Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Mιpάμπιλιs







Γέμισε νερά πάλι η κουζίνα. Καταποντίζεται. Με το δικό της τρόπο. Κυνισμός.
Θέμα ανατροφής. Το πιο πολύτιμο δώρο που μου έκανε ήταν ότι αυτοακυρώθηκε. Δεν ζήτησα τίποτα. Μόνο περίμενα. Μια γυναίκα κάηκε ζωντανή σε σάτι, την νεκρώσιμη πυρά του συζύγου της. Η βρύση στάζει. Ο θερμοσίφωνας κάηκε. Αυτό κανονίζεται με τον τεχνικό. Οι πρίζες σμπαραλιάστηκαν. Κι αυτό κανονίζεται. Μέσα στην αναπηρία του να ζει μια φυσική ζωή, φόρεσα κι εγώ χειροπέδες και αλυσίδες κατέργων. Έφτασαν ψηλά, εμπόδισαν την όρασή μου και μπέρδεψαν για λίγο, τον προσανατολισμό. Το πρόσωπό του άρχισε να συσπάται και να μορφάζει. Δεν θα ‘βγαινε σε καλό. Η παρατεταμένη ηχώ των ψεμάτων λαμποκοπά στην ίριδα των ματιών. Στη σκιά του φόβου του θυμήθηκα κι εγώ τους δικούς μου. Μια παράδοξη κι ανήσυχη λευκότητα κάλυψε το εσωτερικό μου τοπίο. Ο θρίαμβος άραγε ή η αδεξιότητά του με πλησίαζαν; Το αιχμαλώτισε. Το εξουσίασε. Για λίγο. Οι νύχτες πάντοτε παρούσες επιστρατεύουν όλη την αγριότητα. Η πρώτη ρουφηξιά κάθησε στους πνεύμονες με ασύλληπτη βαρύτητα. Ευχήθηκα να υπάρξω σε καθαρτήριο καμίνι που θα κάψει ό,τι ως τώρα γνωρίζω. Να δω τα χρώματα του κόσμου απ’ την αρχή. Ν’ απλώσω το βλέμμα με χαρά. Πέρα απ’ το παιχνίδι του μένους και των ίσκιων με την τρομακτικά χαμένη άκρη. Η γιαγιά μου έλεγε πως άμα βγάλεις το βρόγχο από κάποιον, εκείνος θα βάλει τα χέρια του στο λαιμό του. Δεν αντέχει το οξυγόνο στους πνεύμονες. Τώρα ξέχασα. Άρχισα ξανά να ελπίζω. Θυμήθηκα πως είναι να σ’ αγαπούν χωρίς να σε φοβούνται.
Η υγρασία της νύχτας οξύνει τη μυρωδιά του Μιράμπιλις. Θέλω να ξαναγίνω ένας απλός άνθρωπος. Άραγε ήμουν ποτέ και γυρεύω με απόγνωση αυτή την επιστροφή…
Στις ιστορίες μας υπάρχουν ανεπαίσθητες ραγισματιές. Από κει γλιστρούν ρευστά δευτερόλεπτα ευφορίας. Σαν αντίγραφα μιας πίστης που υπενθυμίζουν το αβέβαια καλύτερο μέλλον.

* Tράνζιτο δωματίου (υπό έκδοση)