σύριγγας και παρασυρμένη απ’ την πρωινή πάχνη, μια ακτίνα που σκαρφάλωνε στην κορφή του άνθους και κατέληγε σε άχρωμα ζεματιστά σταγονίδια, τόσο όμοια με το αχλαδωτό σχήμα του κλάματος όταν αυτό συλλαμβάνεται στην πρώτη μορφή της εκροής του και μαζί υφάλμυρα όπως το απόθεμα θάλασσας που κρύβουν τα όστρακα στη μαλακή τους σάρκα, ώστε αυτή ακριβώς η υγρασία εκείνων των σπάνιων λουλουδιών δεν ήταν, κι αυτό το κατάλαβαν κάποτε και οι άνθρωποι, δεν ήταν παρά τα ίδια τους τα ανθρώπινα δάκρυα,

ΣΠΑΣΜΟΣ

όλα αυτά τα δάκρυα που είχαν ξεκινήσει σαν άμορφες ουσίες μες απ’ τα σωθικά τους και, εγκυμονώντας το χώμα της γης, διαπερνώντας τις φυτικές ρίζες, ξαναβλέποντας το πρώτο φως της γέννησης, μεταμορφώνονταν σε οργανική απόληξη, γίνονταν τελειωτική συγκίνηση, όλα τα δάκρυα που, φιλτραρισμένα από την καλοκάγαθη επίβλεψη της φύσης, επέστρεφαν στον κόσμο για να ξαναπέσουν στο χώμα κι έπειτα να ενωθούν με τα επόμενα ανθρώπινα δάκρυα, τ’ ατέλειωτα ανθρώπινα δάκρυα, όλα τα δάκρυα των οργασμών τους,

ΣΠΑΣΜΟΣ

οργασμοί που δεν προέρχονταν απ’ τα μητρικά ένστικτα ώριμων γυναικών οι οποίες πιπιλούν με τις ώρες ένα νεογέννητο βρέφος ούτε από διεστραμμένους άντρες που διακορεύουν εφηβικούς πρωκτούς ούτε από πρεσβυόφιλα κορίτσια που πειραματίζονται με τις αντοχές σταφιδιασμένων κορμιών, δεν προέρχονταν οι οργασμοί εκείνοι από σχέσεις ηλικιακά αποκλίνοντα ερωτισμού, αφού κανείς απ’ τους ανθρώπους της σπασμικής γης δεν διέφερε σε ηλικία από τους υπόλοιπους, αφού όλοι τους, χωρίς την παραμικρή εξαίρεση που θα μπορούσε να υποβάλει κάποιος πειραματικός εκκεντρισμός, είχαν εισαχθεί στη διαδικασία προάσπισης της ζωής απ’ το ίδιο σημείο εκκίνησης, τα δεκαέξι τους χρόνια,

ΣΠΑΣΜΟΣ

με βίαιη οι περισσότεροι καθοδήγηση, και χωρίς ποτέ να τους ζητηθεί ο λόγος, σαν αποτσίγαρα που τα ρίχνει κανείς στη λεκάνη στρέφοντας το τασάκι στο πλάι, οδηγημένοι με την τέλεια προμελέτη και την πανταχού παρούσα εποπτεία του γυναικείου χεριού, συγκεντρωμένοι σε ουρές κοπαδιαστές, σε μάζες τακτοποιημένες, σε φάλαγγες στρατιωτικής σχεδόν διάταξης, ο συνολικός αριθμός των οποίων, όταν ο τελευταίος απ’ τους ανθρώπους πέρασε την πόρτα, όταν η τελευταία σταγόνα της ανθρωποθάλασσας ξεχύθηκε στο λειμώνα, έφτασε τους σαράντα έξι χιλιάδες,

ΣΠΑΣΜΟΣ

όλοι τους διαιρεμένοι με την ψυχρότητα της επιστημονικής ακρίβειας, σαν με μαχαίρι χωρισμένοι σε δυο παρτίδες φύλων, είκοσι τρεις χιλιάδες άντρες και είκοσι τρεις χιλιάδες γυναίκες, κλινικά ελεγμένοι ένας προς ένας και μία προς μία, καρπεροί σαν τράγοι στις πιο αφηνιασμένες μέρες και σαν γόνιμες παρθένες που συλλαμβάνουν με το φύσημα της από άμβωνος πνοής, δοκιμασμένοι ώς την εκμηδένιση της τελευταίας πιθανότητας γενετικής ανωμαλίας, πανέτοιμοι να παράγουν ζωή σφύζουσα από ζωή σφύζουσα, περιβλημένοι την ομοιόμορφη στολή με το κεντητό σύμβολο της γονιμότητας, χωρίς να τους συνδέει κανένας συγγενικός ή φιλικός δεσμός, και χωρίς να παρουσιάσουν, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, κάποιο σύμπτωμα κοινωνικής δυσλειτουργίας, κάποια εμφανή απόκλιση η οποία θα διογκωνόταν σε εχθρότητα και θα προκαλούσε αντιδικία και θα έφερνε διάσταση και, κορυφωμένη σε εμφύλια σύρραξη, θα τους έσπρωχνε στο γκρεμό του άδοξου ανθρωποφαγικού τέλους,

ΣΠΑΣΜΟΣ




Δημήτρης Τανούδης
Σπασμός
Νεφέλη 2011